Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα halastroll. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα halastroll. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2/5/14

ΧΑΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ

Ήρθε η ώρα, λοιπόν, μετά από 6 χρόνια να αποκαλυφθεί πως το παρακάτω κείμενο (υποτίθεται του Μπαμπασάκη) ηταν μια καλοσχεδιασμένη τρολιά. Εδώ αναδημοσιεύεται απο το μπλογκ fractal που έπεσε θύμα (όπως και τα indymedia κι άλλες ιστοσελίδες) της νοσηρής φαντασίας των εμπνευστών αυτής της τρολιάς...


ΧΑΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ

 

O Maricone Oublie, ένας άγνωστος στοχαστής στον τόπο μας καίτοι τον τίμησε με τη διετή διαμονή του, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα της διαλεχτικής: επαναστάτης διανοούμενος αρχικά, κατέληξε ως γνήσιο τέκνο της εποχής του σε αμφιλεγόμενες έως και εκκεντρικές αναζητήσεις καταλήγοντας στην ψυχική και νοητική κατάρρευση. Ας είναι…

Μια ζωή ασυμβίβαστος με το κατεστημένο, μα πολύ περισσότερο με τον εαυτό του. Η ζωή του βρίθει τέτοιων παραδειγμάτων. Δε σταμάτησε στιγμή να επεξεργάζεται τις θεωρίες του κι αν κανείς εμβαθύνει στην εργοβιογραφία του, γοητευμένος ανακαλύπτει ότι μια περίοδος της ζωής του είναι μια διαλεκτική άρνηση και ένα ξεπέρασμα της προηγούμενης. Στα έργα την πρώτης νιότης του, είναι εμφανής η επιρροή που άσκησε πάνω του ο “Πρίγκιπας του Αρνητικού” Γκυ Ερνεστ Ντεμπόρ. Πολλές από τις συζητήσεις τους, εν μέσω κρασοκατανύξεων στα καπηλειά της Δυτικής όχθης, με το Καλβαντός να δίνει το τέμπο, είναι αποτυπωμένες σ’ αυτά. Δεν είναι τυχαίο πως σημείο αναφοράς της Διεθνούς των Καταστασιακών είναι το βιβλίο που συνυπέγραψε με τον Ντεμπόρ: “Η Τέχνη ως Υπόσταση και η προοπτική του επαναστατικού ξεπεράσματός της”. Ήταν τότε που ο Ντεμπόρ χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Ζακ Ντε Μολέ, παραπέμποντας στον ηγέτη του μυστικού τάγματος των Ναϊτών, που τόσο ηρωικά κατασπαράχθηκε  από τις φλόγες της Ιεράς Εξετάσεως.

Φυσικά η ρήξη δε θ’ αργήσει να έρθει, συνηθισμένη κατάληξη για τις σχέσεις των δύο αντρών, που πέρα από την οξύνοια χαρακτηρίζονται και για το πεισματώδες του χαρακτήρα τους.

Για πολλά έτη θα τον απασχολήσει η θρησκευτική ποίηση και δη των επαναστατικών αναβαπτιστικών κινημάτων του Μεσαίωνα. Θα γράψει την “Πραγματεία για τη θρησκευτική τέχνη” και το “Για την ένωση Τέχνης και Θρησκείας σε μια διαχωρισμένη σφαίρα”, που πραγματεύεται ζητήματα της λαϊκής θρησκευτικότητας. Θα γράψει, επίσης, τη βιογραφία του Ούγγρου Γιόχαν Κόζεφ, φίλου και συντρόφου του Τόμας Μίντσερ, όπου με τους χριστιανικούς του ύμνους ενέπνεε και εμψύχωνε τις ξυπόλυτες και πεινασμένες μάζες των χωρικών του μεσαίωνα κατά της αμείλικτης παπικής εξουσίας.

Το θεωρητικό του οίστρο θα διακόψει η δίψα του για δράση. Θα συμμετάσχει στις ανεπανάληπτες ταραχές του 68, παρέα με τους enrages. Εκεί θα βρει έντονα τα χαρακτηριστικά των αναβαπτιστικών κινημάτων. Θα δηλώσει: “όπως τα αναβαπτιστικά κινήματα είναι ο ταξικός πόλεμος που μιλάει για τελευταία φορά τη γλώσσα της θρησκείας, έτσι και οι ταραχές του Μάη είναι ο ταξικός πόλεμος που μιλάει για τελευταία φορά τη γλώσσα της πολιτικής”. Το πρώτο μέρος αυτής της δήλωσης θα το “δανειστεί” στη δεύτερη έκδοση της περίφημης Κοινωνίας του Θεάματος ο αξεπέραστος Γκυ Ντεμπόρ, το σπουδαιότερο ίσως βιβλίο του 20ου αιώνα.

Στις αρχές της δεκαετίας του 70 θα περιπλανηθεί στη Ευρώπη, όπου θα ζήσει ως γνήσιος μποέμ, μοιράζοντας τις νύχτες μεταξύ τεραστίων ποσοτήτων αλκοόλ και παθιασμένου έρωτα. Γυναίκες, αλλά και άντρες, κάθε ηλικίας θα μοιράζονται για μια διετία την κλίνη του μαζί του, παρασυρόμενοι από την αδιαμφισβήτητη γοητεία του. Θα προκαλέσει μέγα σκάνδαλο όταν σε ένα ταξίδι του στην Ισπανία θα φτύσει, ως άλλος Μπρετόν, δημοσίως τον Σαλβαντόρ Νταλί αποκαλώντας τον “σαρδανάπαλο, ανοητόσαυρο και κουφιοκέφαλο φρανκικό”. Αποτέλεσμα ήταν να κατηγορηθεί ότι παίζει τη Διαλεχτική στα δάκτυλα, μα που το επιλήψιμο στην εμβάθυνση μέσω του παιχνιδιού;

Άνθρωπος χαμηλών τόνων καίτοι φασαριόζος, άθεος καίτοι βαθειά θρησκευόμενος, ασκητικός καίτοι φλογερός εραστής, ποιοτικός καίτοι γαρμπής, διανοούμενος καίτοι άνθρωπος της δράσης, φίλος του Τριστιάν Τζαρά καίτοι νιετνιετιστής (όρος που ο ίδιος ανακάλυψε σατιρίζοντας τον ντανταισμό).

Ορκισμένος εχθρός κάθε ορθοδοξίας γιαούρτωσε μπροστά στον τηλεοπτικό φακό τον γενικό γραμματέα του γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος Ζωρζ Μαρσαί, αποκαλώντας τον “μικροτσούτσουνο σταλινικό, πρόωρο εκσπερματιστή και πόρνη της Μόσχας”. Θα γλιτώσει τη σύλληψη καταφεύγοντας στην Ινδία. Εκεί θα σηματοδοτηθεί η στροφή της σκέψης του σε πιο ιδεαλιστικά μονοπάτια.

Θα ασπαστεί τις ιδέες του μοντεραλισμού, της πιο ριζοσπαστικής, αλλά και μυστικιστικής τάσης της “βαθειάς οικολογίας (deep ecology)”, κράμα εσωτερισμού και πολιτικής οικολογίας. Σύμφωνα με τα παράξενα δόγματα του μοντεραλισμού, η γη πάλιωσε και άρχισε να χαλάει. Το κίνημα πρότεινε ως λύση τον συλλογικό παγκόσμιο διαλογισμό, προκειμένου η γη να αρχίσει να περιστρέφεται ανάποδα, ώστε να ανανεωθεί.

Δε θα αργήσει αν επισκεφθεί τα μέρη μας. Γοητευμένος από τη φυσική ομορφιά και αρμονία του ελληνικού τοπίου θα εγκατασταθεί στην Ύδρα για δυο χρόνια. Εκεί θα επεξεργαστεί τη θεωρία που τον καθιέρωσε στους ιδεαλιστικούς κύκλους. Με το βιβλίο του “Ο τεμαχισμός του μη υλικού: το πρόβλημα της ύπαρξης και της υπόστασης”, θα έρθει σε αντίθεση με τον αναγεννησιακό μετανεωτερικό νεοπλατωνισμό, που “έλυνε” το γνωσιολογικό ζήτημα πρεσβεύοντας ότι οι ιδέες έπεφταν κάθετα, όπως οι σταγόνες της βροχής, στα κεφάλια των ανθρώπων. Κάποιοι μάλιστα θέλησαν να επιβάλουν στις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις να φορούν καπέλα, προστατεύοντας, κατά πως νόμιζαν, την κοινωνική ευταξία από ανατρεπτικές ιδέες! Για αυτόν οι ιδέες πλανώνται, αιωρούνται και στροβιλίζονται ωσότου βρουν το κατάλληλο δοχείο-νου, για την εισχώρησή τους. Πολλές φορές όμως, όπως στην περίπτωση Λένιν, γίνονται λάθη και οι σωστές ιδέες μπαίνουν σε λάθος μυαλά. 

Μπορεί η σκέψη του να απομακρύνθηκε τα μάλα από την ορθόδοξη επαναστατική κουλτούρα, μα έμεινε ανεξίτηλη η όρεξή του να προκαλεί σκάνδαλα. Σάλο στους κύκλους της διανόησης προκάλεσε η παραληρηματική του συνέντευξη στη Limperation το 1980, όπου αποκάλεσε τον Ντεμπόρ “κακόφωνη Έντιθ Πιάφ της Δυτικής Όχθης” και δήλωσε ότι σταμάτησε να κάνει παρέα με τον Καστοριάδη επειδή έπεφταν οι τρίχες από τα μαλλιά του στη σούπα του!!! Στην ίδια συνέντευξη δήλωσε πως “η ανθρωπότητα είναι υπερεκτιμημένη, αφού μόνο σ’ αυτήν ένας Βανεγκέμ θα μπορούσε να θεωρείται διανοούμενος”. Το αποκορύφωμα του παραληρήματος ήταν η τουλάχιστον αυθάδης και υβριστική δήλωση του “αν ο κώλος μου είχε τρίχες θα ήταν ίδιος ο Ουμπέρτο Έκο, ενώ τώρα που δεν έχει είναι ίδιος ο Φουκώ”.

Ως γνήσιο τέκνο της ταραγμένης εποχής του, θα εγκλειστεί το 1983 σε ψυχιατρείο, αφού πρώτα μας έδωσε με την τελευταία αναλαμπή του πνεύματός του το εκπληκτικό: “Η Αυτοπραγμάτωση του Ατόμου έξω από τον εαυτό του”. Θα μας αποχαιρετήσει ένα χρόνο αργότερα, 45 Μαϊων, αναγκάζοντας το ταλαιπωρημένο του σώμα να αποχωριστεί την ταραγμένη του ψυχή. Ήταν 23 Μαϊου του 1984, όταν βρέθηκε κρεμασμένος στο θάλαμο της κλινικής όπου “νοσηλευόταν”.

(Ψευδο)Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης

9/4/14

Συνέλευση στις 6


 
Το παρακάτω πολιτικό-λογοτεχνικό πόνημα έφτασε μέσα από δαιδαλώδεις διαδρομές στα γραφεία της Κεντρικής Επιτροπής της Ασύμμετρης Απειλής και αναδημοσιεύεται μετά από έγκριση της Γενικής Γραμματείας, μετά από μια διεξοδικότατη ανάλυση βασισμένη στις αλάνθαστες αρχές του ιστορικού και διαλέχτικού υλισμού. Δημοσιεύεται μέσα στα πλαίσια του (αμεσο)δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, παρά τις επιμέρους διαφωνίες που συμπυκνώνονται στην παρακάτω αταλάντευτη θέση: Ζωή τέλος, Πειθαρχία μαγική!!!

Συνέλευση στις 6

Η αίθουσα των συνελεύσεων είχε καιρό να γεμίσει τόσο πολύ.


Είχε μαζευτεί κόσμος από όλες τις πόλεις, μετά από το πανελλαδικό κάλεσμα που απηύθυνε η Πρωτοβουλία Αντιμπατσικών Συνθημάτων Θεσσαλονίκης (Π.Α.Σ.Θ.), προκειμένου να αποφασιστούν κάποιες συντονισμένες δράσεις ως απάντηση στα απανωτά χτυπήματα εναντίoν των αναρχικών/ αντιεξουσιαστικών συνθημάτων που είχαν σημειωθεί τον τελευταίο καιρό. Ως συνήθως, μέσα στην αίθουσα είχαν δημιουργηθεί οι γνωστές παρέες συνθημάτων. Στις πρώτες-πρώτες σειρές καθισμάτων, με περίσσια άνεση στο χώρο, την είχαν πέσει τα αντιμπατσικά και τα αντικρατικά. Πίσω-πίσω, και κοιτώντας γύρω τους με κάποια καχυποψία είχαν μαζευτεί κάποια αντικαπιταλιστικά. Στη μέση, καθισμένα σε κύκλο καθόντουσαν καμιά δεκαριά ταξικά και σιγομουρμούριζαν αναμετάξυ τους. Τα υπόλοιπα καθίσματα είχαν καταληφθεί διάσπαρτα από αντιφά, ενώ έξω από την πόρτα είχαν ψιλοστήσει καβγά τα οπαδικά, που αρνούνταν πεισματικά να περάσουν μέσα. Ανάμεσα στα καθίσματα, χαρούμενα τρικάκια έτρεχαν εδώ κι εκει μυρίζοντας το ένα το άλλο και μασουλώντας πότε-πότε κανένα σκουπιδάκι που έβρισκαν τυχαία στο βρώμικο πάτωμα. 


Η ώρα περνούσε και η μουρμούρα δεν φαινόταν να σταματάει. Πολλά συνθήματα είχαν καιρό να εμφανιστούν στους τοίχους και είχαν βρει την ευκαιρία τώρα να ενημερωθούν για τις εξελίξεις. Το Μπα-Γου-Δο, γνωστό και μουράτο σύνθημα του χώρου και με εμπειρία χρόνων, είδε πως κάποιος έπρεπε να κάνει την αρχή. Σηκώθηκε και ακούμπησε με δύναμη το κράνος του στο θρανίο. Ξερόβηξε τρεις φορές. Αμέσως, απλώθηκε σιωπή και τα μάτια στράφηκαν πάνω του.

«Λοιπόν σύντροφοι…


-  Και συντρόφισσες! Πετάχτηκε ένα αντισεξιστικό σύνθημα από τη γωνιά του.


… και συντρόφισσες, καλά κάνει και με διορθώνει. Λοιπόν, καλέσαμε αυτή τη φάση, γιατί τα πράγματα έχουν χοντρύνει και ο χρόνος μας τελειώνει. Πρέπει να προλάβουμε τις εξελίξεις, καθώς όπως ξέρουμε, όποιος δε δρα άμεσα, μετά το μετανιώνει. Εμείς εδώ ως ΠΑΣΘ, έχουμε σκεφτεί κάποια πράγματα, αλλά είναι δύσκολη η κατάσταση και δε θέλαμε να είμαστε μόνοι. Οι ιδέες που υπάρχουν είναι πολλές, μπορούν  να γίνουν πορείες, να στηθεί καμιά συναυλία, μια μικροφώνι-


«..Συγγνώμη, σύντροφε, αλλά νομίζω ότι πολλοί και πολλές εδώ μέσα, και ειδικά όσοι και όσες συμμετέχουμε σε αντιφά συνελεύσεις θα συμφωνήσουν μαζί μου ότι αυτά τα πράγματα καλό είναι να γίνονται μεν, αλλά σε τέτοιους καιρούς πρέπει να αναζητήσουμε και άλλους τρόπους δράσης», είπε το Τσακίστε-Τους-Φασίστες-Σε-Κάθε-Γειτονιά, διακόπτοντας το Μπα-Γου-Δο. «Καταρχάς, πρέπει ο καθένας και η καθεμία εδώ μέσα, πιστεύω, να τοποθετηθεί ως προς το πού εντοπίζει το πρόβλημα. Γιατί τα ζητήματα είναι πολλά. Για μένα, ας πούμε, βασικό πρόβλημα είναι ότι πλέον στις πορείες κανείς δε φωνάζει συνθήματα. Ακόμα κι όταν φωναζόμαστε κάποια, βλέπω ότι είμαστε συνεχώς τα ίδια και τα ίδια. Ας αναλογιστούμε λοιπόν και την ατομική μας ευθύνη. Επίσης, επειδή έχω πάει σε πορείες και πορείες, σε πολλές γειτονιές, πολλών πόλεων, βλέπω ότι υπάρχουν νέα συνθήματα, με πολλή δυναμική, που σκάνε μύτη σε τοίχους και σε μικρές πορείες, αλλά ξενερώνουν με τη φάση μας και με την αδράνεια που παίζει γενικότερα. Τελοσπάντων, αυτά από μένα για την ώρα. Θα ξαναμιλήσω και αργότερα. Γενικά, αν γίνεται, να μιλήσουμε όλοι και όλες, με μία σύντομη και ολοκληρωμένη τοποθέτηση, για να μη χαωθούμε».


« Εντάξει, ρε φίλε.» Απάντησε το Εικοσιτετράωρο-της-υποταγής . «Εσύ συμμετέχεις σ’ ένα σωρό συνελεύσεις κι έχεις άλλη εμπειρία από αυτές τις καταστάσεις. Ρισπέκτ, δε λέω, αλλά κάποιοι και κάποιες από εμάς, τώρα μαθαίνουμε τη διαδικασία και χρειαζόμαστε κάποιο χρόνο για να.. εξοικειωθούμε.» Κατέληξε μ’ ένα χασμουρητό. 


«Εε…» Τα μάτια στράφηκαν πάλι στις πρώτες σειρές, καθώς το λόγο πήρε το ΕΛΑΣ-ελλήνων-αστυνομικών. «Συγγνώμη που μιλάει πάλι σύνθημα από την ίδια ομάδα, απλά ήθελα να βάλω δυο τρία πραγματάκια σε σχέση μ’ αυτά που είπε ο σύντροφος απ’ τους αντιφά. Γιατί κι εγώ, ας πούμε, βλέπω ότι κάποια προβλήματα είναι πιο σημαντικά, ας πούμε. Όχι ότι διαφωνώ, ας πούμε, μ’ αυτά που είπε ο σύντροφος,  αλλά εντάξει για μένα, και δυο και τρία συνθήματα να είμαστε, αν κατεβούμε δυναμικά, και φωναχτούμε και γραφτούμε στους τοίχους και πούμε ότι θα είμαστε εκεί, για μένα ας πούμε αυτό έχει σημασία. Αλλά, παιδιά, μη γελιόμαστε, το θέμα είναι να καταφέρουμε να φτάσουμε ως εκεί. Γιατί, έτσι όπως έχει πάει η φάση με τα τσουτσέκια τους μπάτσους, που όλο πι μας κάνουνε, άντε να καταφέρει κανείς να γράψει σύνθημα, έτσι;  Οπότε για μένα σ’ αυτό πρέπει να εστιάσουμε, στο πώς ας πούμε θα σπάσουμε τη φάση με τους μπάτσους, για να φτάνουμε στα αυτιά του κόσμου και στους τοίχους».


Μετά από αυτά τα λόγια, απλώθηκε στην αίθουσα η γνωστή αμήχανη σιωπή. Κάποια ταξικά συνθήματα συνέχιζαν να μουρμουρίζουν μεταξύ τους, ενώ πού και πού ακουγόταν κανένα πνιγμένο ρέψιμο απ’ τα οπαδικά που είχαν αράξει στα περβάζια των παραθύρων. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα ένα αντιιμπεριαλιστικό σύνθημα, κάθιδρο και φορτωμένο με έναν κουβά αφισοκόλλησης. Πολλά μάτια γύρισαν απηυδισμένα.


«Όχι ρε πούστη μου, είδε την αφίσα», ψιθύρισε το Ακουστετό-καλά-ανθρωποφυλακές, αλλά αρκετά δυνατά, ώστε να προκληθούν κάποια γελάκια στις πίσω σειρές.


«Σύντροφοι!» Φώναξε το αντιιμπεριαλιστικό σύνθημα και πήρε μια μεγάλη ανάσα. «Κυβέρνηση και Ε.Ε. καταπατούν κατάφωρα τα κεκτημένα συνθηματικά μας δικαιώματα. Πρέπει και ήρθε η ώρα να δράσουμε. Εμείς τα συνθήματα ανήκουμε σε όλο το λαό, δεν μπορούν να μας φιμώσουν! Προτείνουμε κάλεσμα για συγκεντρώσεις σε όλες τις μεγάλες πλατείες της χώρας για να τους δείξουμε τη δύναμή μας! Επίσης προτείνουμε μαζικό μποϊκοτάζ στα ξενόφερτα προϊόντα. Δεν αγοράζουμε σπρέι που παρασκευάζονται στην Αμερική!».


«Σιγά μη τ’ αγοράσουμε ρε ψηλέ. Γιου νόου ψείρισμα;» Πετάχτηκε το Καιρός-να-δούμε-τις-τράπεζες-καμμένες.  Τρανταχτά γέλια γέμισαν την αίθουσα. Το αντιιμπεριαλιστικό πήγε κάτι να πει, ανοιγόκλεισε το στόμα καμιά δυο φορές, αλλά είδε πως ήταν μάταιο. Σήκωσε τον κατακόκκινο κουβά του και αποχώρησε άδοξα από την πίσω πόρτα.


«Εχμ.. Μετά από αυτή την ενδιαφέρουσα παρέμβαση, θα ήθελα κι εγώ να πω δυο λόγια..» Όλα τα συνθήματα γύρισαν έκπληκτα. Μόλις είχε μιλήσει ένα σύνθημα απ’ τα πιο παλιά στο χώρο, που ανήκαν στην Σιτουασιονιστική Κίνηση Μάης του ’68. Συνήθως, σε τέτοια σκηνικά, τα μέλη της Κίνησης παρακολουθούσαν την κουβέντα σιωπηλά, καπνίζοντας με στωικότητα. Το σύνθημα έστρωσε το γκριζαρισμένο μούσι του και καθάρισε το λαιμό του:


«Ω. Καημένα συνθήματα των τοίχων. Ποιος θα σας το ‘λεγε πως το ‘χε η μοίρα σας να καταλήξετε κόβερ πίκτσουρ;

Καημένα συνθήματα που κάποτε  ομορφαίνατε μια πόλη,

πώς θα καταφέρετε να ομορφύνετε μια οθόνη;

Συνθήματα που δείχνατε

πόση αλήθεια μπορεί να χωρέσει μια ομοιοκαταληξία

Και τώρα τα λάικ, τα κόμμεντ και τα σερ σας δίνουν μόνο αξία!» 


«Μπράβο, συντρόφισσα» αναφώνησε ενθουσιασμένο το Μπα-γου-δο, «όπως πάντα, η ποιητικότητά σου με σκλαβώνει!»


«Πειθαρχία τέλος, ζωή μαγική.», απάντησε, κλείνοντας το μάτι, το σιτουασιονιστικό σύνθημα. 


Κι έτσι, σιγά-σιγά, η συζήτηση απέκτησε ροή και κύλησε για ώρες. Τα συνθήματα ήταν αποφασισμένα να μη φύγουν από την αίθουσα, αν δε βρουν πρώτα μια λύση. Έκατσαν και συζήτησαν με τις ώρες, θυμήθηκαν τις παλιές τους δόξες και ονειρεύτηκαν καινούριες. Το ξημέρωμα τα βρήκε μ’ ένα χαμόγελο αγαλλίασης στα χείλη, ανάμεσα σε άπειρα κουτάκια μπύρες που είχαν πιει για να βγει η βραδιά – λένε πως το Μπα-γου-δο κατέβασε μονάχο του ένα κασόνι! Το σχέδιο είχε στηθεί…


Μια βδομάδα αργότερα, ένα από αυτά τα πρώτα δροσερά καλοκαιριάτικα πρωινά, μια μεγάλη έκπληξη περίμενε τους ανθρώπους των πόλεων. Όλα τα συνθήματα που είχαν ποτέ γραφτεί, ενώθηκαν σ’ ένα απέραντο, τσουρουφλιστό μείγμα. Ξεχύθηκαν στο δρόμο σαν μαυροκόκκινη λάβα που κατάπινε κτίρια, λεωφόρους, αυτοκίνητα. Έκαιγε πατόκορφα εκκλησίες, τράπεζες, δικαστήρια. Τα σχολεία και οι φυλακές κατέρρεαν και έλιωναν σαν τα κεράκια, πλάι σε κλούβες, τμήματα, δημαρχεία, ενεχυροδανειστήρια, σούπερ μάρκετ, πολυκαταστήματα, ασφαλιστικά γραφεία. Κι όλα τα συνθήματα που είχαν ποτέ φωναχτεί, ενώθηκαν σ’ ένα απέραντο, εκκωφαντικό βουητό. Ξεχύθηκαν στο δρόμο σαν ένα αέναο ουρλιαχτό που κάλυψε τους θορύβους των πόλεων. Σκέπασε τις κόρνες και τις σειρήνες, έπνιξε τις φωνές των δημοσιογράφων που πήγαιναν να φωνάξουν βοήθεια, λίγο πριν η λάβα αφανίσει τα κτίρια των καναλιών τους, γέμισε σαν τραγούδι τον ουρανό και τα σπίτια, για να μην ακουστεί ούτε μια διαφήμιση, ούτε ένα ηλίθιο αστείο απ’ τις οθόνες και τα ραδιόφωνα εκείνη τη μέρα. Ένα-ένα όλο και περισσότερα συνθήματα βουτούσαν ενθουσιασμένα σ’ αυτό το μεθυστικό αυτοκαταστροφικό χορό. Το Μπα-γου-δο κοίταξε συγκινημένο γύρω του, τις φωτιές, τις αναθυμιάσεις, τους ανθρώπους μισο-αλαφιασμένους, μισο-ανακουφισμένους. «Αχ αυτό το κίνημα… όσο με πληγώνει, τόσο με πορώνει…», μουρμούρισε αινιγματικά κι έπεσε με φόρα στη λάβα. 


Ύστερα, οι φωτιές καταλάγιασαν σιγά σιγά και το βουητό σίγησε. Οι μνήμες των πόλεων έπρεπε να ξαναγραφτούν. Όμως τους ανθρώπους δεν έδειχνε να τους απασχολεί αυτό. Περπατούσαν στο δρόμο, κρατώντας η μία το χέρι του άλλου και κατηφορίζοντας χαρωπά, λουσμένοι μέσα στο φως του ήλιου, προς την πλησιέστερη παραλία… Όπως έλεγε άλλωστε το ένα και μοναδικό σύνθημα, που είχε απομείνει να καλύπτει με θράσος την πινακίδα που σηματοδοτούσε την έξοδο της πόλης :


«Η λύση είναι μία

 Πάμε παραλία.»

4/4/14

Για την ορθή χρήση της κόκκινης σημαίας

Φωτογραφία: για τη σωστή χρήση της κόκκινης σημαίας
Τα λόγια είναι περιττά...

Οι κόκκινες σημαίες των παππούδων μας
βρίσκονται καλά κρυμμένες τόσα χρόνια
στ’ ανήλιαγα υπόγεια της λαβωμένης ελπίδας,
μέσα σε παλιά ξύλινα κιβώτια από πολεμοφόδια,
προσμένοντας τα χέρια που θα τις σηκώσουν στον ήλιο.

Είναι  διπλωμένες σφιχτά, σαν γροθιές,
δίπλα στα σκουριασμένα μέταλλα της επανάστασης.
Μυρίζουν έλατο και μπαρούτι.
Κρύβουν στο αίμα τους επιθανάτιους ρόγχους
και διαθήκες υπόσχεσης.
Περιμένουν.

Θ.Κ.Ν.

το ποίημα είναι αλιευμένο από: http://stithaghi.blogspot.gr/

16/3/14

Μια μαρξιστική προσέγγιση του στρουμφοκομμουνισμού


αλιευμένο από mainstream ιστολόγιο:

"Σύμφωνα με την εργασία του J. Marc Schmidt 'Socio-Political Themes in the Smurfs', τα Στρουμφάκια δεν είναι παρά το πρότυπο μιας μαρξιστικής (ουτοπικής;) κοινωνίας...
Ιδού τα κυριότερα σημεία της (μεταφρασμένα και διασκευασμένα όπου χρειάζεται):

Το Στρουμφοχωριό είναι το ιδανικό μοντέλο μιας σοσιαλιστικής κομμούνας. Είναι αυτάρκες, και η γη δεν ανήκει σε άτομα, αλλά σε ολόκληρη την κομμούνα που αποτελούν τα Στρουμφάκια, αν μπορεί να χρησιμοποιηθεί η λέξη 'ανήκει'. 


Ο Μπαμπα-Στρούμφ συμβολίζει τον Καρλ Μαρξ: δεν είναι ο αρχηγός των Στρουμφ, αλλά ένα ίσο μέλος, το οποίο τα υπόλοιπα Στρουμφ σέβονται για την ηλικία και τη σοφία του. Άλλωστε, και λόγω του παρουσιαστικού του (γενειάδα κλπ.) θα μπορούσε να θεωρηθεί και μια καρικατούρα του Καρλ Μαρξ. Επίσης, φοράει κοκκινη φόρμα, το παραδοσιακό χρώμα του σοσιαλισμού (όχι στην Ελλάδα). Ο Σπιρτούλης (Brainy Smurf) συμβολίζει τον Τρότσκι: Είναι ο μόνος στο χωριό που μπορεί να προσεγγίσει τη σοφία του Μπαμπα-Στρουμφ και είναι στοχαστής. Με τα στρογγυλά του γυαλιά, μας κάνει να σκεφτούμε ότι αποτελεί εν ταυτώ και μια καρικατούρα του Τρότσκι. Συχνά βρίσκεται απομονωμένος, γελοιοποιείται και εκδιώκεται από το χωριό για τις ιδέες του. Φυσικά, ο Τρότσκι εξορίστηκε από την ΕΣΣΔ. 

Παρά τα διαφορετικά επαγγέλματα και ιδιότητες που έχουν τα Στρουμφάκια, όλα είναι απολύτως ίσα. Μπορεί οι ασχολίες ορισμένων Στρουμφ, όπως των Farmer Smurf, Handy Smurf (ο γνωστός Προκόπης) κλπ. να είναι πιο σημαντικές από άλλων, όπως των Clumsy Smurf (Σκουντούφλης), Grouchy Smurf (Γκρινιάρης) και Lazy Smurf (Χουζούρης), όμως δεν φαίνεται να υπάρχει το αίσθημα ότι κάποια Στρουμφ είναι ανώτερα ή κατώτερα από άλλα εξαιτίας της ασχολίας ή των ικανοτήτων τους -τελικά όλοι είναι πρωτευόντως Στρουμφ!! 


Από οικονομικής άποψης, το Στρουμφοχωριό είναι μια κλειστή αγορά. Δεν υπάρχουν χρήματα και όλα τα αγαθά είναι κτήμα της κομμούνας. Όλοι είναι εν ταυτώ εργάτες και ιδιοκτήτες. Τα Στρουμφ απορρίπτουν την ιδέα της ελεύθερης αγοράς, με την απληστεία και τις ανισότητες: η κομμούνα είναι πιο σημαντική από τα υποκείμενα. Το όλο είναι κάτι περισσότερο από το απλό άθροισμα των μερών. 

Όλα τα στρουμφάκια απευθύνονται το ένα στο άλλο με τον ίδιο τίτλο, ήτοι 'στρουμφ', ενώ και στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο όλα τα ονόματα περιέχουν το συνθετικό 'στρουμφ'. Αυτό θυμίζει πολύ τη χρήση της κλητικής προσφώνησης 'σύντροφε' στα σοσιαλιστικά κράτη. 

Προς ενίσχυση της ιδέας της πλήρους ισότητας, όλα τα Στρουμφάκια φορούν την ίδια λευκή φόρμα εργασίας, που μαζί με τα καπελάκια και το μπλε δέρμα θυμίζει πολύ τη στολή εργασίας του Μάο, πολύ διαδεδομένη στη Μαοϊκή Κίνα. 


Μέσα στο πνεύμα του γνήσιου Μαρξισμού, τα Στρουμφάκια είναι άθεοι. Δεν υπάρχει θεός, και δεν υπάρχει στρουμφάκι-παπάς. Υπάρχουν μόνο οι πραγματικές δυνάμεις της φύσης και της φυσικής, που αντιπροσωπεύονται μεταφορικά από τους χαρακτήρες της Μητέρας Φύσης και του Πατέρα Χρόνου. Ακόμη, η μαγεία, όπου αυτή χρησιμοποιείται, αποτελεί απλό εργαλείο, χωρίς να χρησιμεύει για κάποια υπερφυσική ερμηνεία του Σύμπαντος. 

Ο κακός μάγος Δρακουμέλ ή Γκαργκαμέλ (Gargomel) συμβολίζει τον καπιταλισμό. Ενσαρκώνει βασικά όλα τα κακά του καπιταλισμού. Είναι άπληστος, δεν ορρωδεί προς ουδενός και ενδιαφέρεται μόνο για την προσωπική του καλοπέραση. Αυτό συμβαίνει όταν το άτομο καθιστά τον εαυτό του πιο σημαντικό από την κοινωνία μέσα στην οποία ζει. Όχι τυχαία, δεν είναι πάρα ένας τρελός γέρος χωρίς πραγματικούς φίλους. 

Τί θέλει να κάνει ο Δρακουμέλ με τα Στρουμφάκια; Έχει δύο ιδέες: η πρώτη είναι να τα φάει. Αυτό είναι ασυνήθιστο, καθώς τα Στρουμφ είναι μικρά και σπάνια και δεν θα τον χορτάσουν. Υπάρχει μια μεταφορική ερμηνεία: θέλει να εξαλείψει το σοσιαλισμό, όπως η δύση ήθελε να εξαλείψει την ΕΣΣΔ και τους δορυφόρους της κατά τον Ψυχρό Πολεμο, ακολουθώντας κυκλωτική τακτική αποκλεισμού. Η δεύτερή του ιδέα (ως γνήσιου καπιταλιστή) είναι να μετατρέψει τα στρουμφάκια σε εμπόρευμα. Όπως κάθε καπιταλιστής κατά το πρότυπο του Adam Smith βρίσκεται στη φυσική του κατάσταση, να θέλει δηλ. όσα περισσότερα χρήματα μπορεί να αποκτήσει. 

Ο Δρακουμέλ είναι κακός, ψυχρός και τελείως κενός ως άνθρωπος. Αυτό συμβαίνει γιατί στη ζωή του δεν υπάρχει τίποτε άλλο από την ασταμάτητη αναζήτηση απόκτησης πλούτου και αγαθών. 

Η γάτα του Δρακουμέλ, η Ψιψινέλ (Azrael) συμβολίζει το εργάτη μέσα στην ανελέητη κοινωνία της ελεύθερης οικονομίας, το σπίτι δηλ. του Δρακουμέλ. Δεν διαμαρτύρεται, αλλά δεν έχει και δικαίωμα να παραπονεθεί. Δεν μπορεί να διαπραγματευτεί την αμοιβή του: τρώει ό,τι του πετάει ο αφέντης του. Είναι σε πολύ χειρότερη κατάσταση από το Δρακουμέλ, και μεταφορικά αποτελεί το προλεταριάτο, ενώ ο Δρακουμέλ τη μπουρζουαζία. Η Ψιψινέλ γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Ρισκάρει τη ζωή της μαχόμενη και κυνηγώντας για τον αφέντη της, και δεν έχει τη διανοητική ικανότητα να αμφισβητήσει το status quo -όπως ακριβώς συνέβαινε παλαιότερα, που οι εργάτες υπέμεναν τη μοίρα τους επί αιώνες, γιατί δεν είχαν πρόσβαση στην εκπαίδευση, και δεν είχαν άλλη εναλλακτική από τη δουλειά για τα αφεντικά. 

Πάντως, τα Στρουμφάκια δεν αποτελούσαν προπαγάνδα υπέρ της ΕΣΣΔ: η κοινωνία τους δεν έχει σχέση με το είδος του 'σοσιαλισμού' που εφαρμοζόταν στην ΕΣΣΔ, αλλά αποτελεί μια καθαρά ουτοπική μαρξιστική κοινωνία. Αυτό γίνεται φανερό και από την έλλειψη στρατού η αστυνομίας στο Στρουμφοχωριό! Στις σπάνιες περιπτώσεις που χρειάζεται, συγκροτούν δική τους πολιτοφυλακή για να αντιμετωπίσουν απειλές. Πέρα από αυτό αποτελούν το ακριβώς αντίθετο του αστυνομικού κράτους."


φασίστες τη στουμφήσατε!!!!

και για πιο μερακλήδες, η Λίτσα Πατέρα μέσω της αλάνθαστης αστρολογικής ιστορικο-διαλεχτικής μεθόδου προβλέπει την κατάρρευση του καπιταλισμού και το θρίαμβο ενός νέου κομμουνισμού:

23/2/14

Παλιά και Νέα Αναρχία...


η παλιά αναρχία:



και η νέα αναρχία: