1/9/15

Προδημοσίευση: με τη μάχη στο αίμα τους

Ο Ουινστον Τσόρτσιλ και μπάτσοι στην πολιορκία της οδού Σίδνευ


Κεφάλαιο από την υπό (συμπληρωμένη) επανέκδοση του ΜΕ ΤΗ ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥΣ που θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβρη από τον Δαίμονα του Τυπογραφείου.

Πίτερ ο ζωγράφος (1)


Στις 3 Γενάρη 1911 οι φλόγες της ρώσικης επανάστασης έφτασαν ως την οδό Σίδνεϋ του ανατολικού Λονδίνου, όταν η αστυνομία επιχείρησε να συλλάβει αναρχικούς ληστές, ρώσικης καταγωγής. Μετά από ώρες άγριας ανταλλαγής πυρών, και αφού ο τότε υπουργός εσωτερικών Ουίνστον Τσόρτσιλ διέταξε ακόμα και τη χρήση πυροβολικού, δύο εκ των μελών της ομάδας βρέθηκαν νεκροί. Ο τρίτος όμως, ο φερόμενος ως αρχηγός, επονομαζόμενος «Πίτερ ο ζωγράφος» ή Πίτερ Πιατκόφ, δεν βρέθηκε πουθενά. Ο αστυνομία τον αναζήτησε εντατικά, φτάνοντας να τυπώσει και αφίσες με τη φωτογραφία του. Όμως, ο διαβόητος αναρχικός από τη Ρωσία δεν εντοπίστηκε, ενώ η πραγματική ταυτότητά του παρέμεινε μυστήριο για χρόνια. 

Σχεδόν έναν αιώνα μετά, το 1903, ο ιστορικός Φίλιπ Ρουφ τεκμηρίωσε ότι επρόκειτο για τον λετονό αναρχικό Ζάνις Ζάκλις, γεννημένο το 1883 στη μικρή πόλη Σάλντους. Το 1901 είχε εγκαταλείψει τις σπουδές του εντασσόμενος σε παράνομες σοσιαλδημοκρατικές ομάδες. Το 1903 αναγκάστηκε να διαφύγει στο Μπαμπρούσκ της Λευκορωσίας όταν φίλος του, μετά από βασανιστήρια που υπέστη από την αστυνομία, τον υπέδειξε ως τον συγγραφέα και διακινητή επαναστατικών προκηρύξεων. Στο Μπαμπρούσκ συνελήφθη μετά τα βίαια επεισόδια της πρωτομαγιάς του 1904. Όταν αφέθηκε ελεύθερος συμμετείχε στην ίδρυση του λετονικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος.

Στις 13 Γενάρη 1905 μια εργατική διαδήλωση στη Ρίγα βαφόταν στο αίμα από την τσαρική αστυνομία, αφήνοντας πίσω της 64 νεκρούς. Ήταν το έναυσμα της επανάστασης του ’05 στη Λετονία. Ο Ζάκλις πέρασε οριστικά στην παρανομία και ποτέ πια δεν θα αναφερόταν με το κανονικό του όνομα. Πλέον ήταν γνωστός ως «Επόπτης», παίρνοντας αυτό το όνομα από ένα γνωστό λετονικό μυθιστόρημα όπου ένας ληστής αποσπά μεγάλα χρηματικά ποσά από γαιοκτήμονες υποκρινόμενος τον επόπτη. 


Αναδείχτηκε σε επικεφαλής του «Τεχνικού Τμήματος» της κεντρικής επιτροπής των σοσιαλδημοκρατών, υπεύθυνος για την τεροριστική δράση. Του ανατέθηκε η συγκέντρωση όπλων και χρημάτων. Μια δύναμη διακοσίων ανδρών απαλλοτρίωνε οπλισμό από οπλοστάσια και στρατιωτικές περιπόλους. Σύντομα έγινε ο διοικητής των ομάδων μάχης. Την πρωτομαγιά του 1905, παρά την επίσημη γραμμή του κόμματος για αναδίπλωση της τεροριστικής δράσης λόγω του φόβου για διολίσθηση σε αναρχίζουσες πρακτικές, ο Ζάκλις μαζί με τον Πέτερις Λάπσα συντόνισε πολύνεκρες βομβιστικές επιθέσεις κατά αστυνομικών περιπόλων.

Η τεροριστική δράση συνεχίστηκε αναγκάζοντας τις τσαρικές αρχές να επιβάλουν τον Αύγουστο καθεστώς εκτάκτου ανάγκης και να συλλάβουν πολλούς επαναστάτες, καταδικάζοντας δύο απ’ αυτούς σε θάνατο. Ο Ζάκλις διεύθυνε δύναμη 52 επαναστατών (σοσιαλδημοκρατών και μελών της εβραϊκής Μπουντ) που στις 7 Σεπτέμβρη επιτέθηκαν στην Κεντρική Φυλακή της Ρίγα για να απελευθερώσουν τους συντρόφους τους. Τέσσερις ομάδες εισέβαλαν στο εσωτερικό της φυλακής πετυχαίνοντας τον σκοπό τους. Ήταν μια από τις μεγαλύτερες νίκες του επαναστατικού ’05.


Η περίοδος Οκτώβρη-Νοέμβρη 1905 ήταν μια εποχή έντονων συγκρούσεων. Η Ρίγα βρισκόταν υπό ένα ιδιότυπο καθεστώς δυαδικής εξουσίας· των τσαρικών αρχών αλλά και ταυτόχρονα της εργατικής Ομοσπονδιακής Επιτροπής. Οι τοπικές Μαύρες Ταξιαρχίες προετοίμαζαν πογκρόμ κατά του εβραϊκού πληθυσμού για τις 22 Οκτώβρη, κάτι όμως που ακυρώθηκε από τη μαχητική δράση του Ζάκλις και των συντρόφων του. Οι λετονοί επαναστάτες, με άγριες μάχες στους δρόμους, κατάφεραν να τσακίσουν τις αντιδραστικές Μαύρες Ταξιαρχίες. Κατά τον ίδιο τρόπο προστατεύτηκαν οι εβραϊκές κοινότητες σε Κίεβο, Κίσινεφ και άλλες πόλεις της ρώσικης αυτοκρατορίας. 


Καθεστώς εκτάκτου ανάγκης επιβλήθηκε εκ νέου τον Δεκέμβρη όταν η λετονική ύπαιθρος πήρε φωτιά. Οι επαύλεις των γαιοκτημόνων παραδίδονταν στις φλόγες ενώ ολόκληρες πόλεις καταλήφθηκαν μετά από μάχες. Στις 24 Νοέμβρη ο Ζάκλις πήγε μαζί με τον Λάπσα στο Σκρίβερι και οργάνωσαν την επίθεση κατά της έπαυλης του φον Χένινγκ, κυβερνήτη-στρατηγού της Ρίγα. Η έπαυλη πυρπολήθηκε και ο Χένινγκ εκτελέστηκε. Οι επαναστάτες κατάφεραν να αποκρούσουν την αντεπίθεση που οργανώθηκε από τον στρατηγό Στερν και μόλις την 1η Δεκέμβρη κατάφεραν οι ισχυρές κυβερνητικές ενισχύσεις να επιβληθούν επί της εξέγερσης στο Σκρίβερι. Τα αντίποινα ήταν ιδιαιτέρως αιματηρά και ο στρατός εκτέλεσε εκατοντάδες λετονούς χωρικούς. 


Ο Ζάκλις υιοθετούσε όλο και βιαιότερες πρακτικές, απομακρυνόμενος από τους σοσιαλδημοκράτες συντρόφους του. Στις 20 Δεκέμβρη οργάνωσε επιδρομή στο εργοστάσιο Προβόντνικ όπου είχε στρατοπεδεύσει σώμα ρώσων δραγόνων (2), επιδιδόμενο σε αγριότητες. Για να δώσουν τέλος στις κτηνωδίες κατά των εργατών (ακόμα και βιασμούς εργατριών), οι επαναστάτες έπιασαν στον ύπνο τους δραγόνους, σκοτώνοντας δεκαεπτά και τραυματίζοντας είκοσι από αυτούς. Απαλλοτριώθηκε το σύνολο του οπλισμού τους. Το κόμμα, δυσαρεστημένο από την ανεξέλεγκτη δράση του Ζάκλις, τον αντικατέστησε με τον Μάρτιν Λούθερ Μπόμπισας. 


Σύντομα μετά το Προβόντνικ συνελήφθη ο Φρίσις Σβαρς, στενός συνεργάτης του Ζάκλις που έμελλε να σκοτωθεί στο Λονδίνο το 1911. Συνελήφθη επίσης ο Μπόμπισας, διάδοχος του Ζάκλις στη διεύθυνση των σοσιαλδημοκρατικών ομάδων μάχης. Στις 17 Γενάρη, οπλισμένη ομάδα επαναστατών επιτέθηκε μέρα μεσημέρι στο κτίριο της Ασφάλειας στη Ρίγα, απελευθερώνοντας τους συλληφθέντες συντρόφους.


Μετά από αυτή την παράτολμη ενέργεια, κι ενώ τα πράγματα τη Λετονία δυσκόλευαν, ο Ζάκλις με ομάδα συντρόφων μετέφερε τη δράση του στην καρδιά της ρώσικης αυτοκρατορίας, στην Πετρούπολη. Στόχος τους τα τραπεζικά καταστήματα και τα ταχυδρομεία, με σκοπό τη χρηματοδότηση της ανασυγκρότησης του κινήματος πίσω στη Λετονία. Επόμενος σταθμός τους ήταν το Ελσίνκι της Φινλανδίας όπου και εκεί συνέχισαν την απαλλοτριωτική τους δράση. Κατόπιν, η δυτική Ευρώπη όπου οργάνωσαν την αποστολή φορτίων όπλων στη Λετονία. Με μια τελευταία στάση στην Ελβετία επέστρεψαν πίσω στη χώρα τους. Μια ιδεολογική μετάλλαξη είχε όμως συντελεστεί. Ο Ζάκλις και οι σύντροφοί του, απογοητευμένοι από τη στάση των σοσιαλδημοκρατών, ενστερνίστηκαν τις αναρχικές αντιλήψεις.


Με την επιστροφή στη Λετονία, εκτός από την τεροριστική δράση, άρχισε η αναρχική οργανωτική συγκρότηση και προπαγανδιστική δουλειά. Εκδόθηκε η εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ καθώς και αναρχικά μανιφέστα και μπροσούρες. Όμως ήδη το ρώσικο κράτος είχε αρχίσει να περνάει στην αντεπίθεση. Στις 14 Αυγούστου 1906, οι αναρχικοί Κάρλις Κρίεβινς και Άννα Κάουνε, μέλη της ομάδας, περικυκλώθηκαν από την αστυνομία σε σπίτι της οδού Στάμπου. Αρνούμενοι να παραδοθούν έδωσαν πολύωρη μάχη μέχρι και το ξημέρωμα της επόμενης μέρας, όταν έπεσαν νεκροί. Ήταν η συνηθισμένη πρακτική των αναρχικών να μην παραδίδονται, κάτι που επαναλήφθηκε άπειρες φορές στη Λετονία, όπως και στις άλλες επαρχίες της ρώσικης αυτοκρατορίας. Ήταν το ίδιο μοτίβο ως και την πολιορκία της οδού Σίδνεϋ στο Λονδίνο. 


Στα τέλη του 1906 ο Ζάκλις αναγκάστηκε, ως Πίτερ Πιατκόφ, να καταφύγει στις ΗΠΑ όπου και τραβήχτηκε η “διάσημη” φωτογραφία του που χρησιμοποιήθηκε στην αφίσα με την οποία αργότερα τον επικήρυξε η βρετανική αστυνομία. Στις ΗΠΑ συνάντησε ξανά τον Φρίσις Σβαρς, τον σύντροφό του τον οποίο είχε απελευθερώσει από την Ασφάλεια της Ρίγα, καθώς και άλλους λετονούς αναρχικούς. Τον Φλεβάρη του 1908, οι Ζάκλις, Σβαρς και Χαρτμάνις λήστεψαν δύο εμπόρους στο Γουόμπερν της Μασαχουσέτης, τραυματίζοντας στην καταδίωξη που ακολούθησε δύο αστυνομικούς. 


Την άνοιξη του 1908 η ομάδα αποφασίζει να επιστρέψει στην Ευρώπη. Τρία μέλη της ληστεύουν τον Απρίλιο μια τράπεζα στο Λανκασάιρ της Αγγλίας ενώ ο Ζάκλις βρίσκεται στη Γαλλία όπου σπουδάζει ιατρική και χημεία. Δεν ξεχνούν όμως τον βασικό τους στόχο που είναι η επιστροφή και η δράση στη Λετονία. Μέλη της ομάδας επιστρέφουν μεταφέροντας οπλισμό και έντυπο υλικό για να συγκροτήσουν τον «ΕΚΔΙΚΗΤΗ / Ομοσπονδία Αναρχικών Ομάδων Βαλτικής». Κάποιοι απ’ αυτούς συλλαμβάνονται, δύο όμως (οι Άλφρεντ Τζιρκάλις και Γιούρις Λάιβινς) καταφέρνουν να αποδράσουν, για να τους ξαναβρούμε τρία χρόνια αργότερα στα αιματηρά γεγονότα του Λονδίνου.  


Στο Λονδίνο βρίσκεται ο Σβαρς. Μαζί με τους Χαρτμάνις, Σμόλερ, Βασίλεβα και Σοκόλοβ συγκροτούν την αναρχική ομάδα ΦΛΟΓΑ. Σε λίγο καταφθάνουν και οι δύο δραπέτες της Ρίγα και παράλληλα με την προπαγανδιστική δράση ξεκινούν τις απαλλοτριώσεις. Τους αποδίδονται, αυτή τη χρονική περίοδο, τρεις τουλάχιστον διαρρήξεις σε κοσμηματοπωλεία, με τη μέθοδο του ριφιφί. 


Τον Οκτώβρη του 1910 έρχεται και ο Ζάκλις ενώ ήδη από τον Νοέμβρη η ρώσικη αστυνομία διαθέτει αναφορές για σχεδιαζόμενο συνέδριο των λετονών αναρχικών στο Λονδίνο, που θα ενοποιήσει σε μία οργάνωση τις διάσπαρτες ομάδες. 

Στις 16 Δεκέμβρη ο Ζάκλις συγκεντρώνει την ομάδα σε διαμέρισμα της οδού Γκρόουβ που είχε νοικιάσει ως Πίτερ Πιατκόφ. Από εκεί ξεκινούν για να διαρρήξουν ένα κοσμηματοπωλείο στην οδό Χάουντσντιτς. Ενώ ανοίγουν τρύπα σε τοίχο στην πίσω πλευρά του καταστήματος, γίνονται αντιληπτοί από γείτονα που ειδοποιεί την αστυνομία. Στη μάχη που ακολουθεί σκοτώνονται τρεις αστυνομικοί και τραυματίζεται βαριά ο Χαρτμάνις. Οι σύντροφοί του δεν τον εγκαταλείπουν και τον μεταφέρουν για ενάμιση χιλιόμετρο, ως και το διαμέρισμα της οδού Γκρόουβ όπου τελικά πεθαίνει. Θα τον βρει εκεί νεκρό η αγγλική αστυνομία όταν αρχίσει να ξετυλίγει το κουβάρι των δραστών. Στο σπίτι του Σβαρς, που επίσης θα εντοπιστεί, θα βρεθεί έντυπο αναρχικό υλικό αλλά και τα ντοκουμέντα της επικοινωνίας μεταξύ λετονικών αναρχικών ομάδων σε Ευρώπη και Αμερική, καθώς και του σχεδίου τους για τη δημιουργία μιας διεθνούς οργάνωσης. 

Οι Σβαρς και “Πιατκόφ” επικηρύσσονται με το ποσό των πεντακοσίων λιρών και η σύλληψή τους μπαίνει ως “ζήτημα τιμής” για την αστυνομία. Την 1η Γενάρη 1911, ο ιδιοκτήτης ενός σπιτιού της οδού Σίδνεϋ αναγνωρίζει στα πρόσωπα των νοικάρηδών του τους καταζητούμενους και σπεύδει να ειδοποιήσει την αστυνομία. Το κτίριο αμέσως περικυκλώνεται και εκκενώνεται από τους υπόλοιπους ενοίκους του. Καθώς όμως κανένα σημάδι ζωής δεν φαίνεται από το διαμέρισμα του β’ ορόφου, η αστυνομία έχει τη “φαεινή” ιδέα να πάει ένας μπάτσος να… πετάξει πέτρες στο παράθυρο του διαμερίσματος για να δουν αν θα υπάρξει κάποια αντίδραση. Αυτοστιγμεί ο μπάτσος κείτεται πυροβολημένος στο έδαφος. Η μάχη αρχίζει. Στο σημείο, εκτός από τους μπάτσους, σπεύδουν και στρατιωτικές μονάδες. Καθώς η πολιορκία συνεχίζεται άκαρπη, καταφθάνει και ο υπουργός εσωτερικών Ουίνστον Τσόρτσιλ ο οποίος διατάζει να φέρουν κανόνια πυροβολικού για να χτυπηθεί το διαμέρισμα. Τον προλαβαίνει η φωτιά που ξεσπάει, μάλλον όταν μια σφαίρα τρυπάει τον σωλήνα του γκαζιού. Οι αναρχικοί, πιστοί στις παραδόσεις της επανάστασης του 1905, δεν παραδίδονται μέχρι και τη στιγμή που η στέγη καταρρέει από τη φωτιά που μαίνεται. Τότε μόνο αστυνομία και πυροσβεστική θα καταφέρουν να μπουν στο διαμέρισμα, ανακαλύπτοντας τα πτώματα των Σβαρς και Σοκόλοφ. 


Ο Πίτερ Πιατκόφ ή Πίτερ ο ζωγράφος παρέμεινε άφαντος, περνώντας οριστικά στα όρια του επαναστατικού θρύλου. 
      
  "(…) Γι' αυτό, μπροστά στα μούτρα των οργισμένων αστών, αυτών που δικάζουν, των τίμιων κτηνών, των πόρνων της δημοσιογραφίας, εμείς επιμένουμε να φωνάζουμε: Οι “ληστές” του Λονδίνου είναι δικοί μας!
Είναι επίσης, παρεμπιπτόντως, ευγενείς ληστές και μπορούμε να είμαστε περήφανοι για αυτούς. Δεν θα πούμε μάταια λόγια μετάνοιας, δεν θα κλάψουμε μάταια για αυτούς. Όχι! Αλλά είθε οι θάνατοί τους να είναι παράδειγμα και να χαραχτεί στις μνήμες μας το υψηλό σύνθημα των ρώσων συντρόφων: Οι αναρχικοί δεν παραδίδονται ποτέ!
Οι αναρχικοί δεν παραδίδονται! Ούτε κάτω από τους πυροβολισμούς των μπάτσων, ούτε μπροστά στις κραυγές  του πλήθους ή στην καταδίκη αυτών που κρίνουν! Οι αναρχικοί δεν παραδίδονται!" (3).





1. Μία ακόμα προσθήκη της τελευταίας στιγμής, η κατά πολλούς τρόπους χαρακτηριστική (για τους αναρχικούς επαναστάτες της εποχής) διαδρομή του λετονού Ζάνις Ζάκλις. Χαρακτηριστική ως προς την εξέλιξή του μέχρι και την αναρχική στράτευση, την όλη δράση του, τη διασυνοριακή διάστασή της. Πηγή του κειμένου είναι το latvianhistrory.com 
2. Έφιππο στρατιωτικό σώμα.


3. Από αναρχική εφημερίδα της εποχής.

8/8/15

Η ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΑΝΑΤΙΝΑΧΤΗΚΕ Η WALL STREET


Η ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΑΝΑΤΙΝΑΧΤΗΚΕ Η WALL STREET

Ως προσθήκη στο κείμενο που αναρτήθηκε στο halastor για τους γκαλεανιστές, δημοσιεύουμε και ένα κείμενο που αφορά συγκεκριμένα την πολύνεκρη έκρηξη που σημειώθηκε στη Wall str τον Σεπτέμβρη του 1920. Το κείμενο αυτό αποτελεί απόσπασμα της εισαγωγής του βιβλίου της Beverly Gage “Η ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΑΝΑΤΙΝΑΧΤΗΚΕ Η WALL STREET” που ο Δαίμων του Τυπογραφείου θα εκδώσει στο μέλλον.  

Στη διασταύρωση της Wall str και της Broad str στο Manhattan υπάρχει ένα “μνημείο” για τα θύματα του τερορισμού. Είναι εύκολο το να μην το προσέξεις καθώς δεν είναι παρά κάποιες “ουλές” πάνω στην πρόσοψη του κτιρίου της Morgan Bank. Στο κτίριο δεν υπάρχει κάποια αναμνηστική μαρμάρινη πλάκα, κάποιο άγαλμα ή κάποια λίστα ονομάτων. Μονάχα μια τουριστική πινακίδα στη γωνία, απομακρυσμένη από την περίτεχνη κεντρική είσοδο της τράπεζας, αναφέρεται στην τεροριστική επίθεση που συνέβη εδώ, μια συννεφιασμένη μέρα, εννιά δεκαετίες πριν. Στις 16 Σεπτέμβρη 1920, καθώς οι καμπάνες της εκκλησίας της Αγίας Τριάδας σήμαιναν μεσημέρι, εξερράγη μια βόμβα που βρισκόταν μέσα σε ένα κάρο που το έσερνε άλογο, εν μέσω του πλήθους της Wall str που βρισκόταν σε διάλλειμα για κολατσιό, σκοτώνοντας τριανταοκτώ ανθρώπους και τραυματίζοντας εκατοντάδες. Μέχρι και την έκρηξη στην Oklahoma City το 1995 (1),  ήταν η χειρότερη πράξη τερορισμού στην αμερικάνικη ιστορία.

Πραγματωμένη μέσα στην καρδιά του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, η έκρηξη της Wall str. ενέπνευσε χιλιάδες σελίδες δημοσιογραφικής κάλυψης, με πολλές απ’ αυτές να σπεκουλάρουν πάνω στο ποιος και γιατί την είχε πράξει. Οι επίσημες έρευνες εξελίχτηκαν σε ένα τριετές παγκόσμιο σίριαλ, εμπλέκοντας δώδεκα κυβερνητικές υπηρεσίες, επεκτεινόμενες σε Ρωσία, Ιταλία και Πολωνία. Η υπόθεση της Wall str καθόρισε κάποιες από τις σημαντικότερες πολιτικές δίκες των 20’s, περιλαμβανομένης και αυτής των ιταλών αναρχικών Nicola Sacco και Bartolomeo Vanzetti. Κυρίως όμως έφερε στα φώτα  της κεντρικής σκηνής εκατοντάδες κομμουνιστές, αναρχικούς, σοσιαλιστές και μαχητικούς συνδικαλιστές που είχαν ήδη υπομείνει τις συνέπειες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και της μεταπολεμικής εκστρατείας του “Κόκκινου Τρόμου” (2), βρισκόμενοι ξανά κατηγορούμενοι για “συνομωσία με σκοπό τη βία” και για “προδοσία”.

Η έκρηξη της Wall str συνέβη σε μια στιγμή όπου εκατομμύρια ανθρώπων σε όλο τον κόσμο πίστευαν πως ο καπιταλισμός βρισκόταν στο χείλος της κατάρρευσης, ή τουλάχιστον ενός εκ βάθρων μετασχηματισμού. Η βασική ώθηση για μια τέτοια πεποίθηση προερχόταν από τη ρώσικη επανάσταση που είχε αναδυθεί από τον παγκόσμιο πόλεμο ως ένα σοκαριστικό παράδειγμα για το πόσο εύκολα η καθεστηκυία τάξη μπορούσε να αντικατασταθεί από μία νέα. Ακόμα και μέσα στις ΗΠΑ, όπου και o ίδιος ο Λένιν είχε παραδεχτεί ότι επανάσταση «προφανώς δεν θα επερχόταν άμεσα», οι συνθήκες που παράγονταν από τον βιομηχανικό καπιταλισμό (και την ίδια τη Wall str) εδώ και καιρό αποτελούσαν το αντικείμενο αντιπαραθέσεων.

Οι δεκαετίες πριν την έκρηξη συνοδεύτηκαν από την ανάπτυξη των μεγάλων βιομηχανικών εταιριών, τη δημιουργία τεράστιων κεφαλαιοκρατικών περιουσιών, την εφεύρεση του τηλεφώνου και της ηλεκτρικής ενέργειας, και -όχι λιγότερο σημαντικό- την ανύψωση της Wall str ως οικονομικής και πολιτικής δύναμης. Ήταν ωστόσο χρόνια έντονου προβληματισμού κατά τα οποία πολλοί αμερικάνοι άρχισαν να επικρίνουν το οικονομικό σύστημα ως διαστρέβλωση της δικαιοσύνης, ως μια κούρσα για τα κέρδη των λίγων.

Αυτά τα χρόνια είδαν επίσης την ανάπτυξη μικρών αλλά μαχητικών ομάδων: σοσιαλιστών, αναρχικών και άλλων επαναστατών, αφοσιωμένων όχι στην αναμόρφωση του καπιταλισμού αλλά στην κατάργησή του. Τέλος, ξέσπασε μια σειρά βίαιων συγκρούσεων μεταξύ των εργοδοτών και του αναπτυσσόμενου συνδικαλιστικού κινήματος, σε μια κατάσταση που πολλοί περιέγραψαν ως “εμφύλιο πόλεμο” μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας. Υπό αυτή την έννοια, η Αμερική ήρθε για πρώτη φορά αντιμέτωπη με το φάσμα του επαναστατικού τερορισμού.
 
Καθ’ όλα τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα, οι εφημερίδες γέμιζαν με αναφορές βίαιων επιθέσεων σε σύμβολα της αμερικάνικης κυβέρνησης και εταιριών: βόμβες ταχυδρομημένες σε δημάρχους και κυβερνήτες, δολοφονικές απόπειρες κατά προέδρων και καπιταλιστών, δυναμίτες σε σιδηροδρομικές γραμμές και εισόδους εργοστασίων. Στα χρόνια πριν την έκρηξη στη Wall str, μια τέτοιου είδους βία ήταν κεντρικό θέμα της αμερικάνικης πολιτικής και κουλτούρας, κάτι που διατυμπανιζόταν σε τίτλους και editorial εφημερίδων, αντικείμενο αντιπαραθέσεων στο κογκρέσο και ρητορικής στα “πηγαδάκια” στον δρόμο. Τότε όπως και τώρα, η λέξη “τερορισμός” ανέσυρε εικόνες παράνομων συνομωσιών, επαναστατών ζηλωτών και βομβών τοποθετημένων ώστε να επιφέρουν το μέγιστο ψυχολογικό και πολιτικό αντίκτυπο. Αυτές οι εικόνες, με τη σειρά τους, βοηθούσαν στη δημιουργία μιας ιλιγγιώδους νομοθετικής θωράκισης που στόχευε στον περιορισμό των ριζοσπαστικών και εργατικών κινημάτων· από τοπικά νομοθετήματα εναντίον του επαναστατικού λόγου μέχρι και σαρωτικούς -σε ομοσπονδιακό επίπεδο- περιορισμούς της μετανάστευσης και της πολιτικής αντιπαράθεσης. Τα ακραία νομοθετήματα κορυφώθηκαν με τον Κόκκινο Τρόμο το 1919-’20, όταν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, με αιχμή τον Γενικό Εισαγγελέα Palmer, απέλασε εκατοντάδες ριζοσπάστες μετανάστες, με την υποψία της υποστήριξης της βίας κατά της αμερικάνικης κυβέρνησης. Εννιά μήνες μετά τον τελικό γύρο απελάσεων εξερράγη η βόμβα στη Wall str.

Οι αμερικάνοι αναγνώρισαν την έκρηξη ως ένα συνταρακτικό γεγονός, «μια διαβολική πράξη, δίχως όμοιά της στα χρονικά του τερορισμού». Ταυτόχρονα, είδαν την έκρηξη ως κάτι προβλέψιμο, ακόμα και αναπόφευκτο. Σύμφωνα με την εφημερίδα Washington Post αλλά και πολλούς άλλους, η έκρηξη φαινόταν να είναι η φυσική κορύφωση πενήντα χρόνων σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης γύρω από την αυξανόμενη εξουσία της Wall str, τα δίκια των ριζοσπαστών μέσα στις ΗΠΑ, τα ζητήματα της πολιτικής βίας και τερορισμού, τη φύση του ίδιου του βιομηχανικού καπιταλισμού. Σε μια μονάχα στιγμή, η έκρηξη φαινόταν να συλλαμβάνει όλες αυτές τις αντιθέσεις και να τις εξακοντίζει προς τα εμπρός μέσα σε μια κόλαση μετάλλου, σάρκας και φωτιάς. Προσέλαβε τη λαϊκή πολιτική μεταφορά της “επίθεσης στον καπιταλισμό”, και την πραγμάτωσε.
Το να φτάσει σε ένα οριστικό συμπέρασμα για τις ρίζες ή τον ορισμό του τερορισμού, είναι κάτι που βρίσκεται πέρα από το εύρος αυτού του βιβλίου. Αυτό που όμως φαίνεται σαφές είναι ότι ο τερορισμός, ως θεωρία και ως πρακτική, πέρασε από μια βαθιά μετεξέλιξη στα τέλη του 19ου αιώνα. Η ανακάλυψη του δυναμίτη το 1866 εξέλιξε την ικανότητα ενός ανθρώπου να προκαλέσει μαζική καταστροφή και όλεθρο. Παράλληλα σε αυτή τη ριζική καινοτομία ήρθε να προστεθεί η διάδοση νέων ιδεολογιών που καλούσαν στην ανατροπή του βιομηχανικού καπιταλισμού και στην αντικατάστασή του από μια εξισωτική ουτοπική τάξη πραγμάτων.

Το ευρωπαϊκό αναρχικό κίνημα είχε απευθύνει κάποιες από τις πρώτες ρητές προτροπές του για ενορχηστρωμένες πράξεις βίας που θα πολεμούσαν την εξουσία του κεφαλαίου. Στις ΗΠΑ, συνδικάτα και επαναστατικές ομάδες συζητούσαν τη χρηστικότητα τέτοιων τακτικών, μέσα από τις εφημερίδες τους και ανοιχτές συζητήσεις, καθώς και στη διάρκεια απεργιών. Το ζήτημα επίσης έμπαινε και στη διάρκεια δικών που προκαλούσαν μεγάλη αίσθηση στο κοινό. Οι σημαντικότερες φιγούρες της αμερικάνικης αριστεράς (αναρχικοί όπως η Emma Goldman και ο Alexander Berkman, συνδικαλιστές ηγέτες όπως ο “Big Bill” Haywood, και υπέρμαχοι του σοσιαλισμού όπως ο Eugene Debs) επιχειρηματολογούσαν ανοιχτά πάνω στη χρησιμότητα της βίας και του τερορισμού. Σπανίως έφταναν σε μεταξύ τους συμφωνία πάνω στο ζήτημα. Συμφωνούσαν ωστόσο, με τρόπο που θα σόκαρε τα αυτιά μας στον 21ο αιώνα, πως τα προτερήματά τους θα άξιζε σίγουρα να συζητηθούν. Σε μια εποχή όπου τριανταπέντε χιλιάδες αμερικάνοι πέθαιναν κάθε χρόνο σε εργατικά ατυχήματα, όπου η αστυνομία και ο στρατό συχνά άνοιγαν πυρ κατά απεργών και διαδηλωτών, δεν ήταν ασύνηθες το να ακούς τη χρήση δυναμίτη να επαινείται ως δικαιολογημένη αντίδραση  κατά της καπιταλιστικής τυραννίας και σαν όπλο αυτοάμυνας της εργατικής τάξης.

Και τα λόγια, περιστασιακά τουλάχιστον, μεταφράζονταν σε πράξη. Το 1920, οι περισσότεροι αμερικάνοι, ακούγοντας για την έκρηξη της Wall str, μπορούσαν να ανακαλέσουν έναν μακρύ κατάλογο αιματηρών περιστατικών που ξεκινούσε από τα γεγονότα του Μαΐου του 1886 στο Haymarket του Chicago και έφτανε στις, πανεθνικής εμβέλειας, δυναμιτιστικές επιθέσεις στις 2 Ιούνη 1919 (3).  Περιστατικά στα οποία πολέμιοι του καπιταλισμού χρησιμοποίησαν τις βόμβες και τις δολοφονικές επιθέσεις για να πετύχουν τους στόχους τους. Τα πιο εντυπωσιακά περιστατικά ήταν στοχευμένες επιθέσεις κατά πλουτοκρατών και πολιτικών ηγετών, αντί για πράξεις τυφλού τερορισμού. Συχνά, οι λεπτομέρειες για το ποιος έκανε τι, παρέμεναν σκοτεινές. Όλα τα περιστατικά ωστόσο συνέτειναν στη διαδεδομένη εντύπωση ότι ο δυναμίτης και οι εκτελέσεις ήταν ζωτικό κομμάτι των αμερικάνικων ταξικών σχέσεων, καθώς και κομμάτι της νέας βιομηχανικής εποχής, όπως και ο ηλεκτρισμός, τα οικονομικά τραστ, οι ατσάλινοι ουρανοξύστες.

Σημειώσεις:

1. Έκρηξη που σημειώθηκε σε κυβερνητικό κτίριο από μέλη ακροδεξιών οργανώσεων, επιφέροντας 168 νεκρούς.
 
2. Ως “Κόκκινος Τρόμος” αναφέρεται το κλίμα που διαμορφώθηκε στις ΗΠΑ (στον απόηχο της ρώσικης επανάστασης) το 1919-’20. Κύρια γεγονότα που συνθέτουν αυτό το κλίμα είναι:
-Τα βομβιστικά μπαράζ των γκαλεανικών αναρχικών τον Απρίλη του ’19 (με 36 βόμβες-δέματα) και τον Ιούνη της ίδιας χρονιάς (με οκτώ, κατά πολύ ισχυρότερες, βόμβες).
-Οι εξεγέρσεις των μαύρων (τέλη καλοκαιριού-φθινόπωρο 1919) σε δεκάδες αμερικάνικες πόλεις όπου οι μαύρες κοινότητες, για πρώτη φορά σε τέτοιο βαθμό, αντέδρασαν με βία στη βία της αστυνομίας και του ρατσιστικού λευκού όχλου. Για πρώτη φορά ανατράπηκε των σκορ της αιματηρής βίας: πέντε μαύροι νεκροί, δέκα λευκοί, εκ των οποίων οι δύο ήταν μπάτσοι.
-Οι εκτεταμένες πρωτομαγιάτικες ταραχές το 1919 σε αρκετές πόλεις, με έναν μπάτσο να πεθαίνει μαχαιρωμένος όταν προσπάθησε να αφαιρέσει μια κόκκινη σημαία στο Σικάγο.
-Οι μεγάλες, και συχνά βίαιες, απεργίες των ναυπηγών στο Σιάτλ, των ανθρακωρύχων και των εργατών μετάλλου σε πολλές πόλεις.
Ο Κόκκινος Τρόμος κορυφώθηκε στα τέλη του 1919 - αρχές 1920, με το παναμερικανικό κατασταλτικό πογκρόμ που ενορχήστρωσε ο Γενικός Εισαγγελέας Palmer.  

3. Βομβιστικό μπαράζ των γκαλεανιστών που προηγουμένως αναφέρουμε στα πλαίσια του “Κόκκινου Τρόμου”.

7/8/15

Μια σύντομη βιογραφία του Λουίτζι Γκαλεάνι




Μια σύντομη βιογραφία του Λουίτζι Γκαλεάνι
του Paul Avrich (μτφ kostav)

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μια σύντομη βιογραφική ανασκόπηση της ζωής και της δράσης του Λουίτζι Γκαλεάνι από τον ιστορικό του αναρχισμού Paul Avrich. To παρών άρθρο είχε αρχικά δημοσιευθεί στο δέκατο τεύχος του αμερικάνικου αναρχικού περιοδικού Black Rose τον χειμώνα του 1983 υπό τον τίτλο Review of Luigi Galleani, The End of Anarchism ?”
Ο Λουίτζι Γκαλεάνι ήταν ο πιο σημαντικός ιταλός αναρχικός στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά την διάρκεια των δύο πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα. Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους αναρχικούς ρήτορες της εποχής του, του επιπέδου της Emma Goldman και του Johann Μοst, και ήταν εκδότης της ιταλοαμερικανικής αναρχική εφημερίδας, La Cronaca Sovversiva (Το Ανατρεπτικό Ιστορικό), η οποία εκδιδόταν για δεκαπέντε χρόνια πριν την καταστολή της από την αμερικανική κυβέρνηση. Επίσης ενέπνευσε ένα ολόκληρο κίνημα που περιελάμβανε τους  Sacco and Vanzetti μεταξύ των υποστηρικτών του.
Παρόλα τα παραπάνω όμως ο Γκαλεάνι έχει αγνοηθεί εντελώς από τις ιστορικές αφηγήσεις. Είναι σχεδόν άγνωστος στις Ηνωμένες Πολιτείες, πέρα από ένα μικρό κύκλο ερευνητών και  προσωπικών του συνεργατών και μαθητών, των οποίων οι τάξεις γρήγορα φθίνουν. Δεν υπάρχει ούτε μια βιογραφία γι αυτόν στα αγγλικά, ούτε κάποια αναφορά στο πρόσωπο του, στις ιστορικές αφηγήσεις  του αναρχισμού από τον George Woodcock και τον James Joll ή στην εκτενή ιστορία του αμερικάνικου αναρχισμού από τον William Reichert. Το συγγραφικό του έργο, άλλωστε, είχε παραμείνει αμετάφραστο μέχρι την εμφάνιση του υπό εξέταση έργου του (στμ το έργο του “Το τέλος του αναρχισμού;), το οποίο συνοψίζει την ουσία των ριζοσπαστικών πεποιθήσεων του, της ιδεολογίας του περί του επαναστατικού αναρχισμού, και έρχεται να καλύψει ένα εμφανές κενό στη βιβλιογραφία του αναρχισμού στη διάθεση των άγγλων αναγνωστών και αποκαθιστά ιστορικά μια σημαντική φυσιογνωμία του κινήματος.
Ο Γκαλεάνι γεννήθηκε στις 12 Αυγούστου 1861 στην πόλη του Piedmont του Vercelli, όχι μακριά από την πόλη του Τορίνο. Γιος οικογένειας της μεσαίας τάξης, ενδιαφέρθηκε για τον αναρχισμό στο τέλος της εφηβείας του κατά την διάρκεια των σπουδών του στη νομική στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο, όπου έγινε ένας ειλικρινής αγωνιστής, του οποίου το μίσος για τον καπιταλισμό και το κράτος θα έκαιγε με αμείωτη ένταση για το υπόλοιπο της ζωής του. Ο Γκαλεάνι, αρνήθηκε να ασκήσει τον νόμο, τον οποίο αντιμετώπιζε με περιφρόνηση, αφιερώνοντας τα ταλέντα και τις ενέργειές του στην ριζοσπαστική προπαγάνδα. Υπό την απειλή της ποινικής δίωξης, κατέφυγε στη Γαλλία, από την οποία εκδιώχθηκε επειδή συμμετείχε σε διαδήλωση της Πρωτομαγιάς. Εν συνεχεία πήγε στην Ελβετία, όπου επισκέφθηκε τον εξόριστο γάλλο αναρχικό και γεωγράφο Ελιζέ Ρεκλύ, τον οποίο βοήθησε στην προετοιμασία του Nouvelle Geographie Universelle, συλλέγοντας τα στατιστικά στοιχεία σχετικά με την Κεντρική Αμερική. Βοήθησε επίσης φοιτητές στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης στην διοργάνωση μιας γιορτής προς τιμήν των Μαρτύρων της Haymarket, οι οποίοι είχαν κρεμαστεί στο Σικάγο το 1887, και γι αυτήν του την πράξη απελάθηκε ως επικίνδυνος ταραχοποιός. Επιστρέφοντας στην Ιταλία, ο Γκαλεάνι συνέχισε την αγκιτάτσια του, λόγω της οποίας αντιμετώπισε προβλήματα με την αστυνομία. Συνελήφθη με την κατηγορία της συνωμοσίας, μένοντας για περισσότερα από πέντε χρόνια στη φυλακή και την εξορία πριν διαφύγει από το νησί Pantelleria, στα ανοικτά των ακτών της Σικελίας, το 1900.
Ο Γκαλεάνι, ήταν πλέον 40 χρονών και ξεκίνησε μια οδύσσεια που τον οδήγησε στη Βόρεια Αμερική. Με τη βοήθεια του Ελιζέ Ρεκλύ και άλλων συντρόφων, έφτασε αρχικά στην Αίγυπτο, όπου πέρασε το μεγαλύτερο διάστημα σε μια αποικία των ιταλών εξόριστων. Υπό την απειλή της έκδοσης του, κατευθύνθηκε στο Λονδίνο, απ 'όπου σύντομα ξεκίνησε για τις Ηνωμένες Πολιτείες, φθάνοντας τον Οκτώβριο του 1901, μόλις ένα μήνα μετά την εκτέλεση του Προέδρου McKinley. Μένοντας στο Paterson, του Νιου Τζέρσεϋ, ένα προπύργιο του αναρχικού κινήματος των μεταναστών, ο Γκαλεάνι ανέλαβε την επιμέλεια της La Questione Socialelhe (Κοινωνικό Ζήτημα), του τότε κορυφαίου ιταλικού αναρχικού περιοδικού στην Αμερική. Ύστερα από σύντομο χρονικό διάστημα ξέσπασε μια απεργία των εργατών μεταξιού του Paterson, και ο Γκαλεάνι αψηφώντας την αντιριζοσπαστική υστερία που ακολούθησε τον πυροβολισμό του McKinley, τάχθηκε με όλες τους τις δυνάμεις στο πλευρό των απεργών. Με τους εύγλωττους και πύρινους λόγους καλούσε τους εργάτες να ξεκινήσουν μια γενική απεργία και έτσι να απελευθερωθούν από την καπιταλιστική καταπίεση. Ο Paul Ghio, ένας επισκέπτης από τη Γαλλία, ήταν παρών σε μια τέτοια ομιλία. «Ποτέ δεν είχα ακούσει κάποιον να βγάζει ένα λόγο σαν και αυτόν του Λουίτζι Γκαλεάνι», έγραψε αργότερα. «Έχει μια θαυμάσια ευχέρεια με τις λέξεις, που συνοδεύεται από μια τρομερή -σπάνια μεταξύ των δημοφιλών ομιλητών- ακρίβεια και σαφήνεια των ιδεών του. Η φωνή του είναι γεμάτη ζεστασιά, η ματιά του ζωντανή και διεισδυτική, οι χειρονομίες του έχουν μια μοναδική δύναμη και μια άψογη φήμη.»
Η απεργία έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 1902, με συγκρούσεις μεταξύ των εργατών και της αστυνομίας, ενώ υπήρξαν και πυροβολισμοί, και ο Γκαλεάνι τραυματίστηκε στο πρόσωπο. Κατηγορούμενος για υποκίνηση ταραχών, κατόρθωσε να διαφύγει στον Καναδά. Ύστερα από σύντομο χρονικό διάστημα, έχοντας αναρρώσει από τα τραύματα του, πέρασε ξανά κρυφά τα σύνορα και κατέφυγε στο Barre του Βερμόντ, όπου χρησιμοποιούσε μια πλαστά ταυτότητα και έμενε μεταξύ των αναρχικών συντρόφων του, οι οποίοι του έδειχναν έντονη αφοσίωση. Ήταν στο Barre, στις 6 Ιουνίου του 1903, όπου ο Γκαλεάνι ξεκίνησε την La Cronaca Sovversiva, το κύριο μέσο προπαγάνδισης των εμπρηστικών του δογμάτων και ένα από τα σημαντικότερα και πιο επιδέξια επιμελημένα έντυπα στην ιστορία του αναρχικού κινήματος, η επιρροή του οποίου, εκτεινόταν πολύ πέρα από τα όρια των Ηνωμένων Πολιτειών, και μπορούσε να γίνει αισθητή, σε όλα τα μέρη που είχαν συγκεντρωθεί ιταλοί ριζοσπάστες, από την Ευρώπη και τη Βόρεια Αφρική έως τη Νότια Αμερική και την Αυστραλία.
Το 1906, ωστόσο, κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης του με τον G.M. Seratti, τον σοσιαλιστή συντάκτη της Il Proletario στη Νέα Υόρκη, ο Seratti αποκάλυψε το μέρος όπου βρισκόταν ο Γκαλεάνι (μια κατηγορία που έχει γίνει και για τον άγγλο συγγραφέα HG Wells), και ο Γκαλεάνι συνελήφθη. Εκδόθηκε στο New Jersey, δικάστηκε στο Paterson τον Απρίλιο του 1907 για το ρόλο του στην απεργία του 1902. Ωστόσο το δικαστήριο δεν κατάφερε να φτάσει σε κάποια ετυμηγορία (επτά υπέρ της καταδίκης και πέντε υπέρ της αθώωσης) και ο Γκαλεάνι αφέθηκε ελεύθερος. Επέστρεψε στο Barre και συνέχισε τις δράσεις προπαγάνδας του. Τώρα, λίγο πριν τα πενήντα, είχε φτάσει στο απόγειο των πνευματικών του δυνάμεων. Κατά τα επόμενα σαράντα χρόνια η φλογερή ρητορική και η λαμπρή πένα του τον κατέταξαν σε μια αδιαμφισβήτητη ηγετική θέση εντός του ιταλοαμερικανικού αναρχικού κινήματος. Όντας ένας πραγματικά εύγλωττος ομιλητής, ο Γκαλεάνι είχε μια ηχηρή, έντονη φωνή και ένα ύφος και τόνο που κρατούσε το κοινό του μαγεμένο. Μιλούσε απλά, δυναμικά, αυθόρμητα, και το παράστημα του ήταν τέτοιο που έκανε τους υποστηρικτές του, ανάμεσά στους οποίους βρίσκονταν οι Sacco και Vanzetti, να τον σέβονται ως ένα είδος πατριάρχη του κινήματος, στο οποίο καταφέρει να στρέψει περισσότερα άτομα από όσα οποιοσδήποτε άλλος. Ο Γκαλεάνι ήταν επίσης ένας παραγωγικός συγγραφέας, συντάσσοντας εκατοντάδες άρθρα, δοκίμια, καθώς και μπροσούρες που είχαν δεκάδες, ίσως εκατοντάδες, χιλιάδες αναγνώστες σε διάφορες ηπείρους. Ωστόσο, ποτέ δεν έγραψε κάποιο μακροσκελές βιβλίο, οι τόμοι που εμφανίζονται με την υπογραφή του, όπως η Faccia a Faccia coi Nemico, η Aneliti e Singulti, και η Figure e Figuri, είναι συλλογές αποτελούμενες από μικρότερα κείμενα που είχαν προηγουμένως δημοσιευθεί στην La Cronaca Sovversiva. Από αυτή την άποψη μοιάζει περισσότερο με τους Johann Most, Ερρίκο Μαλατέστα, και Benjamin Tucker (συγγραφέα του Instead of a Book : By a Man Too Busy to Write OneΑντί ενός βιβλίου: από έναν άνθρωπο πολύ απασχολημένο για να γράψει  ένα βιβλίο”), και όχι, ας πούμε, με τους  William Godwin, Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν, ή Πιοτρ Κροπότκιν.
Το τέλος του αναρχισμού;” (σημ: στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αλληλεγγύη) αποτελεί το πιο ολοκληρωμένο έργο του Γκαλεάνι, το οποίο ξεκίνησε ως μια σειρά άρθρων. Τον Ιούνη του 1907, λίγο μετά την αθώωση του Γκαλεάνι από τις κατηγορίες του Paterson, η ημερήσια εφημερίδα του Τορίνο La Stampa δημοσίευσε μια συνέντευξη με τον Francesco Saverio Merlino, ο όποιος ήταν πρώην γνωστός αναρχικός, η οποία είχε τίτλο “Το τέλος του Αναρχισμού". Ο Merlino, όπως και ο Γκαλεάνι, είχε σπουδάσει νομική, είχε ζήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες, και είχε ιδρύσει μια σημαντικό ιταλο-αμερικανική εφημερίδα, την Grido degti Oppressi (Η κραυγή των Καταπιεσμένων), η οποία κυκλοφόρησε στη Νέα Υόρκη την περίοδο 1892-1894. Σε αντίθεση με τον Γκαλεάνι, ωστόσο, ο Merlino είχε εγκαταλείψει τον αναρχισμό το 1897 και έλαβε μέρος στο σοσιαλιστικό κίνημα. Ο Merlino, στη συνέντευξή του στην La Stampa, ανέφερε πως ο αναρχισμός ήταν ένα απαρχαιωμένο δόγμα, σπαρασσόμενο από εσωτερικές διαμάχες, στερούμενο από πρώτης τάξεως θεωρητικούς και καταδικασμένο σε πρώιμο εξαφάνιση. Ο Γκαλεάνι εξοργίστηκε. “Το τέλος του αναρχισμού;" ρωτούσε στην La Cronaca Sovversiva, προσθέτοντας ένα ερωτηματικό στον τίτλο της συνέντευξης του Merlino. Αλλά αυτό που ισχύει ήταν το ακριβώς αντίθετο. Σε μια περίοδο του αυξανόμενου πολιτικού και οικονομικού συγκεντρωτισμού, ο αναρχισμός ήταν πιο επίκαιρος από ποτέ. Πολύ μακριά από το να είναι ετοιμοθάνατος: “ζει, αναπτύσσεται, και πηγαίνει προς τα εμπρός".
To παραπάνω δίνει μια ιδέα από το ύφος της απάντησης του Γκαλεάνι στον Merlino, η οποία και εκπονήθηκε σε μια σειρά άρθρων στην Cronaca Sovversiva από τις 17 Αυγούστου 1907 έως τις 25 Ιανουαρίου του 1908. Συνδυάζοντας το πνεύμα του στιρνερικού εξεγερτισμoύ με τις αρχές της αλληλοβοήθειας  του Κροπότκιν, ο Γκαλεάνι έθεσε μια σθεναρή υπεράσπιση του αναρχικού κομμουνισμού ενάντια στο σοσιαλισμό και τον ρεφορμισμό, κηρύττοντας τις αρετές του αυθορμητισμού και της πολυμορφίας, της αυτονομίας και της ανεξαρτησίας, της αυτοδιάθεσης και της άμεσης δράσης, μέσα σε έναν κόσμο αυξανόμενης κανονικοποίησης και κομφορμισμού. Ένας επαναστάτης ζηλωτής, που δεν θα επιδεχόταν τον παραμικρό συμβιβασμό σχετικά με την κατάργηση τόσο του καπιταλισμού όσο και του κράτους. Τίποτα λιγότερο από την ολοκληρωτική εξολόθρευση του αστικού καθεστώτος, μαζί με τις ανισότητες και τις αδικίες του, την υποταγή και την υποβάθμιση των εργατών, δεν θα ικανοποιήσει τη δίψα του για τον χιλιασμό. Ο Γκαλεάνι σύνταξε δέκα άρθρα στην απάντηση του στον Merlino. Σκόπευε να γράψει ακόμα περισσότερα, αλλά οι καθημερινές δράσεις του για το κίνημα –σύνταξη της La Cronaca Sovversiva, οργάνωση συναντήσεων, η έκδοση μπροσούρων, οι ομιλίες που έδινε από την μια ακτή της Αμερικής ως την άλλη- τον εμπόδισαν από να πράξει κάτι τέτοιο. Το 1912 μετέφερε την La Cronaca Sovversiva από το Barre στο Lynn, της Μασαχουσέτη, όπου είχε αφοσιωμένους υποστηρικτές.

Όταν ξέσπασε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος το 1914, ο ίδιος αντιτάχθηκε, σε αντίθεση με τον Κροπότκιν, με όλη τη δύναμη και την ευγλωττία στον πόλεμο, καταγγέλλοντας τον στην La Cronaca Sovversiva με ένα συχνά επαναλαμβανόμενο σύνθημα, "Contro la guerra, contro la pace, per la rivoluzione sociale! "(Ενάντια στον πόλεμο, ενάντια στην ειρήνη, για την κοινωνική επανάσταση!) Με την είσοδο των ΗΠΑ στις εχθροπραξίες, τον Απρίλιο του 1917, ο Γκαλεάνι έγινε αντικείμενο δίωξης. Η εφημερίδα του καταστάληκε από το κράτος και ο ίδιος συνελήφθη με την κατηγορία της παρεμπόδισης των πολεμικών προετοιμασιών. Στις 24 Ιούνη του 1919, απελάθηκε στην πατρίδα του την Ιταλία, αφήνοντας πίσω τη γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά του.

Στο Τορίνο, ο Γκαλεάνι συνέχισε την έκδοση της La Cronaca Sovversiva. Όπως και στην Αμερική, ωστόσο, κατεστάλη από τις αρχές. Με την άνοδο του Μουσολίνι στην εξουσία το 1922, ο Γκαλεάνι συνελήφθη, δικάστηκε, και καταδικάστηκε σε φυλάκιση δεκατεσσάρων μηνών με την κατηγορία του στασιασμού. Μετά την απελευθέρωσή του, επέστρεψε στην παλιά πολεμική του ενάντια στον Merlino, ολοκληρώνοντας την σε μια σειρά άρθρων στη L'Adunata dei Refrattari (Το κάλεσμα των ανταρτών), το περιοδικό των οπαδών του στην Αμερική, το οποίο εξέδωσε την απάντηση του το 1925 ως μπροσούρα. Ο Μαλατέστα, του οποίου η αναρχική αντίληψη απέκλινε αισθητά από εκείνη του Γκαλεάνι, χαρακτήρισε το έργο του ως ένα “ξεκάθαρο, ακίνητο, εύγλωττο" ρεσιτάλ του κομμουνιστικού-αναρχικού ιδεώδους. Η σημερινή αγγλική έκδοση του, θα πρέπει να πάρει μια θέσει μεταξύ των έργων του Μαλατέστα Στο καφενείο: συζητήσεις για τον αναρχισμό, του Alexander Beckman “Το Αλφαβητάρι του Αναρχισμού και του Nicolas Waiter Σχετικά με τον Αναρχισμό”, ως ένα κλασικό έργο πάνω στα εν λόγω ζητήματα.

Η εξέταση ενός τόσο αξιοσημείωτου έργου, ιδίως σε μια περίοδο που υπάρχει μια ελάχιστη ποιοτική συγγραφική παραγωγή, αποτελεί ένα πραγματικά ευχάριστο έργο. Εκτός από το πραγματικά όμορφο εξώφυλλο του Flavio Costantini, γνωστού ιταλού αναρχικού συγγραφέα, το βιβλίο έχει έναν καλαίσθητο σχεδιασμό, και το εξώφυλλο περιέχει ένα σκίτσο του Γκαλεάνι, βασισμένο σε μια γνωστή φωτογραφία, από τον Bartolo Provo. Η μετάφραση από τον Max Sartin, συντάκτη εδώ και αρκετά χρόνια της L'Adunata dei Refrattari και συνεργάτη του Γκαλεάνι, και από τον Robert D'Attilio, μια αυθεντία του ιταλοαμερικάνικου αναρχισμού, είναι τόσο ευανάγνωστη και ακριβής. Υπάρχουν μια σειρά από τυπογραφικά και πραγματολογικά λάθη, ιδιαίτερα στις σημειώσεις, αλλά δεν μειώνουν τη συνολική αξία του βιβλίου.

Η δημοσίευση της έκδοσης της L'Adunata αυτού του έργου το 1925 κατέστησε ιδιαίτερα αγαπητό” τον Γκαλεάνι στην κυβέρνηση του Μουσολίνι. Συνελήφθη τον Νοέμβριο του 1926 και κλείστηκε στο ίδιο κελί στο οποίο είχε περάσει τρεις μήνες το 1892 και διαπίστωσε ότι ήταν "όσο βρώμικο και άσχημο" όσο και πριν. Λίγο αργότερα, εξορίστηκε στο νησί Lipari, στα ανοικτά της Σικελίας, από το οποίο μεταφέρθηκε αργότερα στην Μεσίνα, όπου καταδικάστηκε σε έξι μήνες φυλακή, για το έγκλημα της προσβολής του Μουσολίνι. Τον Φεβρουάριο του 1930, αντιμετωπίζοντας προβλήματα υγείας, του επετράπη να επιστρέψει στην ηπειρωτική χώρα. Αποσύρθηκε στο ορεινό χωριό της Caprigliola, όπου παρέμεινε υπό την συνεχή επιτήρηση της αστυνομίας, η οποία σπάνια έφευγε από την πόρτα του και τον ακολουθούσε ακόμα και στις μοναχικές βόλτες του στην γύρω περιοχή. Επιστρέφοντας από την καθημερινή του βόλτα, στις 4 Νοέμβρη του 1931, ο Γκαλεάνι κατέρρευσε και πέθανε. Η φλόγα του αναρχισμού, έκαιγε αμείωτα μέσα του μέχρι το τέλος. Πάντα αισιόδοξος για το μέλλον, παρά το γεγονός πως έζησε μια ζωή γεμάτη με πικρές εμπειρίες, είχε παραμείνει πιστός στο ιδανικό που είχε εμπνεύσει τη ζωή του, με την πεποίθηση ότι η ελευθερία θα θριαμβεύσει τελικά πάνω από την τυραννία και την καταπίεση.