19/10/14

Σχετικά με την ίδρυση ξενώνα αιτούντων ασύλου στη Τούμπα

Συλλογικότητα αναρχικών από την ανατολική Θεσνίκη http://anatolika.espivblogs.net/


16IMG_8818
Το συγκεκριμένο κείμενο μοιράστηκε στον τοπικό ΟΑΕΔ αλλά και στη διάρκεια πορείας στη γειτονιά της Τούμπας.

Mετά από αρκετές δεκαετίες οι στάβλοι του δήμου στην περιοχή της Τούμπας παύουν να λειτουργούν ως συνεργείο για τ” αυτοκίνητα των οδοκαθαριστών, ως συνεργείο ηλεκτροκολλήσεων και ως βαφείο που γέμιζε τη γειτονιά με αναθυμιάσεις. Ο δήμος Θεσσαλονίκης, πιάνοντας την ευκαιρία για μίζες από τα μαλλιά και σε συνεργασία με τη ΜΚΟ Άρσις αποφάσισε τη μετατροπή ενός μέρους της έκτασης (περίπου το 1/3 κατά δηλώσεις) σε φιλοξενείο αιτούντων πολιτικού ασύλου. Πρόκειται, σύμφωνα με το πρόγραμμα για 7 μονογονεϊκές οικογένειες που αναγκάστηκαν να φύγουν από τις χώρες τους λόγω πολέμων, εμφυλίων συγκρούσεων, δικτατοριών…
Δήμοι, μια ακόμα καπιταλιστική επιχείρηση
Η δημιουργία αυτού του ξενώνα δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από το ποιος την πραγματοποιεί, με ποιους όρους και για ποιους λόγους. Από τη στιγμή που δεν τρώμε ούτε τον παπά του «κρατικού αντιρατσισμού» αλλά ούτε και τον παπά της τοπικής αυτοδιοίκησης που βασίζεται στη «συμμετοχικότητα των πολιτών», ας πούμε δυο λόγια για το τι πιστεύουμε ότι είναι οι δήμοι.
Οι δημοτικές κοινότητες, οι δήμοι, οι περιφέρειες είναι παράλληλα κέντρα διαχείρισης της κρατικής/ καπιταλιστικής μηχανής. Αν και παρουσιάζονται ως όργανα λήψης αποφάσεων που αφορούν τοπικά προβλήματα και στα οποία υποτίθεται ότι δίνεται η δυνατότητα μεγαλύτερης συμμετοχής των πολιτών, δεν παύουν να λειτουργούν καθ” εικόνα και καθ” ομοίωση της κεντρικής εξουσίας και να εξαπλώνουν την ιεραρχία ως μοντέλο οργάνωσης στη βάση του κοινωνικού σώματος. Ακόμα και σε ζητήματα που θα αρκούσε μια συνέλευση γειτονιάς για να συζητήσει/ επιλύσει, τα πάντα πρέπει να περάσουν, να φιλτραριστούν και μετά να αναδιαμορφωθούν ή ακόμα και να αγνοηθούν μέσα από θεσμοθετημένες επιτροπές, συμβούλια, δημοτικές αρχές ανάλογα με το τι συμφέρει τις οικονομικές και πολιτικές εξουσίες.
Το πρόβλημα μας λοιπόν με τις δημοτικές αρχές βρίσκεται και στη βάση της ύπαρξης τους. Όπως και τόσοι άλλοι θεσμοί, υπάρχουν για να αφομοιώνουν την αυτενέργεια, τις αντιστάσεις, τη συλλογική δράση, τις επιθυμίες και τους προβληματισμούς των καταπιεσμένων προωθώντας ως μοντέλο οργάνωσης τους τη διαμεσολάβηση, την ανάθεση, την ιεραρχία βάζοντας κάθε πρωτοβουλία δράσης μέσα σε θεσμικά καλούπια.
Βέβαια, σε ένα κόσμο που το βασικό του κίνητρο είναι το κέρδος, δε τρέφουμε αυταπάτες για μία από τις βασικές λειτουργίες και αυτού του θεσμού: τη μπίζνα. Διαβάζουμε λοιπόν: «Προκειμένου να μην απολέσει τα ευρωπαϊκά κονδύλια του συγκεκριμένου προγράμματος ο δήμος Θεσσαλονίκης υπέβαλε τη σχετική πρόταση για τη δημιουργία ξενώνα προσφύγων αιτούντων ασύλου προς το Ευρωπαϊκό ταμείο προσφύγων». Για το συγκεκριμένο έργο, όπως και για άλλα τόσα που περνάνε από τα χέρια δήμων, κυβερνητικών οργανισμών και μη, διατίθενται εκατομμύρια ευρώ, είτε μέσω κονδυλίων είτε μέσω φόρων που μας βαραίνουν όλους. Το πόσα από αυτά τα λεφτά φτάνουν στο τελικό τους προορισμό δεν είμαστε σε θέση να το γνωρίζουμε κάθε φορά, αλλά σίγουρα το φαγοπότι ήταν και είναι μεγάλο. Τη στιγμή που το «κράτος πρόνοιας» υποχωρεί και τη θέση του παίρνουν ΜΚΟ και ιδιωτικές πρωτοβουλίες, έχουμε κάθε λόγο να παίρνουμε τoις μετρητοίς τις παραπάνω δηλώσεις του Μπουτάρη και να μην μας πείθουν οι αντιρατσιστικές κορώνες που επικαλείται ο δήμος και η ΑΡΣΙΣ.
Όποιοι και όποιες συνεχίζουν να εθελοτυφλούν σε σχέση με το ρόλο των δήμων ως τοπικά όργανα του καπιταλισμού, που όσο ανθρωπισμό κι αν πουλήσουν δρουν στην καλύτερη των περιπτώσεων ως βαλβίδες αποσυμπίεσης και στην χειρότερη ως υποστυλώματα του… Όποιοι και όποιες συνεχίζουν να τρέφουν αυταπάτες σε σχέση με το ρόλο των μκο ως μια κερδοφόρα επιχείρηση που καλύπτει όσα το κράτος αδυνατεί ή δε θέλει να παράσχει στους υπηκόους του, πουλώντας εθελοντισμό, εναλλακτισμό, «αλληλεγγύη» είναι καταδικασμένοι και καταδικασμένες να ψηφίζουν, να γκρινιάζουν, να αναθέτουν ες αεί τα προβλήματα, τις επιθυμίες και τις ζωές τους στα χέρια των αρχόντων τους, τοπικών και κεντρικών.
Το κράτος πουλάει ανθρωπισμό και αντιρατσισμό
(όταν δε δολοφονεί στα σύνορα και δε φυλακίζει στα στρατόπεδα συγκέντρωσης)
Αρκετές φορές κόμματα και πολιτικοί, όπως ο Μπουτάρης, χρησιμοποιούν στον λόγο τους μια αντιρατσιστική ρητορική που πατάει πάνω σε ανθρωπιστικά ιδεολογήματα, χτίζοντας έτσι ένα αντίστοιχο προφίλ, που εκτός των άλλων αποσκοπεί στην απόσπαση της συναίνεσης από συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες. Τέτοιου είδους ρητορικές στοχεύουν και στην ανάδειξη του “πονόψυχου» προσωπείου του κράτους, προσπαθώντας να κατευνάσουν μέρος της κοινωνικής δυσαρέσκειας που έχει δημιουργηθεί από το ότι το κράτος-πρόνοιας λειτουργεί όλο και σε μικρότερο βαθμό.
Ο θεσμικός «αντιρατσισμός» είτε εκφράζεται από κρατικούς φορείς, είτε από ΜΚΟ, μένει μόνο στην επιφάνεια του ζητήματος, καλύπτοντας μόνο την εικόνα και όχι τις αιτίες της μετανάστευσης που δεν είναι άλλες από την ίδια την λειτουργία του καπιταλισμού, των κρατών και των εξουσιαστικών συστημάτων γενικότερα. Αν και αυτή η λειτουργία λαμβάνει χώρα σε όλο τον πλανήτη και τα καταστρεπτικά της αποτελέσματα για τον άνθρωπο και την φύση είναι εμφανή παντού, η ένταση της στις περιοχές του λεγόμενου »τρίτου κόσμου» είναι ακόμα μεγαλύτερη. Επεκτατικοί πόλεμοι για τον έλεγχο πλουτοπαραγωγικών πηγών από »δυτικά κράτη» και πολυεθνικές εταιρίες, τοπικές συγκρούσεις για την κατάληψη της εξουσίας, »ήπιες» οικονομικές επεμβάσεις κτλ υποβαθμίζουν τις ζωές των ανθρώπων εκεί ή θέτουν ακόμα και ζητήματα επιβίωσης, ωθώντας τους να φύγουν προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής. Βέβαια οι συνθήκες αυτές βρίσκονται πολύ σπάνια, καθώς αυτό που τους περιμένει στον »δυτικό κόσμο», αν καταφέρουν να περάσουν τα σύνορα ζωντανοί (πχ. πνιγμοί στο Αιγαίο), είναι η στυγνή εκμετάλλευση, η καταστολή, ο εγκλεισμός, οι εξευτελιστικές συνθήκες διαβίωσης και ο κοινωνικός στιγματισμός . Και ας μην κάνουμε τα στραβά μάτια γιατί όλα αυτά συμβαίνουν δίπλα μας. Και να μην ξεχνάμε ότι το ελληνικό κράτος έχει συμβάλει ουκ ολίγες φορές σε στρατιωτικές επιχειρήσεις και επεμβάσεις σε διάφορες χώρες.
Ταυτόχρονα δημιουργήθηκε η «ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΟΥΜΠΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΤΟΥΜΠΑΣ (ΠΑΛΑΙΟΙ ΣΤΑΒΛΟΙ)», η οποία με κεντρικό σύνθημα «όχι στους πολιτικούς πρόσφυγες- όχι στην υποβάθμιση της περιοχής» μάζεψε 1200 (;) υπογραφές και θεωρώντας πως οι μετανάστες «είναι από άλλη φάρα, παρ” όλο που δεν είμαστε ρατσιστές», πως «δεν μπορούν να παίζουν τα παιδιά μας δίπλα σε ταλαίπωρους ανθρώπους», αξιώνει να μη γίνει το φιλοξενείο και να αξιοποιηθεί ο χώρος για να γίνει ένας παιδικός σταθμός που η περιοχή όπως λένε, έχει ανάγκη.
Ο ρατσισμός έχει πολλά ποδάρια
Καταρχήν, για να μην υπάρχει καμία παρεξήγηση, κι επειδή απ ότι φάνηκε από τις ατάκες κάποιων εκ των “διαφωνούντων” με τον ξενώνα υπάρχει μια ελαφριά συσκότιση στο θέμα, ας δώσουμε έναν μικρό ορισμό της λέξης “ρατσισμός” . Υπάρχει ο λεγόμενος φυλετικός ρατσισμός, η διάκριση δηλαδή εναντίον κάποιων ανθρώπων με βάση χαρακτηριστικά που δεν έχουν επιλέξει ή τους έχουν σε μεγάλο βαθμό επιβληθεί έμμεσα ή άμεσα από το κοινωνικό περιβάλλον, όπως το χρώμα του δέρματος, η γλώσσα, η θρησκεία (ακόμη κι αν δεν την ασπάζονται), ήθη και έθιμα της χώρας τους. Επίσης, κι ο κοινωνικός ρατσισμός, ο οποίος δεν έχει να κάνει με το έθνος, την φυλή, το αίμα κι άλλες τέτοιες αηδίες, αλλά με επιλογές ανθρώπων, ή επίκτητα χαρακτηριστικά τους. Η σεξουαλικότητα (σεξισμός), η εμφάνιση σύμφωνα με τα κοινωνικά πρότυπα, το μορφωτικό επίπεδο, είναι μερικά από αυτά. Επιλογές και χαρακτηριστικά βέβαια, που δεν επηρεάζουν κανέναν άλλο πέρα από το ίδιο το άτομο.
Το τελευταίο το τονίζουμε γιατί έχουμε ακούσει διάφορες μπούρδες, όπως ότι το μίσος και η επίθεση σε ρατσιστές και φασίστες είναι εξίσου ρατσισμός και φασισμός. Αυτή η οπτική, είτε καλλιεργείται από πασιφιστικές λογικές της ρεφορμιστικής αριστεράς, είτε από οποιονδήποτε άλλο, το μόνο που καταφέρνει είναι να προάγει την απάθεια ενάντια στους καταπιεστές και άρα να ωφελεί την διαιώνιση του φαινομένου του ρατσισμού. Εχθρευόμαστε τους φασίστες και τους ρατσιστές, αλλά γιατί η ιδεολογία τους προστάζει την καταπίεση και την επίθεση εναντίον ασθενέστερων ή μη κοινωνικών ομάδων με βάση ηλίθια κριτήρια καθαρότητας. Είναι ακόμη μια μορφή εξουσίας, το μακρύ χέρι του κράτους, όπου αυτό δεν μπορεί ή δεν το συμφέρει να επιτεθεί άμεσα. Άρα, ο αντιφασισμός δεν είναι κάποιου είδους αντίστροφος ρατσισμός, ή κάποια ανοιχτή βεντέτα, αλλά ακόμα μια πτυχή του αγώνα ενάντια στην εξουσία και στις διαιρέσεις που αυτή επιβάλλει στους καταπιεσμένους. .
Σε εποχές κρίσης, όπου το κράτος και το κεφάλαιο προσπαθούν να βρουν τα εξιλαστήρια θύματα πάνω στα οποία θα στρέψουν την αυξανόμενη κοινωνική οργή, μεγεθύνεται το φαινόμενο του κοινωνικού εκφασισμού. Της υιοθέτησης δηλαδή από μια μερίδα ανθρώπων, της ρατσιστικής αντίληψης ότι για τα οικονομικά-κοινωνικά προβλήματα που είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τον καπιταλισμό, φταίνε κάποιες “αδύναμες” (μειονοτικές) κοινωνικές ομάδες, όπως οι μετανάστες, οι οποίοι “κλέβουν τις δουλειές”, “λερώνουν την καθαρότητα της κοινωνίας”, “αλλοιώνουν τα ήθη και τα έθιμα που διατηρούν την συνοχή της”. Η οπτική αυτή συνοδεύεται από ακροδεξιά αιτήματα αυστηροποίησης του συστήματος και αύξησης του ελέγχου στους καταπιεσμένους. Ο στόχος τους δεν περιορίζεται μόνο στους μετανάστες, αλλά επεκτείνεται και σε άλλες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες δέχονται έτσι κι αλλιώς ρατσιστικής μεταχείρισης από την κοινωνία (εκδιδόμενες γυναίκες, ομόφυλα ζευγάρια, τοξικοεξαρτημένοι, ψυχικά ασθενείς κλπ), ή σε πολιτικούς και ταξικούς αντιπάλους των αφεντικών τους (αναρχικοί, ακροαριστεροί, απεργοί, αγωνιζόμενα κομμάτια της κοινωνίας).
…και παίρνει σάρκα και οστά
Ο ρατσισμός αποτελεί ένα σύγχρονο κοινωνικό taboo χωρίς όμως πολλή σκέψη αντιλαμβανόμαστε πως όταν η επιτροπή κατοίκων που έχει συσταθεί για το ζήτημα του ξενώνα δηλώνει «δεν είμαστε ρατσιστές» εννοεί το ακριβώς αντίθετο. Δεν χρειάζεται εκτενή ανάλυση για να αντιληφθούμε πως ο αγώνας για «να μην έρθουν μετανάστες στη γειτονιά» έρχεται σε άμεση αντιπαράθεση με τις εκεί συνήθειες, που ήθελαν τους ανθρώπους απαθείς να υπομένουν κάθε είδους ουσιαστική υποβάθμιση των ίδιων τους των ζωών: από την ανέχεια και την οικονομική καταπίεση, μέχρι το ζήτημα της υποβάθμισης του επιπέδου υγείας που προσέφεραν απλόχερα οι αναθυμιάσεις από τις βαφές που χρησιμοποιούσαν τα συνεργεία του δήμου στον ίδιο χώρο που τώρα προορίζεται για φιλοξενείο.
Βέβαια, κοιτάζοντας μέσα από την οπτική των συμμετεχόντων στη συγκεκριμένη επιτροπή, ως υποβάθμιση νοείται η πτώση της αγοραστικής αξίας σπιτιών και ενοικίων, πράγμα που αφορά προφανώς όσους δύνανται να δηλώνουν «εισοδηματίες», καθώς και η οικονομική καταρράκωση του τοπικού εμπορίου και της αγοράς για τους καταστηματάρχες. Μπροστά εν τέλει σε τέτοιου είδους κίνητρα, μπροστά στις συνθήκες που διαμορφώνονται γύρω από τη δημιουργία και τη δράση αντίστοιχων επιτροπών, δεν μπορούμε να παραγνωρίζουμε τις, έστω μακροπρόθεσμες, κατευθύνσεις που ανοίγονται. Το παράδειγμα του Αγ. Παντελεήμονα μπορεί να φαντάζει -και να είναι στην ουσία- δυσανάλογο, όμως οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε πως μια τέτοια προοπτική θα κοπεί εν τη γενέσει της. Ο κόσμος του αγώνα που παλεύει για την συλλογική και ατομική απελευθέρωση θα αντιπαρατεθεί με κάθε ρατσιστικό ιδεολόγημα και θα κλείσει κάθε ανοιχτή πόρτα για φασίστες και τη δράση τους στις γειτονιές μας. Ενώ, θα αντιτάσσεται ξεκάθαρα με κάθε καταπιεστή, με κάθε έναν που επιδιώκει την συντήρηση ή αναβάθμιση της θέσης του στην κλίμακα της κοινωνικής και οικονομικής καταπίεσης.
Διαρκής αγώνας για την ολική απελευθέρωση
Εμείς ως αναρχικοί δεν μπορούμε να σταθούμε ενάντια στη δημιουργία του ξενώνα, ούτε όμως μπορούμε να εστιάζουμε στο αν θα γίνει ή όχι. Επιμένουμε να προτάσσουμε την αυτενέργεια των καταπιεσμένων, απέναντι στη λογική της ανάθεσης των αναγκών μας σε κάθε λογής δήμους και ΜΚΟ και λοιπές ανθρωπιστικές οργανώσεις. Μόνοι τους οι καταπιεσμένοι, μέσα από αυτο-οργανωμένες και αντιεραχικές κοινότητες αγώνα στις γειτονιές (και όχι μόνο), αντιμετωπίζοντας τους ανθρώπους αυτούς ως ζωντανά και δρώντα υποκείμενα και όχι ως αντικείμενα στα χέρια ρατσιστών και “αντι”ρατσιστών, φασιστών και “ανθρωπιστών”, ψευδο-επιτροπών γειτονιάς και δημαρχαίων θα δώσουν από κοινού λύσεις στα προβλήματα τους, θα δημιουργήσουν τις δομές που χρειάζονται για να επιβιώσουν, θα βρουν τους τρόπους και τη δύναμη για να πολεμήσουν κράτος και καπιταλισμό.
ΟΥΤΕ ΜΕ ΤΟΝ ΔΗΜΑΡΧΟ,
ΟΥΤΕ ΜΕ ΤΙΣ ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ
ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΞΕΓΕΡΜΕΝΟΥΣ, ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ

10/10/14

Οθέλος- pulp τραγωδία (απόσπασμα από υπό έκδοση διήγημα του Τάσου Θεοφίλου)


20-21 Φλεβάρη

Κάθομαι σε ένα μπαρ. Δίπλα μου κάποιος που μιλάει με βραχνή φωνή και ύφος: έχω δει πολλά στη ζωή μου. Τίποτα δεν έχει δει. Απλώς στα νιάτα του διάβασε Ντεμπόρ και ακόμη δεν μπορεί να συνέλθει. Έχει ύφος: στην ζωή μου έχω κάνει πολλά. Τίποτα δεν έχει κάνει. Απλώς πίνει πολύ και διαβάζει Μπουκόφσκι. Εξαπολύει τα βέλη της κριτικής προς κάθε κατεύθυνση. Πιστεύει πως έχει μια πλήρη και σφαιρική αντίληψη για τον κόσμο. Για την ιστορική κίνηση. Απλώς έχει διαβάσει Φουκώ και έχει δοκιμάσει LSD. Κατηγορεί τα περιστέρια. Τα θεωρεί σύγχρονη μάστιγα των μητροπόλεων. Ποντίκια με φτερά και άλλες κοινοτοπίες, δεν καταλαβαίνει ότι η σημερινή κατάντια τους συμβολίζει την έκπτωση του Αγίου Πνεύματος. Την αποδραματοποίηση της ζωής.

[…]

Το επόμενο απόγευμα της λέει: είδα άσχημο όνειρο. Κοιτάζει τον καθρέφτη του συνοδηγού.

Έχει σταγόνες βροχής. Σιωπή. Ο υαλοκαθαριστήρας περιπολεί το παρμπρίζ σκανάροντας τις ψιχάλες που προσγειώνονται πάνω του. Είναι ο μονός θόρυβος που ακούει. Δεν ακούει τον θόρυβο της μηχανής. Δεν ακούει τον θόρυβο του υγρού οδοστρώματος. Της μουσκεμένης πόλης. Ο ήχος της πόλης όταν βρέχει του φέρνει ζάλη. Bad trip. Κοιτάζει και ακούει τους υαλοκαθαριστήρες. Τρουκ-τρουκ, κενό, τρουκ-τρουκ. Αυτή κατεβάζει έναν πόντο το παράθυρο κι' ανάβει τσιγάρο. Καπνίζει και φυσάει τον καπνό προς την χαραμάδα. Η καμπίνα ντουμανιάζει και ξεντουμανιάζει ανά κύματα. Της ταιριάζει το τσιγάρο. Του αρέσει να την φιλάει και να γεύεται την αίσθηση του μπαγιάτικο καπνού στο στόμα της. Την ρωτάει που είναι το μαντίλι που της χάριζε. Του λέει ότι το έχασε. Του λέει ότι το ξέχασε στο πατέρα της. Ότι ο πατέρας της είναι εισαγγελέας. Ότι μυρίζει σαν πτώμα. Της λέει ότι ήταν ενθύμιο της μητέρας του. Της λέει να χωρίσουνε. Αυτή φεύγει αναστατωμένη.  Αυτός κοιτάζει απελπισμένος. Τα σύννεφα αυτήν την ώρα δίνουν στον ουρανό το βρώμικο χρώμα της πόλης.

Ο έρωτας είναι σκατά. Δεν πιστεύω πια στους εξωραϊσμούς της τέχνης. Η προοπτική του έρωτα προς το Απόλυτο είναι μόνο συμβολική και ο πραγματικός  του προορισμός είναι να τσαλαβουτάει στην χαμέρπεια της ανθρώπινης υπόστασης. Παρουσιάζεται σαν ένωση ενώ είναι διαχωρισμός. Παρουσιάζεται σαν αποθέωση ενώ είναι κατάπτωση. Είναι η κατάρα της ανθρωπότητας. Ο έρωτας δεν είναι μάχη, άλλα ασθένεια.

Ούτε η ανθρωπότητα αξίζει. Δεν αξίζει κάτι παραπάνω από αυτό που έχει. Η ανθρωπότητα είναι υπερεκτιμημένη. Τους ανθρώπους μόνο να τους παρατηρείς αξίζει. Και να τους λυπάσαι. Πόσο τιποτένιοι είναι. Πόσο τιποτένια κίνητρα βρίσκονται πίσω από τα πιο ηρωικά κατορθώματα. Πόση ανασφάλεια πίσω από τα πιο αλτρουιστικά συναισθήματα. Αγαπάω τον Μαρξ όχι για τη συμβολή του στην ανθρώπινη ιστορία. Σίγα την ιστορία. Τον αγαπάω για το στυλ του, την υπεροψία του και το ταμπεραμέντο του. Μισώ τον Νίτσε για τον ίδιο λόγο άλλα και επειδή κανείς δεν καταλαβαίνει ότι στην ιστορία έμεινε όχι για τον Αντίχριστο ή τον Ζαρατούστρα άλλα για το παχύ μουστάκι και την αλφαδιασμένη χωρίστρα του. Γιατί ο Νίτσε είναι σαν τον Ντεμπόρ. Παιδική αρρώστια. Αν τον περάσεις μικρός σου αφήνει αντισώματα, αν τον περάσεις μεγάλος σου αφήνει κουσούρι. Αυτός είναι ο Δυτικός πολιτισμός. Ξέρω πως η ανθρωπότητα έχει ξαναζήσει περιόδους παρακμής αντίστοιχες της σημερινής. Όμως ξέρω πως πότε πριν δεν χρειάστηκε να επιστρατευτεί τόση ανθρώπινη δημιουργικότητά για να προκληθεί αυτή η παρακμή. Αυτή η παρακμή είναι τεχνίτη. Κάποτε με παίρνει ο ύπνος.

8/10/14

RAGE AGAINST THE MACHINE : η προλεταριακή ανταρσία στη βιομηχανική επανάσταση.

Εκτέλεση λουδιτών στις 8 Ιανουαρίου του 1813


RAGE AGAINST THE MACHINE :
η προλεταριακή ανταρσία στη βιομηχανική επανάσταση.

I.

«Τραγουδάω για την πόλη του Μάντσεστερ 
Όπου ανθίζουν οι τέχνες και οι επιστήμες 
Όπου ο καπνός από τις τσιμινιέρες
Κάνει τον αέρα τόσο μαύρο
Τόσο πυκνό και τόσο θρεπτικό
Και τα παιδιά που δουλεύουν  
Δεν μπορούν ν’ αναπνεύσουν  
Αλήθεια μου έρχεται να τρελαθώ 
Όταν ακούω τον κόσμο να λέει
Το Μάντσεστερ γίνεται κάθε μέρα καλύτερο».
Λαϊκό τραγούδι του 19ου αιώνα.


Στην ήπια πολιτική οικονομία επικρατεί το ειδύλλιο, μας λέει ο θεμελιωτής της φιλοσοφίας της πράξης. Ο πλουτισμός καταχτιέται μέσα από τη σκληρή δουλειά και το Δίκαιο. Στην πράξη όμως πρωταγωνιστικό ρόλο στην Ιστορία παίζουν η κατάκτηση, η υποδούλωση, ο φόνος μετά ληστείας: με δυο λόγια η γυμνή βία. Η ιστορία της ανάδυσης του καπιταλισμού είναι μια τέτοια ιστορία βίας. Τόσο με την πρωταρχική συσσώρευση, όσο και με τη λεγόμενη βιομηχανική επανάσταση, το κεφάλαιο εισβάλλει ορμητικό στην ανθρώπινη ιστορία, αναδύεται “στάζοντας από πάνω μέχρι κάτω αίμα και σκατά απ’ όλους του τους πόρους”, ερχόμενο σε βίαιη ρήξη με τις παρελθούσες κοινωνικές και παραγωγικές σχέσεις. 

Η πρωταρχική συσσώρευση υπήρξε η μακρόχρονη διαδικασία (1) διαχωρισμού των χρηστών των κοινοτικών γαιών από τα μέσα παραγωγής, αναπαραγωγής, διαβίωσης και επικοινωνίας. Οι άνθρωποι δεν έχουν πλέον κανένα μέσο αναπαραγωγής της βιολογικής τους ύπαρξης, πέρα από την “ελεύθερη” εργασία τους. Έτσι το Κεφάλαιο πλάθει το προλεταριάτο, που επιβιώνει πουλώντας την εργασιακή του δύναμη. Δημιουργεί δηλαδή το ιδιαίτερο εκείνο εμπόρευμα που θέτει σε κίνηση το μηχανισμό του καπιταλισμού. Γράφει ο Μπορντίγκα: «Με την πρωταρχική συσσώρευση ο καπιταλισμός αδειάζει τα πορτοφόλια, τα σπίτια, τα χωράφια και τα μαγαζιά των ανθρώπων και τους μετατρέπει σε πένητες, ενδεείς, άκληρους, χωρίς αποθέματα. Τους υποβιβάζει σε “μισθωτούς σκλάβους” […]Η αθλιότητα (mizeria) αυξάνεται και ο πλούτος συγκεντρώνεται, γιατί υπάρχει μια δυσανάλογη αύξηση στον απόλυτο και σχετικό αριθμό άκληρων προλεταρίων που πρέπει κάθε μέρα να τρώνε ό,τι κάθε μέρα κερδίζουν». 

Όλη αυτή η σειρά των φρικαλεοτήτων και των ληστρικών πράξεων εις βάρος των φτωχών και η βίαιη απαλλοτρίωση τους δημιουργεί τους απαραίτητους όρους και τις προϋποθέσεις για την αντικατάσταση του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής από τον κεφαλαιοκρατικό. Τα πρόβατα έφαγαν τους ανθρώπους (2), σχολίαζε σκωπτικά για τις περιφράξεις ο Ουιλιάμ Μόρις… 

Αν η πρωταρχική συσσώρευση γέννησε τον καπιταλισμό, η Βιομηχανική Επανάσταση τον εδραίωσε. Οι παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας για πρώτη φορά εκτοξεύθηκαν σε ασύλληπτο βαθμό, δημιουργώντας ένα χωρίς προηγούμενο κοινωνικό πλούτο. Την ίδια ώρα όμως, εκτόξευσε και τον τρόμο και την αθλιότητα των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων, αφήνοντας πίσω της ξεκληρισμένους ακτήμονες και νεκρούς, ακρωτηριασμένους (σωματικά, πνευματικά και υπαρξιακά) και εξαθλιωμένους προλετάριους. Αυτή η εξαθλίωση βρίσκεται φυσικά σε πλήρη αντίθεση με την κοινή λογική που λέει πως, όσο πιο μεγάλη είναι η παραγωγική δύναμη της εργασίας, τόσο πιο μικρή είναι η μάζα της εργασίας. Η εκμηχάνιση της παραγωγής που έπρεπε να χειραφετήσει την εργασία, όπως ονειρευόταν χιλιάδες χρόνια πριν ο Αριστοτέλης (3), δημιούργησε μια εφιαλτική δυστοπία για το προλεταριάτο.

Το 1856 στο λόγο για την επέτειο της εφημερίδας People’s Paper, ο Μαρξ έλεγε: «Στην εποχή μας φαίνεται πως το καθετί κυοφορεί το αντίθετο του. Βλέπουμε πως η μηχανή, ταλαντούχα και αξιοθαύμαστη ικανότητα για τη συντόμευση της ανθρώπινης εργασίας και για να την κάνει πιο παραγωγική, φέρνει μονάχα πείνα και εξουθενωτικό κάματο. Οι νέες ανακαλύψεις πηγών πλούτου, από κάποια περίεργη κατάρα, μετατρέπονται σε πηγές αθλιότητας… Φαίνεται πως από αυτή την άποψη, όσο η ανθρωπότητα υποτάσσει τη φύση, μετατρέπεται ο άνθρωπος σε δούλο άλλων ανθρώπων ή της ποταπότητας τους». 

Φυσικά, αυτή η “περίεργη κατάρα” δεν είναι άλλη από την αμετροφαγία του Κεφαλαίου…

Πριν όμως δούμε ποιά ήταν η “υποδοχή” στην εκμηχάνιση της παραγωγής, ας δούμε πρώτα μερικές συνέπειες της εκβιομηχάνισης στη ζωή του προλεταριάτου, έτσι όπως περιγράφεται στο “Κεφάλαιο”:

1. Ανταγωνιστική σχέση εργάτη/μηχανής: η μηχανή ρίχνει εκτός παραγωγής μια σημαντική μερίδα του εργατικού δυναμικού, το οδηγεί στην εξαθλίωση της ανεργίας ή της μερικής εργασίας (από το πληρωμένο μηδέν, στο απλήρωτο μηδέν) κι έτσι οι εργάτες γίνονται μπαλάκι στις ορέξεις των καπιταλιστών, απωθούνται ή προσελκύονται, πετιούνται από δω κι από κει ανάλογα με τις κεφαλαιοκρατικές ανάγκες.

2. Η μηχανή χρησιμοποιείται σαν πολεμικό μέσο για την καταστολή των εργατικών εξεγέρσεων και απεργιών.

3. Εντατικοποίηση της εργασίας: “ο εργάτης εξαναγκάζεται να ξοδεύει περισσότερη εργασία στο ίδιο χρονικό διάστημα, ν’ αυξάνει την ένταση της εργατικής δύναμης, να γεμίζει πιο πυκνά τους πόρους του χρόνου εργασίας”. Αυτή η συμπύκνωση/ συμπίεση της μάζας της εργασίας σε μια δοσμένη χρονική περίοδο, δηλαδή η αύξηση της ποσότητας της εργασίας, αυξάνει και την υπεραξία που σφετερίζεται ο κεφαλαιοκράτης. Έτσι, το Κεφάλαιο ακόμα κι αν εξαναγκάζεται υπό την πίεση της ταξικής πάλης να μειώσει την εργάσιμη ημέρα, μέσω της εντατικοποίησης βγάζει τα σπασμένα και με το παραπάνω. Η εντατικοποίηση της εργασίας αυξάνει, όπως είναι φυσικό, και τον αριθμό των εργατικών “ατυχημάτων”, καθώς οι μηχανές και οι άνθρωποι κινούνται με διαρκώς αυξανόμενη ταχύτητα για να αυξήσουν την παραγωγή και η παραμικρή “απροσεξία” αποβαίνει μοιραία. 

4. Εισέρχονται στην παραγωγική διαδικασία νέες εργατικές δυνάμεις, οι γυναίκες και τα παιδιά. Ως πιο απαξιωμένες κοινωνικά μέσα στο πατριαρχικό πλέγμα, αυτές οι εργατικές δυνάμεις είναι πιο πρόσφορες στην υπερεκμετάλλευση, είναι φθηνότερο και πιο υπάκουο εργατικό δυναμικό. Μικρά παιδιά ακόμα και 5 χρονών (4) εξαναγκάζονται να δουλεύουν στα εργοστάσια (στα “μετριασμένα κάτεργα” κατά τον Φουριέ) κάτω από άθλιες συνθήκες, με άθλια διατροφή, μέρα και νύχτα, με εξαντλητικά ωράρια, μέχρι και 16 ώρες ημερησίως! 

Μέσα απ’ αυτή την εισροή νέου εργατικού δυναμικού, το Κεφάλαιο πλαταίνει το εκμεταλλεύσιμο υλικό, αποδιαρθρώνει τον οικογενειακό ιστό και μετατρέπει τον πατέρα-αφέντη της οικογένειας σε ένα κοινό δουλέμπορο που πουλάει τη γυναίκα του και τα παιδιά του στα σκλαβοπάζαρα του καπιταλισμού. Οι εξαθλιωμένες μητέρες οδηγούνται στην ηθική και φυσική εξαχρείωση, αδιαφορώντας ακόμα και για τα βρέφη τους, κακοποιούν και εγκαταλείπουν τα παιδιά τους, τα χορηγούν ναρκωτικά ή τ’ αφήνουν πεινασμένα, μένοντας ασυγκίνητες ακόμα και μπροστά στο θάνατο τους. Το ηθικό αυτό σακάτεμα, παρατηρεί ο Μαρξ, οδηγεί τις μητέρες στην καλυμμένη παιδοκτονία.

5. Παράταση της εργάσιμης ημέρας: όπως είδαμε και πιο πάνω, ενώ η μηχανή θα έπρεπε να μειώνει την εργάσιμη ημέρα, η ύπαρξη του εφεδρικού εργατικού δυναμικού (των ανέργων) οδηγεί στην εκβιαστική υπακοή στους όρους που υπαγορεύει το Κεφάλαιο κι έτσι η καπιταλιστική βουλιμία ανατρέπει τα ηθικά και φυσικά όρια της εργάσιμης ημέρας, δημιουργώντας την “πολιτισμική φρικαλεότητα της υπερβολικής εργασίας”. Βαθύτερη τάση της καπιταλιστικής παραγωγής είναι να καταβροχθίζει ζωντανή εργασία καθ’ όλο το 24ωρο της ημέρας. 

Η βουλιμία του Κεφαλαίου έφτασε στο σημείο να εξαναγκάζει τους σιδηροδρομικούς εργάτες να εργάζονται από 14 έως 18 ώρες την ημέρα. Σε περιόδους συρροής ταξιδιωτών χρησιμοποιούσε την “εργατικής τους δύναμη” για 40-50 ώρες αδιάκοπα! Γράφει ο Μαρξ : «Οι σιδηροδρομικοί, όμως, είναι κι αυτοί κοινοί άνθρωποι κι όχι κύκλωπες. Σ’ ένα ορισμένο σημείο παραλύει η εργατική τους δύναμη. Τους κυριεύει η νάρκη. Το μυαλό τους παύει να σκέφτεται και τα μάτια να βλέπουν». Ένας σιδηροδρομικός εργάτης λέει για τα συχνά “ατυχήματα” στους σιδηροδρόμους: «Όλοι ξέρουν ποιες είναι οι συνέπειες όταν για μια στιγμή παραλύσει η προσοχή του μηχανοδηγού και του θερμαστή. Και πως είναι δυνατό να γίνει διαφορετικά με την απεριόριστη παράταση της εργασίας, στον πιο δριμύ χειμώνα, χωρίς διαλείμματα και ανάπαυση; Πάρτε για παράδειγμα την παρακάτω περίπτωση που επαναλαμβάνεται καθημερινά. Την τελευταία Δευτέρα ένας θερμαστής έπιανε δουλεία πολύ νωρίς το πρωί και τελείωνε ύστερα από 14 ώρες και 50 λεπτά. Πριν προλάβει να πιεί έστω κι ένα τσάι τον ξαναφωνάζουν να πιάσει δουλεία…».

H αδηφαγία του Κεφαλαίου οδηγεί και σε θανάτους από υπερβολική εργασία. Τον Ιούνιο του 1863 η εικοσάχρονη Μαίρη-Άννα Ουέλκυ πέθανε από υπερβολική εργασία, καθώς εργαζόταν με τις συναδέλφους της κατά μέσo όρο 16 και ½ ώρες την ημέρα και πολλές φορές 30 ώρες αδιάκοπα, για να ετοιμάσουν τις τουαλέτες των φαντασμένων “ευγενών” κυριών για το χορό της πριγκίπισσας της Ουαλίας. Η Ουέλκυ, μαζί με άλλα 60 κορίτσια, εργάστηκε για 26 ½ ώρες αδιάκοπα κάτω από άθλιες συνθήκες και πέθανε: «χωρίς να προλάβει καν - προς κατάπληξη της κυρίας Ελίζας- να τελειώσει το τελευταίο κέντημα»… Οι θάνατοι από υπερβολική εργασία κατά την περίοδο της βιομηχανικής επανάστασης είναι συχνοί σε διάφορους επαγγελματικούς κλάδους, αλλά αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα για τους καπιταλιστές. Σ’ ένα ρεσιτάλ κυνισμού ο Ε.G. Wakegield γράφει στα 1833: «οι εργάτες που εργάζονται υπερβολικά πεθαίνουν με καταπληκτική γρηγοράδα. Οι θέσεις, όμως, αυτών που χάνονται συμπληρώνονται αμέσως και η συχνή αλλαγή των προσώπων δεν επιφέρει καμιά αλλαγή στη σκηνή».

6. Η βιομηχανική παραγωγή δημιουργεί ένα ολοκληρωτικό καθε-στώς στρατιωτικής πειθαρχίας, χωρίζει τους εργάτες σε χειρωνάκτες- απλούς φαντάρους και σε υπαξιωματικούς- επιστάτες (5). Στο βιβλίο “Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία”(1845), ο Ένγκελς περιγράφει το στρατιωτικό νόμο των εργοστασίων: «Η σκλαβιά, στην οποία η αστική τάξη κρατάει δεμένο το προλεταριάτο, πουθενά αλλού δε φαίνεται τόσο καθαρά, όσο στο εργοστασιακό σύστημα. Εδώ σταματάει νομικά και ουσιαστικά κάθε ελευθερία. Ο εργάτης είναι υποχρεωμένος να βρίσκεται στο εργοστάσιο το πρωί , στις 5:30. Αν φτάσει λίγα λεπτά αργότερα τιμωρείται κι αν φτάσει δέκα λεπτά αργότερα δεν τον αφή-νουν καθόλου να μπει μέσα, ώσπου να τελειώσει η ώρα του κολατσιού και χάνει το ¼ του μεροκάματου. Είναι υποχρεωμένος να τρώει, να πίνει και να κοιμάται κατ’ επιταγήν… Το τυραννικό κουδούνι τον καλεί από το κρεβάτι, από το κολατσιό και από το μεσημεριανό φαγητό. Και τι γίνεται μέσα στο ίδιο το εργοστάσιο; Εδώ ο εργοστασιάρχης είναι ο απόλυτος νομοθέτης. Εκδίδει κανονισμούς του εργοστασίου, όπως του γουστάρει, τροποποιεί τον κώδικά του ή κάνει προσθήκες σ’ αυτόν, όπως του καπνίσει […] Οι εργάτες αυτοί είναι καταδικασμένοι να ζουν κάτω από την απειλή του πνευματικού και σωματικού μαστιγίου από το 9ο έτος της ηλικίας τους ως το θάνατό τους».

7. Ο καταμερισμός της εργασίας της βιομηχανικής παραγωγής μετατρέπει τον εργάτη σ’ ένα κινητό εξάρτημα των εργοστασίων, σε μια ζωντανή μηχανή εργασίας, ένα έμψυχο εξάρτημα που προσαρμόζεται στο νεκρό μηχανισμό. Δεν είναι ο άνθρωπος που χρησιμοποιεί τα μέσα εργασίας, είναι τα μέσα εργασίας που χρησιμοποιούν τον άνθρωπο. Το άτομο χτυπιέται στη ζωτική του ρίζα και μετατρέπεται σε έμβιο αυτόματο (καθόλου τυχαία η λέξη ρομπότ σημαίνει εργάτης). Μέσα στη διαδικασία της παραγωγής ο εργάτης μετατρέπεται σ `ένα “σώμα ζωντανό δίχως αξία”, σαν τα ανατέμνοντα βατράχια.

8. Υποτίμηση της υγείας του προλεταριάτου και εμφάνιση νέων “εργατικών ασθενειών”. Οι προλετάριοι από τα 5 τους χρόνια δουλεύουν κάτω από άθλιες συνθήκες και ζουν σε ακόμα πιο άθλιες κατοικίες και εκφυλίζονται σωματικά και ηθικά. Οι αγγειοπλάστες γίνονται μικρόσωμοι και κακοφτιαγμένοι, με παραμορφωμένο στήθος, γερνούν και πεθαίνουν πρόωρα, γίνονται φλεγματικοί και αναιμικοί και χτυπιούνται από διάφορες εκφυλιστικές ασθένειες. 

Το 1845 διαπιστώθηκε ένα νέο είδος ασθένειας για τους εργάτες που δουλεύουν στην παραγωγή σπίρτων. Οι μισοί εργάτες ήταν παιδιά από13 έως 18 χρόνων: «παιδιά κουρελιασμένα, μισοπεθαμένα από την πείνα, τελείως εγκαταλειμμένα χωρίς καμιά αγωγή», που δουλεύουν νύχτα, με ισχνά γεύματα, σε χώρους δηλητηριασμένους από το φώσφορο. 

Ιατρική έκθεση που αφορά τους εργάτες γης στην κομητεία Σάδερλαντ αναφέρει το σταδιακό εκφυλισμό της υγείας των ρωμαλέων κι εύρωστων κάποτε κατοίκων της περιοχής και των παιδιών τους. Παράλληλα στο Λάνκαστερ ξεσπά ένα είδος πανούκλας, οφειλόμενης στην πείνα! Στο Λονδίνο μαζί με την επέκταση της ραπτομηχανής, επεκτείνονται και οι θάνατοι από την πείνα… 

Την ίδια ώρα η διατροφή του προλεταριάτου ήταν τρισάθλια: « (ο εργάτης) είναι υποχρεωμένος να τρώει καθημερινά μαζί με το ψωμί του μια ορισμένη ποσότητα ανθρώπινου ιδρώτα, ανακατεμένο με το πυώδες περιεχόμενο αποστημάτων, με ιστούς αράχνης, με πτώματα κατσαρίδων και χαλασμένη γερμανική μαγιά, χώρια η στύψη, η αμμόπετρα και τ’ άλλα ευχάριστα ορυκτά καρυκεύματα», όπως αναφέρει ο Μαρξ με το γνώριμο ειρωνικό του ύφος.
  
Όλα αυτά τα παραδείγματα που αναφέραμε είναι σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στα δεινά που έφεραν για τους φτωχούς η πρωταρχική συσσώρευση και η βιομηχανική επανάσταση. Οι “ λύσεις” για τους καταπιεσμένους προλετάριους ήταν μονάχα δύο: από τη μία η παραίτηση, η μοιρολατρία, η υποταγή, ο αλκοολισμός, η πορνεία, η ρηχή εγκληματικότητα και η αυτοκτονία. Από την άλλη η Αντίσταση, η Εξέγερση και η Αξιοπρέπεια.

Μέσα από την προλεταριακή ανταρσία γεννήθηκαν νέες μορφές ριζοσπαστικότητας: καταστροφή μηχανών, σαμποτάζ, απειλητικές επιστολές σ’ αφεντικά και επιστάτες, ταραχές, λεηλασίες και αυτοοργάνωση της τάξης.

II.

«Οι εργάσιμες ώρες ήταν 14,15 και μερικές φορές 16 ώρες, για έξι μέρες την εβδομάδα και για όλο τον χρόνο, με εξαίρεση τα Χριστούγεννα και την μεγάλη Παρασκευή. Αυτές ήταν οι συνθήκες που οι βιομήχανοι θεωρούσαν ιδεώδεις, αλλά που σπάνια υλοποιούνταν, γιατί τα ανθρώπινα κτήνη δεν άντεχαν ένα τέτοιο φορτίο και σπαταλούσαν το χρόνο τους σε καταπραϋντικά- αλκοόλ, γυναίκες, αιματηρά και βίαια σπορ- ή ξεσηκώνονταν, έβαζαν φωτιά στα εργοστάσια και κατέστρεφαν τις μηχανές, σ’ ένα είδος φρενιτικής και αναίτια βιομηχανικής ζακερί (6)»
                                  Χ.Τζ. Πλαμπ

Οι καταστροφές των μηχανών και οι βανδαλισμοί, ως κομμάτι αδιαχώριστο της παράδοσης της ανταρσίας του λαϊκού πολιτισμού, δεν είναι ένα φαινόμενο που αναπτύχθηκε σε παρθένο έδαφος, αλλά έρχεται να προστεθεί σε προγενέστερες μορφές λαϊκής εξέγερσης (εξεγέρσεις “για το ψωμί”, ενάντια στις περιφράξεις, καρναβαλικοί ξεσηκωμοί (7)
κλπ).

Κάτω από το γενικό τίτλο “λουδισμός” ενώνονται ποικιλόμορφα υποκείμενα, με διαφορετικά κίνητρα και μέχρι ενός σημείου αντίθετες στοχεύσεις. Μικροτεχνίτες που βλέπουν τις μηχανές να αντικαθιστούν την παραδοσιακή χειρονακτική εργασία της προβιομηχανικής παραγωγής, αγρότες που βλέπουν τον παραδοσιακό τρόπο ζωής της υπαίθρου να θάβεται κάτω από τα γιγαντιαία εργοστάσια και προλετάριοι που έβλεπαν στη μηχανή το πρόσωπο του άμεσου εχθρού τους, την πηγή της μιζέριας τους: «Οι εργάτες έβλεπαν με καχυποψία τα μεγάλα εργοστάσια, όμοια με στρατώνες και τα ωράρια εργασίας ατελείωτα και αυστηρά, τους θύμιζαν φυλακή». Ακόμα και μικροκαπιταλιστές έδειχναν την υποστήριξη τους προς το λουδισμό, αφού δεν είχαν τα απαραίτητα κεφάλαια για τις επενδύσεις που χρειάζονταν ο νέος τρόπος παραγωγής. Όπως γράφει ο Manuel :«μερικές φορές η λεπτομερής μελέτη των τοπικών περιστατικών αποκαλύπτει ότι το κίνημα των λουδιτών ήταν λιγότερο μια κινητοποίηση των εργαζομένων και περισσότερο μια όψη του ανταγωνισμού ανάμεσα στον καθυστερημένο και τον προοδευτικό ιδιοκτήτη εργοστασίου ή μανιφακτούρας». 

Όχι σπάνια οι τοπικές αρχές έδειχναν την ανοχή τους και την απροθυμία τους να δράσουν αποτελεσματικά εναντίον του λουδίτικου κινήματος. Η εξάπλωση του σπασίματος των μηχανών, αλλά και επιθέσεις(μέχρι και δολοφονίες!) εναντίον εφευρετών, ήταν τόσο εντυπωσιακή, που δημιουργούσε φαινομενικά παράξενες συμμαχίες που ξεκινούσαν από τα πιο φτωχά λαϊκά στρώματα (χωρικοί και εργατικό ή αγροτικό προλεταριάτο) και κατέληγαν σε τοπικούς αξιωματούχους, σε μεσοστρώματα και στο κατώτερο στρώμα της εύπορης τάξης. Ακόμα και ο στρατός δεν έκρυβε τη συμπάθεια του προς τους εξεγερμένους: λίγο πριν το κύμα καταστροφών εργοστασίων και μηχανών (μέχρι και του μισητού ρολογιού του κτηρίου Σαικς στο Ακκρινγκον, που συμβόλιζε για τους προλετάριους τους εντατικούς ρυθμούς της εργασίας), από τους ξεσηκωμένους υφαντουργούς του Μπλακμπερν, οι στρατιώτες αρνήθηκαν να πυροβολήσουν το πλήθος και μοιράστηκαν μαζί τους το ψωμί του συσσιτίου…

Τα κίνητρα του λουδισμού, όπως είπαμε και προηγούμενα, ποίκιλαν. Μια τάση του λουδισμού έβλεπε το σπάσιμο των μηχανών σα μια πρακτική στα πλαίσια των “συλλογικών διαπραγματεύσεων μέσω των ταραχών”, δε διακατεχόταν από τη συντηρητική τεχνοφοβία του παραδοσιακό- κεντρικού λουδισμού. Αντίθετα, έβλεπε στις μηχανές το ενδεχόμενο της χειραφέτησης του ανθρώπου από τη σκληρή εργασία. Όπως έγραφαν σε κείμενο τους το Μάρτη του 1812, δεν αντιτίθονταν σ’ όλες τις μορφές της μηχανής, αλλά: «σ’ όλα τα μηχανήματα που είναι επιβλαβή για τους πολίτες». Ξεχωρίζοντας τη μηχανή από την καπιταλιστική της χρήση, μέσα από το βανδαλισμό οι προλετάριοι στόχευσαν στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας ή τον περιορισμό των απολύσεων που προκαλούσε η ραγδαία εκμηχάνιση της παραγωγής ή στην αύξησητων μισθών κλπ.

Οι βάνδαλοι προλετάριοι δε σταματούσαν μονάχα στην καταστροφή των μηχανών, των εργοστασίων ή των πρώτων υλών, αλλά στρέφονταν και εναντίον της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των εργοδοτών τους. Εδώ η ταξική πάλη έπαιρνε μια άγρια μορφή: το 1802, για παράδειγμα, οι “κόφτες” στο Wiltshire, εκτός από τα μισητά εργοστάσια, έκαψαν ακόμα και τις θημωνιές, τις σιταποθήκες, μέχρι και τα σπίτια των σκύλων των εργοστασιαρχών. Από την οργή των εξεγερμένων δε γλύτωσαν ούτε τα δέντρα των ιδιωτικών κατοικιών των αφεντικών! Έτσι, θύμιζαν τις δράσεις του Black Act του 1723, όταν οι χωρικοί προχωρούσαν τις νύχτες σε εισβολές στα μέγαρα των πλουσίων, κατέστρεφαν τους φράχτες και σκότωναν τ’ ελάφια τους! Ο φιλοζωισμός δεν έζησε και τις καλύτερες στιγμές του…

Μία ακόμα μέθοδος του μαχόμενου προλεταριάτου, απόλυτα ταιριαστή με το λουδίτικο πνεύμα, ήταν οι ανώνυμες απειλητικές επιστολές. Όπως αναφέρει και ο Έντουαρτ Τόμσον στο “Έγκλημα της Ανωνυμίας”, οι απειλές έπαιρναν μια μορφή αγριότητας: «Όλα αυτά θα γίνουν. Θα σκοτώσουμε τον επιστάτη. Ο Τομ Νότατζ είναι ένα καταραμένο κάθαρμα. Θα τον σκοτώσουμε και για τον καθένα από μας θα σκοτώνουμε τέσσερις. Θα πουλήσουμε το αλεύρι σου με 2 και 6 το σάκο, θα του βάλουμε φωτιά και θα τον κάψουμε. Θα κάψουμε όλους τους μύλους. Θα τα κάψουμε όλα και θα τα βάλουμε φωτιά στην αποθήκη με το σιτάρι». Επιστρατευόταν μέχρι και ο ποιητικός οίστρος:

«Αυτό γράφτηκε για να μάθετε ότι είμαστε
ένας μικρός στρατός
Πάνω από τρεις χιλιάδες έτοιμοι για μάχη
Και θα ‘μαι ένας κολασμένος αν δεν κάνουμε καλά
ακόμα και το στρατό του βασιλιά 
Αν ο βασιλιάς και το κοινοβούλιο
δεν κυβερνήσουν καλύτερα
θα καταστρέψουμε όλη την Αγγλία».

Ο άγνωστος στιχοπλόκος μπορεί να μην είχε και σπουδαίο ποιητικό ταλέντο, αλλά το ταλέντο στις απειλές ήταν αρκετό να κάνει τ’ αφεντικά να χεστούν επάνω τους και να προχωρήσουν σε παραχωρήσεις υπό τον φόβο της εξέγερσης.

Ο ίδιος συγγραφέας στο εμβληματικό του έργο The making of theEnglish working class, αναφέρει κι άλλες τέτοιες περιπτώσεις. Το 1831απεργοί ανθρακωρύχοι διέρρηξαν το σπίτι ενός επιθεωρητή ανθρακωρυχείου και του άφησαν το παρακάτω γλαφυρό, αν και ανορθόγραφο σημείωμα: «Ήμουνα στο σπίτι σου χθες το βράδυ πέρασα φίνα. Φαμίλια βλέπω δεν έχεις, μονάχος σου είσαι, βλέπω ότι έχεις ένα σωρό δωμάτια. Ένα σωρό κελάρια και εκεί φυλάς ένα σκασμό μπύρα και κρασί, από τα οποία ήπια όσο μπόρεσα. Το λοιπόν, ξέρω μερικούς στο ανθρακωρυχείο που στο σπίτι τους ζουν τρεις και τέσσερις νοματαίοι και ζουν σ’ ένα δωμάτιο (όλοι μαζί) χειρότερο από το κελάρι σου. Δε λέω ότι ξέρω και πολλά, αλλά δεν πρέπει να είναι τόσο μεγάλη η διαφορά. Το μόνο μέρος που μας μένει στο τέλος της εβδομάδας είναι η παμπ- εκεί να πιούμε μια μπύρα. Ούτε προφήτης είμαι, αλλά ξέρω πως δεν είναι δίκαια η μεταχείριση μας κι ένας μέγας φιλόσοφος λέει άμα θα μορφώνεσαι τότε εννοείς πως δεν γνωρίζεις. Όμως μόλις το πήραμε χαμπάρι, προσέχτε αφεντάδες και ιδιοκτήτες, δε θα είναι πάντα με το μέρος σας η κατάσταση, θα πάρουμε λίγο από ότι μας ανήκει».

Εδώ είναι διακριτή μια οιονεί επαναστατική ταξική συνείδηση. Οι διεκδικητικοί αγώνες αυτοί είναι μια προδρομική μορφή ενός επαναστατικού κινήματος που, αντί να ζητάει τη βελτίωση των συνθηκών δουλειάς, επιδιώκει την ολική κατάργηση της μισθωτής σκλαβιάς. Ούτως ή άλλως από την ίδια τους τη φύση οι διεκδικητικοί αγώνες εμπεριέχουν σπερματικά το ενδεχόμενο της ποιοτικής μεταβολής και της ριζοσπαστικοποίησης τους. 

Πέρα από την τάση που έβλεπε στο βανδαλισμό, την μέσω των συμπλοκών “συλλογική διαπραγμάτευση”, υπήρξε και η ισχυρή τεχνοφοβική τάση του λουδισμού. Ο τεχνοφοβισμός εξέφραζε κυρίως τους μικροτεχνίτες και τους χωρικούς που έβλεπαν να αλλοιώνεται ο παραδοσιακός τρόπος ζωής τους από μία τεχνολογική εισβολή που ελάχιστα κατανοούσαν. Οι άνθρωποι της υπαίθρου διακατέχονταν από μια  “ειδυλλιακή” πολιτιστική παράδοση, με έντονα τα συντηρητικά στοιχεία(θρησκοληψία, προσήλωση στο πρόσωπο του βασιλεία, μοιρολατρία κλπ)(8). Ήταν άνθρωποι που: «έβλεπαν τα εργοστάσια να πάλλονται και να βρυχώνται από μία βίαιη ενέργεια, αλλά που δεν αποδέχονταν πραγματικά αυτό που τους πρόσφεραν τα μάτια τους». Ο λουδισμός υπήρξε γι’ αυτούς μέσο υπεράσπισης του δικού τους συστήματος ζωής, που καταστρέφονταν με δαιμονικούς ρυθμούς από τον υπερδραστήριο καπιταλισμό. Ήταν εξεγερμένοι, αλλά όχι επαναστάτες. Όπως κι άλλες μορφές “πρωτόλειας επανάστασης”, το βλέμμα του τεχνοφοβικού λουδισμού στρεφόταν νοσταλγικά στο “ειδυλλιακό-προπτωτικό” παρελθόν και όχι στο παρόν και στο μέλλον.

III.

«Ονομάζετε τους ανθρώπους αυτούς όχλο, απελπισμένο, επικίνδυνο και αγράμματο και μοιάζετε να σκέπτεστε ότι ο μόνος τρόπος για να ηρεμήσει η “Bellua multorum capitum” (το πολυκέφαλο κτήνος) είναι να κρεμάσετε μερικές από τις κεφαλές αυτές. Αλλά ακόμη κι ένας όχλος μπορεί καλύτερα να μπει στο δρόμο της λογικής με ένα κράμα διαλλακτικού πνεύματος και σταθερού χεριού, παρά με πρόσθετο εξερεθισμό και αυξημένες ποινές. Έχουμε, τάχα, συνειδητοποιήσει τι οφείλουμε σ’ αυτόν τον όχλο; Είναι ο όχλος που δουλεύει στους αγρούς σας και υπηρετεί στα σπίτια σας, που επανδρώνει τον στόλο σας και προμηθεύει άντρες στο στρατό σας, που σας έκαμε ικανούς να αψηφήσετε ολόκληρο τον κόσμο και που μπορεί επίσης να αψηφήσει κι εσάς, όταν η παραμέληση και η δυστυχία θα τον οδηγήσει σε απόγνωση! Ονομάστε αν θέλετε τους ανθρώπους αυτούς όχλο, αλλά μην ξεχνάτε, ότι ένας όχλος εκφράζει πολύ συχνά τα συναισθήματα του λαού».

Μ’ αυτά τα λόγια, στις 27 Φλεβάρη 1812, ο νεαρός ποιητής- λόρδος Μπάιρον υπερασπίστηκε το κίνημα των λουδιτών εναντίον της πρότασης της κυβέρνησης των Τόρις για επιβολή θανατικής ποινής στους καταστροφείς των μηχανών. Από το 1811 είχε ξεκινήσει μια θυελλώδης εξέγερση των φτωχών, που κορυφώθηκε το 1812, όταν καταστράφηκαν περίπου 25000 μηχανές. Τότε ήταν που το κίνημα των βανδαλισμών πήρε το όνομα “ λουδισμός”. Ο “στρατηγός Ντε Λουντ” κατά την παράδοση ήταν ένας εργάτης υφαντουργίας που ένα πρωί κατέστρεψε τη μηχανή με την οποία εργαζόταν και παρότρυνε τους συναδέλφους του να κάνουν το ίδιο. 

Οι καταστροφές των μηχανών, όμως δεν ήταν ένα καινούργιο φρούτο. Ήδη από το 17ο αιώνα παρατηρούνται τα πρώτα κρούσματα, και όχι μονάχα στην πρωτεύουσα της βιομηχανικής επανάστασης (στην Αγγλία) αλλά και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Η Bandmuhle (αργαλειός ταινιών) ενώ εφευρέθηκε στα τέλη του 16ου αιώνα στον Ντάντσιχ, όχι μόνο δε χρησιμοποιήθηκε, αλλά ο εφευρέτης της δολοφονήθηκε! Πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε στο Λέιντεν το 1629. Έπειτα από πολλές εξεγέρσεις, η χρήση της απαγορεύτηκε και στη συνέχεια απλώς περιορίστηκε, για να επανέλθει το 1861. Κάθε απόπειρα χρήσης της συνοδευόταν από εκτεταμένες ταραχές. Την ίδια περίπου περίοδο στην Αγγλία εξεγερμένοι κατέστρεψαν ένα ανεμοκίνητο πριονιστήριο. 

Ακόμα και στις αρχές του 18ου αιώνα: «οι υδροκίνητες πριονιστικές μηχανές μόλις και μετά βίας κατάφεραν να υπερνικήσουν την λαϊκή αντίσταση […]όταν το 1758 ο Έβερετ κατασκεύασε την πρώτη υδροκίνητη κουρευτική μηχανή, την έκαψαν μερικές εκατοντάδες εργάτες που μείνανε άνεργοι. Πενήντα χιλιάδες εργάτες που μέχρι τότε ζούσαν από το λανάρισμα του μαλλιού, με αίτηση τους προς τη βουλή τάχθηκαν ενάντια στις ξαντικές μηχανές και στη λαναριστική μηχανή του Αρκράιτ».
Καθ’ όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα οι βανδαλισμοί υπήρξαν ένας μόνιμος πονοκέφαλος για την αστική τάξη. Ένα πολύχρωμο πλήθος καταπιεσμένων συμμετείχαν στην καταστροφή των μηχανών: εργάτες, αγρότες, ανθρακωρύχοι, μυλωνάδες κατέστρεφαν ακόμα και εργοστάσια, κλωστήρια μύλους κλπ. 

Το 1718 και το 1724 οι βιομήχανοι διαμαρτυρήθηκαν στο αγγλικό κοινοβούλιο επειδή οι υφαντές τους απειλούσαν ότι θα τους γκρεμίσουν τα σπίτια και θα κάψουν τα εργοστάσια τους και τα παραγόμενα εμπορεύματα. Στις συγκρούσεις του 1726-27 υφαντουργοί κατέστρεφαν τα σπίτια των αφεντικών και των απεργοσπαστών, έσπασαν όλα τα σύνεργα της δουλειάς τους και τους αργαλειούς και λεηλάτησαν το μαλλί. Το 1738 εργάτες του κλάδου της κλωστοϋφαντουργίας έκοψαν τις αλυσίδες των αργαλειών. Το 1740 απεργοί ανθρακωρύχοι πυρπόλησαν μηχανές στις εισόδους των στοών. Το 1760 καταστράφηκαν κλωστήρια και εργοστάσια. Το 1765 ανθρακωρύχοι πυρπόλησαν κάρβουνο κι έσπασαν μηχανές.

Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Αγγλίας ο βανδαλισμός υπήρξε ένα όπλο των καταπιεσμένων στην ταξική πάλη που ολοένα και οξύνονταν. Η κορύφωση του κινήματος ήρθε ανάμεσα στο 1811-1813, με την εξέγερση των υφαντουργών στις περιοχές του Νόττινχαμ, του Γιορκ και του Μάντσεστερ. Ο “στρατηγός Ντε Λουντ” (που τελικά έδωσε το όνο-μα του όχι μόνο στο κίνημα του 1811-13 αλλά σ’ ολόκληρο το κίνημα βανδαλισμών) δεν ήταν πραγματικό πρόσωπο, αλλά το συλλογικό ψευδώνυμο των εξεγερμένων. Οι λουδίτες αρχικά προειδοποίησαν τους ιδιοκτήτες των υφαντουργείων κι αν αυτοί αρνούταν να αποσύρουν τις μηχανές τους, τότε εφορμούσαν με κάθε μέσο και τις κατέστρεφαν.

Προχωρούσαν ακόμα και στις αρπαγές των τροφίμων, τα οποία μοιραζόταν σ΄ ένα πνεύμα κοινοτικής αλληλεγγύης. Ο Τ. Ζερζάν γράφει για την εξέγερση: «Πλήθος ιδιοκτησιών καταστράφηκε, συμπεριλαμβανομένου ενός τεράστιου αριθμού αργαλειών, οι οποίοι είχαν σχεδιαστεί εκ νέου για την παραγωγή αγαθών κατώτερης ποιότητας[…] Η καταστροφή αργαλειών είχε μετατραπεί σε επίθεση κατά του κεφαλαίου στο 1812 και μια όλο και μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη που υπερέβαινε αριθμητικά το σύνολο των στρατιωτών που διέθετε ο Ουέλλιγκτον εναντίον του Ναπολέοντα, ήταν αναγκαίο να αποσταλεί για την αναχαίτιση της. Ο στρατός όμως ήταν όχι μόνο κατακερματισμένος σε μικρές μονάδες, αλλά συχνά θεωρούνταν και αναξιόπιστος, εξαιτίας της συμπάθειας των στρατιωτών για την υπόθεση των λουδιτών και της παρουσίας πολλών λουδιτών στις γραμμές τους. Παρόμοια, το κράτος δε μπορούσε να βασιστεί στις τοπικές δικαστικές και στρατιωτικές αρχές και το ευρύ σύστημα χαφιέδων που δημιούργησε αποδείχθηκε αναποτελεσματικό απέναντι στην πραγματική αλληλεγγύη του πληθυσμού».

14.400 στρατιώτες στάλθηκαν για την καταστολή του κινήματος, ενώ ο Δούκας του Ουέλλιγκτον διέθετε μόλις 8.739 άνδρες για την εκστρατεία που εξαπέλυσε η Αγγλία εναντίον της Γαλλίας το 1808. Στις 11 Φλεβάρη του 1812 οι Times μίλησαν για εκδήλωση ανοιχτού πολέμου στη χώρα και τρεις μέρες αργότερα η κυβέρνηση Πέρσιβαλ εισηγήθηκε ειδικό νόμο που προέβλεπε την επιβολή θανατικής ποινής για όποιον καταστρέφει μηχανές. Ο λόρδος Μπάιρον προκάλεσε την έκπληξη των καλοαναθρεμμένων ευγενών όταν στην βουλή των λόρδων υπερασπίσθηκε τους εξεγερμένους, τους ανθρώπους που ήταν: «προφανώς ένοχοι για το θανάσιμο αμάρτημα της φτώχειας». Όταν ο νόμος εφαρμόστηκε και14 εξεγερμένοι υφαντουργοί εκτελέστηκαν στο Γιορκ, ο ποιητής Πέρσι Σέλλεϋ (φίλος του Μπάιρον και γαμπρός του αναρχικού φιλοσόφου Γκοντγουιν) οργάνωσε ταμείο αλληλεγγύης για τα παιδιά των εκτελεσμένων  (9).

Παρά την καταστολή η εξέγερση συνεχιζόταν. Ο ανθυπολοχαγός Γουντ σε επιστολή του στο υπουργό Φιτζγουίλιαμ στις 17 Ιούνη 1812 ανέφερε: «εκτός από τις περιοχές που ήταν υπό τον έλεγχο του στρατού, η χώρα βρισκόταν ουσιαστικά στα χέρια των ανόμων». Το λουδιτικό κίνημα του 1812 εξασθενημένο από τα χτυπήματα της καταστολής μπορεί να μην κατάφερε να ανατρέψει τους “ευγενείς και τους τύραννους”, αλλά αποτελεί μια σπουδαία παρακαταθήκη στην ιστορία της προλεταριακής ανταρσίας.

Η ιστορία όμως δεν τελείωσε: «Η άμεση δράση και η εξέγερση, η καταστροφή των μηχανών, των καταστημάτων ή των σπιτιών των πλουσίων είχαν μακρά ιστορία […] Τόσο το 1830, όσο και το 1848, οι κινήσεις αυτές έδωσαν τρομακτική βαρύτητα σε ήσσονες κατά τ’ άλλα εκδηλώσεις δυσαρέσκειας, μετατρέποντας τη διαμαρτυρία σε επανάσταση». Το 1826 ξέσπασε εξέγερση στα βαμβακουργικά κέντρα και καταστράφηκαν όλοι οι μηχανικοί αργαλειοί σε ακτίνα έξι μιλίων από το Μπλάκμπερν. Μέσα σε τρεις μήνες πάνω από χίλιοι αργαλειοί αχρη-στεύτηκαν. Το 1830 η λαϊκή βία ξέσπασε στις περιοχές της Ανατολικής και Νότιας Αγγλίας. Τη θέση του μυθικού “Ντε Λουντ” πήρε ο εξίσου μυθικός “Λοχαγός Σουινκγ”, που υιοθετήθηκε από τους φτωχούς προλεταριοποιημένους χωρικούς. Οι εξεγερμένοι πυρπολούσαν δεμάτια και κατέστρεφαν τις αλωνιστικές μηχανές, έκαιγαν τους στάβλους απειλώντας γαιοκτήμονες, παπάδες και δικαστές πως θα έχουν την ίδια τύχη. Οι “ταραχές του Σουιγκ” έπαυσαν με απαγχονισμό 19 εξεγερμένων, τη φυλάκιση 644 και την απέλαση στην Αυστραλία 481 χωρικών.

Το 1842 ξέσπασε μια νέα εξέγερση στην εργοστασιακή περιοχή του Λανκασάιρ, που έμεινε γνωστή ως “εξέγερση των βαλβίδων”, επειδή οι απεργοί αφαιρούσαν τις βαλβίδες των καζανιών και των καμινιών, μπλοκάροντας την παραγωγή. Η καταστολή της εξέγερσης ήταν σφοδρή: μια μόνιμη στρατιωτική φρουρά εγκαταστάθηκε στην περιοχή και 1500απεργοί κλείστηκαν στις φυλακές. Ο Γ. Κουκ Τέιλορ αναφέρει για την περιοχή: «οι τυπογράφοι και οι υφαντουργοί προσθέτουν στη χαρτιστική πίστη (10) κι ένα μίσος απέναντι στις μηχανές, που δεν το συμμερίζονται διόλου οι εργάτες των εργοστασίων». Οι πρώτοι ήθελαν: «να πάρουν αμέσως τα όπλα, να κάψουν τα εργοστάσια, έτσι ώστε οι εργάτες να αναγκαστούν να ενωθούνε με το επαναστατικό κίνημα». 

Όταν στο Κολν  προλετάριοι πυρπόλησαν ένα εργοστάσιο, κάποιοι άλλοι εργάτες έσπευσαν να βοηθήσουν την πυροσβεστική για την κατάσβεση της φωτιάς. Η ραγδαία ανάπτυξη του επίσημου συνδικαλισμού προσπάθησε να βάλει φρένο στην προλεταριακή ανταρσία: «Μαζί με την αναπόφευκτη εξέλιξη των δυνάμεων καταστολής με τη μορφή της αστυνομίας και του στρατού, βλέπουμε την εξέλιξη των σωματείων ως απόπειρα να επιβληθεί τάξη από μέσα, από την ίδια την εργασιακή κατάσταση. Με το χωρισμό τους βάσει των επαγγελμάτων και της ειδίκευσης τους, ή μη, κατάφεραν όχι μόνο να ελέγξουν, αλλά και να τεμαχίσουν τον αγώνα και να τον διασπείρουν μέσα σ’ αυτούς τους επίπλαστους διαχωρισμούς».
Κατάφεραν, όμως να σκοτώσουν, τον Στρατηγό Ντε Λουντ;

IV.

«Κατάρα και οργή
Μοιράζουν τη γη
Και χέρι χέρι παν οι κολασμένοι»
Νίκος Γκάτσος

Ο λουδισμός διαλύθηκε ως κίνημα που προσπαθούσε να σταματήσει την τεχνολογική ανάπτυξη, αλλά οι μη τεχνοφοβικές πλευρές του ενσωματώθηκαν στις νέες εκφάνσεις της προλεταριακής ανταρσίας, όπως το σαμποτάζ, αλλά και οι σύγχρονες μητροπολιτικές ταραχές, με τους εμπρησμούς των συμβόλων του παλιού κόσμου. Ο τεχνοφοβισμός πλέον αφορά μοναχά μερικούς πριμιτιβιστές, κάποιους χίπηδες και μπόλικους θρησκόληπτους ή οπαδούς μυστικιστικών αιρέσεων και σεχτών. Η λουδίτικη μέθοδος, όμως, της “συλλογικής διαπραγμάτευσης μέσω των συμπλοκών” ζει και βασιλεύει. Επιπροσθέτως έχει εμπλουτιστεί στις μέρες μας και μ΄ ένα ακόμα όπλο της προλεταριακής ανταρσίας: τις απαγωγές αφεντικών (11).

Πολλές φορές το σαμποτάζ έχει ονομαστεί “νεολουδισμός”. Το σαμποτάζ, όμως, εμπεριέχει κι άλλες μεθόδους, πέρα από το βανδαλισμό. Ο Emil Pouget εισήγαγε τον όρο από την έκφραση “να δουλεύεις τσαπατσούλικα σαν με χτυπήματα από σαμπό”. Το σαμποτάζ παρουσιαζόταν άλλες φορές ως εσκεμμένη απόσυρση της παραγωγικότητας του εργάτη (12), άλλες φορές ως σκόπιμη παραγωγή ελαττωματικών προϊόντων, άλλες φορές ως κωλυσιεργία μέσω μιας υποτιθέμενης τυπολατρίας και σχολαστικής εφαρμογής των κανονισμών. Ο βανδαλισμός είναι η μορφή του σαμποτάζ που ταιριάζει περισσότερο στο πνεύμα του λουδισμού.

Η Ελίζαμπεθ Φλιν όρισε το σαμποτάζ ως ανταρτοπόλεμο φθοράς που οδηγεί σε βέβαιη νίκη. Και ο ανταρτοπόλεμος θέλει φαντασία: όταν το1889 σκωτσέζοι λιμενεργάτες ηττήθηκαν στην απεργία τους εφάρμοσαν τη μέθοδο του σαμποτάζ σε όλα τα λιμάνια, αφήνοντας να “γλιστρήσουν” από τα χέρια τους όλα τα κιβώτια που περιείχαν εύθραυστο περιεχόμενο. Ο βανδαλισμός γινόταν ως “ατύχημα”! Το 1913 οι εργάτες στα εστιατόρια και τα ξενοδοχεία στην Νέα Υόρκη, αφού ηττήθηκαν στην απεργία τους ,επέστρεψαν στις δουλειές τους με την διαφορά πως προειδοποιούσαν φωναχτά τους πελάτες για τις άθλιες συνθήκες υγιεινής στην κουζίνα και για την κακή ποιότητα των υλικών του φαγητού.

Οι “λυσσασμένοι” του 1968 έγραφαν σε μια προκήρυξη τους: «παραδομένοι στο ανελέητο ανατρεπτικό παιχνίδι, η κοινωνική μηχανή ξεχειλίζει από πολύ ενδιαφέροντες όρους για εκμετάλλευση. Σαμποτάζ, πλαστογραφείς, ιδιοποιήσεις, υπεξαιρέσεις, μποϊκοτάζ. Ας απελευθερωθεί ο ρους της γιορταστικής ατμόσφαιράς -δαιμονικός στρόβιλος των παράνομων απολαύσεων- και πόσες επιθυμίες ή ταλέντα θα βγουν στο φως».

Στις χρονιές 1910-11 στη διάρκεια απεργίας σιδηροδρομικών προκλήθηκαν 3.000 περιστατικά δολιοφθοράς στη Γαλλία, ενώ κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο εργάτες στις Η.Π.Α. προχωρούν σε ανεπίσημες απεργίες , χωρίς την έγκριση των συνδικάτων. Οι “απεργίες της αγριόγατας” ταλαιπωρούν όχι μοναχά τις κυβερνήσεις και το κεφάλαιο, αλλά και τα συνδικάτα που μέσα στα πλαίσια του κεϋνσιανισμού προωθούν τον ταξικό συμβιβασμό (όπως κάνουν και τα “Κομμουνιστικά” κόμματα, με αποκορύφωμα το λεγόμενο ιστορικό συμβιβασμό Mπερλιγκουέρ- Μόρο στην Ιταλία).

Στις δεκαετίες 60-70 η προλεταριακή ανταρσία πήρε τη μορφή ανοιχτής αντι- εργασίας στον φορντισμό και τον ταξικό συμβιβασμό που προωθούσε: σαμποτάζ, κοπάνες, σταμάτημα της παραγωγής με την παραμικρή αφορμή, απαξίωση της εργατικής ταυτότητας: «το εργοστάσιο ήταν το θέατρο ενός αδιάκοπου ανταρτοπόλεμου, με τους ειδικευμένους εργάτες να αναπτύσσουν θησαυρούς επινοητικότητας για να μειώσουν την παραγωγικότητα (συνήθως κατά περίπου 20%), παρά την επαγρύπνηση των στελεχών. Όλη η επιδεξιότητα και όλη η παραγωγικότητα των εργατών διοχετευόταν στη δημιουργία κρυφών φωλεών αυτονομίας»(A.Gorz). 

Το 1972 στη Δυτική Γερμανία παρατηρήθηκε πλήθος “αναίτιων” καταστροφών έτοιμων προς πώληση εμπορευμάτων. Οι προλετάριοι χρησιμοποιούσαν κάθε μέσο, από νερό ως διάφορες διαλυτικές χημικές ουσίες για να καταστρέψουν εμπορεύματα που οι ίδιοι παρήγαγαν. Οι ενέργειες αυτές ήταν έμπρακτη κριτική, όχι μονάχα του φετιχισμού του εμπορεύματος, αλλά και της ίδιας της ηθικής της εργασίας. 

Η προλεταριακή ανταρσία δεν έμεινε μονάχα στο χώρο των εργοστασίων. Από το 1964 το μαύρο προλεταριάτο εξάπλωνε την εξέγερση του σε όλες τις Η.Π.Α., αντιδρώντας όχι μόνο στο ρατσισμό, άλλα και στην υποβάθμιση της ζωής που προκλήθηκε από την “τεχνολογική ανεργία”, μετά την ανακάλυψη των βαμβακοσυλλεκτικών μηχανών το1944 στο Μισισιπή. Ο ρεφορμιστής σοσιαλιστής A.Gorz συνοψίζει την προλεταριακή άρνηση το 60-70: «στις Η.Π.Α., ήδη από το καλοκαίρι του1964, η κρίση είχε πάρει σχεδόν επαναστατικές μορφές: οι εξεγέρσεις του μαύρου προλεταριάτου, που εξαπλώνονταν από την ανατολή ως την δύση, είχαν σαν αποτέλεσμα τη λεηλασία και τον εμπρησμό ολόκληρων συνοικιών στις μεγάλες πόλεις-στο Ντιτρόιτ η εξέγερση είχε διαρκέσει σχεδόν μία εβδομάδα- και είχαν συνεχιστεί μέχρι την δεκαετία του70 με μαζικές πράξεις ανυπακοής και δολιοφθοράς στα μεγάλα εργοστάσια και στα πανεπιστήμια. 

Με μια καθυστέρηση αρκετών χρόνων, η ανταρσία είχε φτάσει, το 1967, στα πανεπιστήμια και τα λύκεια της δυτικής Γερμανίας, ύστερα είχε εξαπλωθεί στα βιομηχανικά κέντρα της υπόλοιπης Ευρώπης και παρατάθηκε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 70(στην Ιταλία, μέχρι το 1980) με εργατικές κινητοποιήσεις που διέφεραν ουσιωδώς από τις συνηθισμένες απεργίες: άρνηση των επιβαλλόμενων ωραρίων, άρνηση του μισθού ανάλογα με τη θέση εργασίας, άρνηση υπακοής στους “μικρούς προϊστάμενους”, μείωση των ρυθμών έντασης της εργασίας, παρατεταμένες καταλήψεις με κράτηση των ιδιοκτητών ή των διευθυντών, άρνηση να ανατίθεται στους νόμιμους εκπρόσωπους του προσωπικού η δικαιοδοσία για διαπραγματεύσεις, άρνηση του συμβιβασμού για διεκδικήσεις διατυπωμένες από τη βάση ή απλώς άρνηση εργασίας». 

Η νεοφιλελεύθερη επίθεση του κεφαλαίου από το 1970 (και κυρίως μετά το ’90, με την πλήρη χρεοκοπία του κρατικού καπιταλισμού της Ανατολικής Ευρώπης) και η μεταφορντική αναδιάρθρωση της παραγωγής έκαμψαν την αντίσταση του προλεταριάτου, όχι όμως με μεγάλη ευκολία :η άγρια απεργία των άγγλων ανθρακωρύχων και οι ταραχές στο Μπρίξτον ήταν μια απάντηση στην άνοδο του Θατσερισμού. Στις Αρδένες της Γαλλίας το 1982 εργάτες που αντιδρούσαν στο κλείσιμο του εργοστασίου συγκρούστηκαν με την αστυνομία με μολότοφ, ακόμα και πυροβολισμούς, ενώ έκαψαν και τον πύργο ιδιοκτησίας του διευθυντή. Το 2000 στα γαλλοελβετικά σύνορα, εργάτες της κλωστοϋφαντουργίας cellatex μόλις τους ανακοινώθηκε η απόλυση τους, κατέλαβαν το εργοστάσιο απειλώντας να το ανατινάξουν και έριξαν σε ρέμα που οδηγούσε προς τον ποταμό Meuse 5000 λίτρα οξέος, απειλώντας να τον μολύνουν αν δεν ικανοποιηθούν τα αιτήματα τους! Ανάλογες ενέργειες όλο και πυκνώνουν σήμερα, μέσα από την δραστηριότητα κρίσης του προλεταριάτου: απαγωγές αφεντικών και διευθυντικών στελεχών στη Γαλλία και σε άλλες χώρες, με ταυτόχρονη απειλή ανατίναξης εργοστασίων, δολοφονίες ιδιοκτητών εργοστασίων και διευθυντών (Ινδία κλπ.), καταστροφές εργοστασίων, όπως στην εξέγερση των υφαντουργών στο Μπαγκλαντές (13), διαδηλώσεις, ταραχές, εξεγέρσεις με διάφορα αιτήματα ή (ακόμα καλύτερα) χωρίς αιτήματα.

Και το τελευταίο και πιο ελπιδοφόρο δείγμα της προλεταριακής αντεπίθεσης το είδαμε στην αραβική εξέγερση, εκεί που: «οι προλετάριοι κρατούν πέτρες, μολότοφ και μαδέρια, οι μπάτσοι είναι πάνοπλοι και πυροβολούν οπλισμένοι στο ψαχνό δολοφονώντας αδιακρίτως. Οι προλετάριοι καταλαμβάνουν κτήρια, μπλοκάρουν δρόμους και πυρπολούν αυτοκίνητα, κάνουν ντου στις φυλακές, απελευθερώνουν κρατούμενους και κάνουν σαμποτάζ στις υποδομές[…](14).

Κι όλα αυτά τα παραδείγματα που αναφέρθηκαν στο κείμενο αυτό είναι σταγόνα στον ωκεανό των ενεργειών λουδισμού/βανδαλισμού/ σαμποτάζ που χρησιμοποιεί διαχρονικά το προλεταριάτο από τις μέρες της βιομηχανικής επανάστασης ως τις δικές μας μέρες της κρίσης αναπαραγωγής της σχέσης Κεφαλαίου και της όξυνσης του κοινωνικού ανταγωνισμού. 

Ποιός είπε λοιπόν πως ο στρατηγός Ντε Λουντ πέθανε; Απλώς έπαψε να είναι τεχνοφοβικός. Ζει ακόμα και στους αγώνες των προλεταρίων κι ετοιμάζεται μαζί τους για μια νέα έφοδο στον ουρανό…


Σημειώσεις:

1.  Σύμφωνα με την κρατούσα αντίληψη η πρωταρχική συσσώρευση ξεκίνησε στα τέλη του 15ου αιώνα και κράτησε μέχρι τον 18ο αιώνα. Υπάρχει όμως κι η ενδιαφέρουσα προσέγγιση του αυτόνομου μαρξισμού που μιλάει για τη μονιμότητα της πρωταρχικής συσσώρευσης και για νέα είδη Περιφράξεων: «η πρωταρχική συσσώρευση είναι μια διαρκής διαδικασία της καπιταλιστικής ανάπτυξης και καθίσταται επίσης απαραίτητη για τη διατήρηση των προηγούμενων μορφών του καπιταλισμού για δύο λόγους. Πρώτον, διότι το κεφάλαιο επιδιώκει την απεριόριστη διεύρυνση και γι’ αυτό πάντα χρειάζεται νέες σφαίρες και διαστάσεις της ζωής να τις μετατρέπει σε εμπορεύματα. Δεύτερον, διότι οι κοινωνικές συγκρούσεις βρίσκονται στην καρδιά της καπιταλιστικής διαδικασίας –αυτό σημαίνει ότι οι άνθρωποι ανασυστήνουν εκ νέου τα κοινά [commons] και αυτό το κάνουν συνεχώς. Αυτά τα κοινά συμβάλλουν στην εκ νέου ύφανση του κοινωνικού ιστού που απειλείται από τις προηγούμενες φάσεις της βαθειάς εμπορευματοποίησης και την ίδια στιγμή παρέχουν νέα δυνητικά εδάφη για την επόμενη φάση των περιφράξεων»(MassimoDe Angelis).

2.  Οι πρώτες περιφράξεις τον 16ο αιώνα έγιναν με σκοπό την χρησιμοποίηση της γης για παραγωγή μαλλιού. Πλέον οι φτωχοί χωρικοί αδυνατούσαν να συλλέξουν ξύλα, να βοσκήσουν τα ζώα τους και να έχουν πρόσβαση σε κοινούς πόρους. Όλες αυτές οι πράξεις ποινικοποιήθηκαν: «Έτσι, ο αγροτικός πληθυσμός αφού απογυμνώθηκε με τη βία από την περιουσία του και εκδιώχθηκε από τα κτήματά του, ξέπεσε στην κατάσταση της αλητείας και υποβλήθηκε με νόμους εξόφθαλμης τρομοκρατίας, με το μαστίγιο, με το κόκκινο σίδερο και με τα βασανιστήρια, σε μια πειθαρχεία απαραίτητη, για το σύστημα της μισθωτής εργασίας» (Μαρξ). Έτσι, οι περιφράξεις φτωχοποίησαν μαζικά τους ανθρώπους της υπαίθρου και “τα πρόβατα έφαγαν τους ανθρώπους”.

3.  Ο Αριστοτέλης έγραφε: «αν όλα τα εργαλεία μπορούσαν να εκτελούν χωρίς να φθείρονται ή, ακόμα καλυτέρα, από μόνα τους, το έργο για το οποίο κατασκευάστηκαν, όπως τα αριστουργήματα του Δαίδαλου που κινούνταν αυτόματα από μόνα τους, ή όπως οι τρίποδες του Ήφαιστου που αναλάμβαναν αυτόματα τα ιερά τους καθήκοντα -αν λόγου χάριν οι αργαλειοί ύφαιναν μόνοι τους ο αρχιτεχνίτης του εργαστηρίου δε θα είχε ανάγκη από βοηθούς, ούτε ο αφέντης από δούλους». Στο ίδιο πνεύμα ο φουτουριστής Μαρινέτι (που τελικά προσχώρησε στο φασισμό): «Σύντομα οι μηχανές θα φτιάξουν ένα υπάκουο προλεταριάτο από σίδερο, ατσάλι, αλουμίνιο στην υπηρεσία των ανθρώπων σχεδόν τελείως απελευθερωμένων από τη χειρονακτική εργασία, η οποία θα περιοριστεί στις 2-3 ώρες». Φυσικά στις καπιταλιστικές συνθήκες η μηχανή δε μπορεί να έχει χειραφετικό ρόλο: «Το τυφλό, διεστραμμένο και εξοντωτικό πάθος για δουλειά μετατρέπει την απελευθερωτική μηχανή σε όργανο υποδούλωσης των ελευθέρων ανθρώπων: η παραγωγικότητα της τους εξαθλιώνει» (Πωλ Λαφάργκ).

4.  Υπάρχει μια ανατριχιαστική ομοιότητα ανάμεσα στις συνθήκες εργασίας στην Αγγλία του 19ου αιώνα και σ’ αυτές που βιώνει σήμερα το προλεταριάτο της καπιταλιστικής περιφέρειας. Η υπερεκμετάλλευση της παιδικής εργασίας είναι ένα δείγμα.73 εκατομμύρια παιδιά κάτω των 10 ετών εργάζονται σε ορυχεία και λατομεία, παιδιά 5 ετών χρησιμοποιούνται στις εξορύξεις χρυσού κι άλλων μεταλλευμάτων, ενώ 22.000 παιδιά κάτω των 10ετών σκοτώνονται σ’ εργατικά “ατυχήματα” ή ασθένειες σχετιζόμενες με τις συνθήκες δουλειάς.

5.  «Οι στρατιωτικές επιστήμες εφαρμόστηκαν στη βιομηχανία και τα εργοστάσια κατασκευάστηκαν κυριολεκτικά με πρότυπο τις φυλακές, οι οποίες παρεμπιπτόντως έκαναν την εμφάνιση τους την ίδια εποχή»(Leopold Roc).

6.  Ζακερί ήταν οι εξεγέρσεις των γάλλων αγροτών, από το όνομα Jacque με το οποίο οι αστοί αποκαλούσαν υποτιμητικά τους αγρότες

7.  Οι εξεγερμένοι υπό τους ήχους μουσικής και κάνοντας χρήση βέβηλων εθίμων της λαϊκής καρναβαλικής παράδοσης προχωρούσαν σε κλοπές, λεηλασίες και εμπρησμούς μαγαζιών και αποθηκών. Στο “πανηγύρι της χήνας” στο Νότινγκαμ του 1764 οι εξεγερμένοι κυλούσαν στους δρόμους τα κεφάλια του τυριού. Το ίδιο και στην Ουαλία η λαϊκή αντίσταση στις περιφράξεις, τους φόρους και τον Poor Low πήρε καρναβαλικές μορφές, με φιγούρες σαν τη “Μητέρα Τρέλα” και τους “Άρχοντες της Ακαταστασίας”. Άντρες μεταμφιεσμένοι σε γυναίκες με το όνομα “η Ρεβέκκα και οι κόρες της”: « όρμαγαν στα σημεία είσπραξης των διοδίων, έριχναν τους φράχτες, κατέστρεφαν τα εκτροφεία των σολομών, τα εργοστάσια και άλλα υλικά σύμβολα του νέου κοινωνικού συστήματος». ΟΤζων  Γκίλλις γράφει πως στον απελπισμένο τους αγώνα οι λαϊκές μάζες μεταμόρφωσαν τη χυδαία και άγρια καρναβαλική μουσική σε όργανο ταξικής πάλης: «οι θρυλικές πια προκλήσεις του μυλωνά στη νεαρή γυναίκα που πήγαινε μοναχή της για να αλέσει γινόταν μια θαυμάσια μεταφορά που αντιπροσώπευε μια άλλη μορφή εκμετάλλευσης, όχι πια σεξουαλική, αλλά οικονομική».

8.  Μια άλλη παράμετρος υπήρξε και η μείωση των θρησκευτικών εορτών που γέμιζαν το φεουδαρχικό κόσμο, μιας και οι έμποροι και οι αστοί τις θεωρούσαν αντιπαραγωγικές. Η προτεσταντική μεταρρύθμιση ήταν αυτή η έκφραση της επίθεσης εναντίον των λαϊκών θρησκευτικών εορτών: «εκθρόνισε τους αγίους από τους ουρανούς, για να καταργήσει τις γιορτές τους στη γη».

9.  Σύμφωνα με μια εκδοχή η Μαίρη Σέλλεϋ (σύζυγος του Πέρσι Σέλλεϋ και κόρη του Γκόντγουιν) έγραψε το αριστουργηματικό μυθιστόρημα τρόμου “Φρανκεστάιν”, εμπνευσμένη από τον αγώνα των λουδιτών εναντίον των μηχανών.

10.  Το χαρτιστικό κίνημα ξεκίνησε τη δράση του ως μαζικό εργατικό κίνημα, στο οποίο υπήρχαν δύο τάσεις: η μια η τάση της ειρηνικής ενσωμάτωσης, του ρεφορμισμού και της μη βίας και η άλλη η τάση της ανταρσίας και της άμεσης δράσης (ακόμα και ένοπλης).Σε κεντρικό πλάνο ο χαρτισμός έθεσε τη διεκδίκηση του δικαιώματος της καθολικής ψήφου. Ως κίνημα ξεκίνησε το 1838. Δύο χρόνια νωρίτερα η εφημερίδα “Φάλαγγα” των φουεριεριστών έγραφε: «ο λαός είναι έτοιμος να ακολουθήσει την φωνή του δαίμονα της επανάστασης».

11.  Σχετικά με τους βίαιους και παράνομους αγώνες του γαλλικού προλεταριάτου, καθώς και για τη μέθοδο απαγωγών αφεντικών ή στελεχών επιχειρήσεων βλ. Jean Neton- Peter Astrom: «Πως μπορεί κανείς ακόμα να θέτει αιτήματα όταν κανένα αίτημα δε μπορεί να πραγματοποιηθεί». (στο 5ο τεύχος του Blaumachen). Για μια εικόνα των βίαιων προλεταριακών αγώνων της εποχής μας, αρκεί μια επίσκεψη στην ιστοσελίδα του Πρακτορείου Rioters. Ανάλογη θεματική βρίσκεται και στο αντιεξουσιαστικό έντυπο Βίδα.

12.  Η τακτική της σκόπιμης μείωσης του ρυθμού παραγωγής (go- slows) είχε προταθεί σε ανύποπτο χρόνο από τον Μαρξ: «Μου κηρύχνεις διαρκώς το ευαγγέλιο της “οικονομίας” και της “εγκράτειας”. Ωραία! Θα διαχειριστώ σα λογικός, οικονόμος νοικοκύρης τη μοναδική μου περιουσία, την εργατική μου δύναμη και θα απόσχω από κάθε ανόητη σπατάλη της. Θα ρευστοποιώ, θα βάζω σε κίνηση, θα μετατρέπω σε εργασία καθημερινά μόνο τόσο εργατική δύναμη, όσο συμβιβάζεται με την κανονική της διάρκεια και τη φυσιολογική της ανάπτυξη».

13.  Και στην γειτονική Ινδία τον Ιούνη του 1993 εργοστάσιο της εταιρείας Cargill πυρπολήθηκε από μικροκαλλιεργητές.

14.  Πράκτορες του Χάους: «Ξεκίνησε η εποχή των ταραχών…»(Blaumachen)

ΠΗΓΕΣ:
Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», εκδ. Σύγχρονη Εποχή
Μαρξ-Έγκελς: «Διαλεχτά Έργα» (χ.ε.)
Πωλ Λαφάργκ: «Το δικαίωμα στην τεμπελιά», εκδ. Νησίδες
Ρ. Μαρκιονάττι- Τ. Πηρσόν- Τ. Ζερζάν: « Η εξέγερση ενάντια στη μηχανή».Εκδ. Ελεύθερος Τύπος
Eric Hobsbawm: «Ξεχωριστοί Άνθρωποι: Αντίσταση, Εξέγερση και Τζαζ», εκδ.Θεμέλιο
«Ιχνηλατώντας τη θολή τροχιά των Os Cangaceiros στις κοινωνικές στέπες», εκδ. guillotine
«Commons Vs Crisis», εκδ. Rebel 
Jeremi Rifkin: «Το τέλος της εργασίας και το μέλλον της», εκδ. Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη
Andre Gorz: « Η αθλιότητα του σήμερα και η προοπτική του αύριο», εκδ. Νέα Σύνορα- Α.Α. Λιβάνη
Ομάδα ενάντια στον εκβιασμό της μισθωτής εργασίας: «Σκοτώνουν τ’ άλογαστη δουλειά κι όταν γεράσουν τα θάβουν ιδίοι εξόδοις»
Ζιλ Ντωβέ: «Έκλειψη κι επανεμφάνιση του κομμουνιστικού κινήματος», εκδ. Κόκκινο Νήμα
Ιός: «Η αποκατάσταση του Στρατηγού Λουντ» ,Ελευθεροτυπία 2/5/1999
Δημήτρης Αναστασόπουλος: «Το αντάρτικό ενάντια στην εργασία», Ελευθεροτυπία 7/8/2001 
Jean Weir: «Μια εισαγωγή στην οργισμένη Ταξιαρχία» (Contra Info)
Περιοδικά Blaumachen τεύχος 5 και Πανοποτικόν τεύχος 15
Athens Indymedia