16/9/14

ΤΟΝ ΦΑΣΙΣΜΟ ΒΑΘΕΙΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕ ΤΟΝ...


Ο φασισμός είναι μια ιστορική φάση όπου μπήκε τώρα ο καπιταλισμός, κι έτσι είναι κάτι το καινούργιο και παλιό μαζί. Ο καπιταλισμός στις φασιστικές χώρες υπάρχει πια μονάχα σαν φασισμός κι ο φασισμός δεν μπορεί να πολεμηθεί παρά σαν καπιταλισμός στην πιο ωμή και καταπιεστική του μορφή, σαν ο πιο θρασύς κι ο πιο δόλιος καπιταλισμός.

Πώς, λοιπόν, τώρα να πει κάποιος αντίπαλος του φασισμού την αλήθεια για το φασισμό όταν δε θέλει να πει τίποτα για τον καπιταλισμό, που τον προκαλεί; Πώς να 'χει η αλήθεια αυτή πραχτική σημασία;

Αυτοί που είναι αντίπαλοι του φασισμού χωρίς να 'ναι αντίπαλοι του καπιταλισμού, αυτοί που παραπονιούνται για τη βαρβαρότητα που αίτια τάχα έχει τη βαρβαρότητα την ίδια, μοιάζουν μ' ανθρώπους που θέλουν το μερτικό τους απ' τ' αρνί χωρίς όμως να σφαχτεί το αρνί. Θέλουν να φάνε το κρέας, να μη δουν όμως τα αίματα. Αυτοί θα ικανοποιηθούν αν ο χασάπης πλύνει τα χέρια του προτού φέρει το κρέας στο τραπέζι. Δεν είναι κατά των σχέσεων ιδιοκτησίας, που προκαλούν τη βαρβαρότητα, παρά μονάχα κατά της βαρβαρότητας, υψώνουν τη φωνή εναντίον της, κι αυτό το κάνουν από χώρες όπου κυριαρχούν οι ίδιες σχέσεις ιδιοκτησίας, όπου όμως οι χασάπηδες πλένουν ακόμα τα χέρια τους προτού φέρουν το κρέας στο τραπέζι.

[...]

Μια διακήρυξη ενάντια στο φασισμό δεν μπορεί να έχει ίχνος ειλικρίνειας, όταν μένουν ανέπαφες οι κοινωνικές καταστάσεις, που τον παράγουν σαν φυσική αναγκαιότητα. Οποιος δε θέλει να εγκαταλείψει την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, όχι μονάχα δε θ' απαλλαγεί από το φασισμό, αλλά θα τον χρειάζεται.

Φυσικά, ξέρω, ότι μερικές λέξεις, όπως ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, δεν ακούγονται ωραία, είναι ελάχιστα ρομαντικές και καθόλου ποιητικές. Αλλά κανένας μας δε σκέπτεται να τις χρησιμοποιεί για την ομορφιά τους. Είναι μόνο απαραίτητες. Δηλαδή, χρειάζεται να πούμε αυτό που λένε αυτές οι λέξεις. Κι όταν βρεθεί κανείς μπροστά στο δίλημμα, αν πρέπει να χρησιμοποιεί τόσο άσχημες, ξερές και δογματικές λέξεις και να μιλάει για πράγματα τόσο μηδαμινά, όπως η εξασφάλιση των απαραίτητων μέσων συντήρησης και η δυνατότητα να τρώει κανείς μέχρι να χορτάσει, ή αν πρέπει ν' αφήσει το φασισμό να νικήσει, θα πρέπει να κηρυχτεί υπέρ αυτών των λέξεων.

Αλλά για να μπει ο καπιταλισμός στον αγώνα ζωής και θανάτου με το προλεταριάτο, πρέπει να απαλλαγεί από όλους τους δισταγμούς του και να πετάξει μια-μια στη θάλασσα όλες τις δικές του έννοιες για ελευθερία, δικαιοσύνη, προσωπικότητα του ατόμου, ακόμα και συναγωνισμό. Ετσι μια άλλοτε μεγάλη και επαναστατική ιδεολογία εμφανίζεται τώρα στον τελικό της αγώνα με την πιο ταπεινή μορφή κοινής απάτης, με τον πιο αναιδή τρόπο εξαγοράς συνειδήσεων, με την πιο κτηνώδη θρασυδειλία, ακριβώς με φασιστική μορφή. Και ο αστός δεν εγκαταλείπει το πεδίο της μάχης προτού πάρει την πιο βορβορώδη όψη του.

[...]

Είτε πιστεύει κανείς, ότι ο καπιταλισμός θέλει να διατηρήσει την οικονομική του εξουσία παίρνοντας με το μέρος του την κινητοποιημένη μεσαία τάξη, είτε πιστεύει ότι με τον εθνικοσοσιαλισμό η μεσαία τάξη εγκαταστάθηκε σαν κράτος σε καπιταλιστική βάση και παρεμβλήθηκε ανάμεσα στις οικονομικά αντιμαχόμενες τάξεις, μια και μέσα σ' αυτό το σύστημα δεν μπόρεσε να λυθεί το αγροτικό ζήτημα (οι δυο υποθέσεις δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους) - ο εθνικοσοσιαλισμός μπορεί να καταπολεμηθεί μονάχα με την καταπολέμηση του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος. Σ' αυτόν τον αγώνα ενάντια στον εθνικοσοσιαλισμό, σύμμαχος μπορεί να είναι μονάχα η εργατική τάξη. Είναι αδύνατο να θέλει κανείς να καταπολεμήσει το φασισμό διατηρώντας τον καπιταλισμό, δηλαδή να ανακαλέσει τον καπιταλισμό σε μια πιο αδύνατη θέση, που ήδη είναι δοσμένη εξαιτίας της αστάθειάς της. Απέναντι στη μόνιμη πια κρίση του ο καπιταλισμός θα επιχειρήσει να επιβληθεί με την πιο ωμή και απροσχημάτιστη μορφή του και όχι με τη μορφή ενός υποχωρητικού φιλελευθερισμού κάτω από τους «εκβιασμούς» του προλεταριάτου του. Σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα ολόκληρη η αστική τάξη θα έχει διαπιστώσει, ότι ο φασισμός είναι η καλύτερη καπιταλιστική κρατική μορφή της εποχής μας, όπως ήταν ο φιλελευθερισμός η καλύτερη μορφή κρατικής εξουσίας στον καιρό του. Το φασισμό μπορεί να τον καταπολεμήσει μονάχα όποιος αρνιέται την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και όλα όσα συνδέονται μ' αυτήν, επομένως όποιος είναι πρόθυμος να παλέψει μαζί μ' εκείνη την κοινωνική τάξη, που πολεμάει με όλες τις δυνάμεις της ενάντια στην ατομική ιδιοκτησία.

Μπέρτολτ Μπρεχτ

8/9/14

Μια σύντομη παρουσίαση της μπροσούρας: ”Πέρα απ τον αγελαίο υπερατομικισμό της αστικής κοινωνίας, η ελεύθερη καθολική ατομικότητα”

Dia32
αναδημοσίευση από το μπλόγκ Μίσος Ταξικό
Ποια είναι η πραγματική σχέση του ατόμου με την κοινωνία, πως έχει αλλοτριώσει τις κοινωνικές σχέσεις και αποξενώσει τα άτομα το καπιταλιστικό σύστημα και η ιδιοκτησία; Τι σημαίνει για τον αναρχικό κομμουνισμό το άτομο, ποια η σημασία του και πως σχετίζεται με την κοινωνία. Τι ακριβώς είναι ο κομμουνισμός και πως θα μετατρέψει τις κοινωνικές σχέσεις και την ατομικότητα; Σε αυτά  και σε πολλά ακόμη ερωτήματα δοκιμάζει να απαντήσει η μπροσούρα ”Πέρα απ τον αγελαίο υπερατομικισμό της αστικής κοινωνίας, η ελεύθερη καθολική ατομικότητα” απ’ τις εκδόσεις ασύμμετρη απειλή.
Η αποξένωση του ατόμου απόρροια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και των αντίστοιχων σχέσεων, μετατρέπει τον άνθρωπο σε ένα ”μη-ανθρώπινο” παραγωγό/καταναλωτή εμπορεύματος κάθε είδους. Η παραγωγή για το κέρδος και όχι για τις ανάγκες, θεμελιώδες χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής οδηγεί στην αλλοτρίωση των κοινωνικών σχέσεων και των ατόμων, όπου στον καθημερινό αγώνα για την εξασφάλιση της επιβίωσης κυριαρχεί το ”ο θάνατός σου, η ζωή μου”, ο κανιβαλισμός, ο κρετινισμός, η επί πτωμάτων ανέλιξη κ.ο.κ
Ο κομμουνισμός, ως ριζικά διαφορετικό και αντίθετο σύστημα παραγωγής απ’ τον καπιταλισμό, δεν περιορίζεται (για τους ίδιους λόγους που δεν συμβαίνει στον καπιταλισμό) στην κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και την κατάργηση της ιδιοκτησίας. Ο αντιεξουσιαστικός κομμουνισμός, ο μόνος πραγματικός που μπορεί να υπάρξει, δομεί διαφορετικά και απ την αρχή το άτομο την κοινωνία και τις κοινωνικές σχέσεις, ”εξανθρωπίζει τον άνθρωπο”, απο-αλλοτριώνει (όπως αναφέρει και το κείμενο) τις κοινωνικές σχέσεις συνολικά, και πραγματώνει την καθολική ατομικότητα.
Ας δούμε μερικές σημαντικές περικοπές, οι υπογραμμίσεις δικές μου :

Για την διττή φύση του ατόμου

Αντί της υπαρξιακής μοναχικότητας, βασικό ποσοτικό χαρακτηριστικό του Προσώπου είναι η αξιακή μοναδικότητα. Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του προσώπου είναι δύο:
1. Η Ετερότητα, δηλαδή η διαφορετικότητα. Το κάθε Πρόσωπο είναι ανεπανάληπτο στον ιστορικό χωροχρόνο. Το Πρόσωπο δεν είναι αλλά γίνεται, δεν είναι δηλαδή κάτι στατικό κι αμετακίνητο αλλά υφίσταται μια συνεχή αλλαγή γίγνεσθαι.
2. Η Αναφορικότητα: το Πρόσωπο σχετίζεται και επικοινωνεί με το Άλλο (με το άλλο πρόσωπο, με την κοινωνία, με τη Φύση κλπ.).Εαυτός δεν είναι μόνο το Εγώ, αλλά και η σχέση του Εγώ με το Άλλο.
και στη συνέχεια, επειδή ακριβώς δεν αρκεί αυτός ο ”διττός” ορισμός του ατόμου, επιστρατεύεται ο  Μάρξ:
Για τον Μαρξ, λοιπόν, η κοινωνία δεν είναι μια αφαίρεση απέναντι στο άτομο, αντίθετα η έκφραση της ατομικής ζωής είναι ταυτόχρονα και έκφραση και επιβεβαίωση της κοινωνικής ζωής. Η κοινωνία πλάθει το άτομο και ταυτόχρονα πλάθεται από αυτό. Δεν είναι η Κοινωνία, γενικά και αόριστα αυτή που καταπιέζει το άτομο. Είναι η υπάρχουσα μορφή της κοινωνίας που ακρωτηριάζει φυσικά, πνευματικά και κοινωνικά το άτομο, που το υποδουλώνει και το αλλοτριώνει, που το μετατρέπει μέσα από τις υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις σε ένα ον ταπεινωμένο, εγκαταλελειμμένο και περιφρονημένο.
Στη συνέχεια, ύστερα κι από μια σύντομη παράθεση Αριστοτέλη για την ”αδιάσπαστη διαλεκτική ενότητα ατόμου και κοινωνίας” ξανά στον Μάρξ:
Το πρόσωπο δηλαδή έχει διττή φύση, όπως το φως που έχει σωματιδιακή και κυματική υπόσταση ταυτόχρονα: «Ο άνθρωπος- σ’ όποιον βαθμό και να αποτελεί ένα ιδιαίτερο άτομο, κι ακριβώς αυτή η ιδιαιτερότητα είναι που τον κάνει άτομο και πραγματικό ατομικό ον- στον ίδιο βαθμό είναι ολότητα, η ιδανική ολότητα, η υποκειμενική υπόσταση της νοητής και υλικής κοινωνίας για τον εαυτό της» (Μαρξ: Οικονομικά και Φιλοσοφικά χειρόγραφα). Έτσι λοιπόν, η ταξική θέση διαμορφώνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η προσωπικότητα του κάθε ξεχωριστού ατόμου.
Βέβαια, προφανώς η σχέση ατόμου-κοινωνίας δεν είναι ένας μηχανισμός με αντικειμενικές λειτουργίες και φυσικούς καταναγκασμούς, όπου το άτομο δεν μπορεί να ξεφύγει:
Το κάθε άτομο είναι υποκείμενο της κοινωνικής και ταξικής του θέσης, δεν είναι προϊόν σκέτης θέλησης, καθορίζεται από τις αντικειμενικές συνθήκες. Αυτό όμως δε σημαίνει πως είναι παθητική αντανάκλαση των συνθηκών αυτών, αντίθετα είναι η ενεργητική τους αντανάκλαση, τις μεταβάλει και μεταβάλλεται ταυτόχρονα μέσα από την πρακτική του δραστηριότητα. Ήτοι, ναι μεν οι αντικειμενικές συνθήκες θέτουν όρια στην υποκειμενική δραστηριότητα, αλλά δεν μετατρέπονται σε ιστορικό κισμέτ.
Έτσι, λοιπόν, για την αλλοτρίωση:
Αυτή η διαλεχτική σχέση αντικειμενικού και υποκειμενικού παράγοντα, το αδιάσπαστο του Ατομικού και του Κοινωνικού, οδηγεί σ’ ένα νομοτελειακό συμπέρασμα: όταν η κοινωνία είναι αλλοτριωμένη αναπόφευκτα θα παράγει και αλλοτριωμένα άτομα. Κανένας δεν μπορεί να πηδήξει πάνω από τη σκιά του. Κανένας ολοκληρωμένος γνήσιος ατομικισμός, πέρα από τα πλαίσια του νεοφιλελεύθερου και μικροαστικού φιλοτομαρισμού, δεν μπορεί να πραγματωθεί εντός αλλοτριωμένης και αλλοτριωτικής κοινωνίας.

Για την κριτική της εργασίας και της αλλοτριωμένης κοινωνίας, όπου ο προλετάριος αναγκαστικά αλλοτριώνεται προκειμένου να κερδίσει τα προς το ζην, πουλώντας την εργατική του δύναμη στον καπιταλιστική.

Η ατομική και κοινωνική αλλοτρίωση ξεκινά από τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος (συν)διαμορφώνει την υλική του πραγματικότητα. Από τον τρόπο που παράγει την βάση για την απαραίτητη βιολογική του παραγωγή, πάνω στην οποία χτίζει την κοινωνική του ζωή. Δεν μπορούμε να κάνουμε καμία κριτική της υπάρχουσας αθλιότητας χωρίς να κάνουμε κριτική της εργασίας. Γράφει στο “Κεφάλαιο” ο φίλος μας ο Μαρξ: «ο πρώην κάτοχος χρήματος προπορεύεται σαν κεφαλαιοκράτης και ο κάτοχος της εργατικής δύναμης τον ακολουθεί σαν εργάτης του. Ο πρώτος με ένα πολυσήμαντο μειδίαμα και πολυάσχολος και ο δεύτερος συνεσταλμένος, διστακτικός, σαν τον άνθρωπο που φέρνει στην αγορά για να πουλήσει το ίδιο του το τομάρι, ξέροντας ότι το μόνο που τον περιμένει είναι το γδάρσιμο».
και για του λόγου το αληθές, είναι αυτό που λέει ο Μάρξ ”πραγμοποίηση”:
Γράφει ο Μαρξ στα “οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα”: «Όσο περισσότερα εμπορεύματα δημιουργεί ο εργάτης, τόσο πιο φτηνό εμπόρευμα γίνεται ο ίδιος. Η αυξανόμενη αξία του κόσμου των πραγμάτων είναι ευθέως ανάλογη με την υποτίμηση του κόσμου των ανθρώπων. Η εργασία δεν παράγει μόνο εμπορεύματα, παράγει τον εαυτό της και τον εργάτη, και μάλιστα στην αναλογία που παράγει γενικά τα εμπορεύματα […] Όσο περισσότερο αναλώνεται ο εργάτης τόσο ισχυρότερος γίνεται ο ξένος κόσμος των αντικειμένων που δημιουργεί απέναντί του, τόσο φτωχότερος γίνεται ο ίδιος και τόσο λιγότερο ανήκει στον ίδιο ο εσωτερικός του κόσμος […] Όσο πιο ωραίο γίνεται το προϊόν του, τόσο πιο πολύ παραμορφώνεται ο εργάτης, όσο πιο πολιτισμένο γίνεται το αντικείμενό του, τόσο πιο βάρβαρος γίνεται ο εργάτης, όσο πιο ισχυρή γίνεται η εργασία, τόσο πιο ανίσχυρος γίνεται ο εργάτης, όσο πιο πνευματώδης γίνεται η εργασία τόσο περισσότερο δύσνους και δούλους της φύσης γίνεται ο εργάτης […] Βέβαια η εργασία παράγει θαυμαστά έργα για τους πλούσιους, για τον εργάτη όμως παράγει στέρηση. Παράγει παλάτια, για τον εργάτη όμως τρώγλες. Παράγει την ομορφιά, για τον εργάτη όμως την παραμόρφωση […] Παράγει την ευφυΐα, για τον εργάτη όμως παράγει την βλακεία και τον κρετινισμό»
και στη συνέχεια, για το ίδιο θέμα:
Ολόκληρη η ζωή έχει αποικιοποιηθεί από το Κεφάλαιο. Η οικονομική, πολιτική και θεσμική ετερονομία αλληλοσυμπληρώνονται με την πνευματική και υπαρξιακή φτώχεια, ο καπιταλισμός γίνεται συσσώρευση όχι μόνο ιδιωτικού πλούτου, αλλά και ατομικής φτώχειας (και επιπλέον συσσώρευση υλικών και πνευματικών σκουπιδιών).
Βλέπουμε, λοιπόν, πως ο συγκεκριμένος τρόπος παραγωγής δεν αφορά και δεν περιορίζεται μόνο στην ”κατασκευή αγαθών” για κατανάλωση, προχωράει παραπέρα και μεταμορφώνει τον εργάτη (αλλά και τον καπιταλιστή), ή πιο σωστά τον καταστρέφει, μεταμορφώνοντάς τον σε εμπόρευμα ή ιδιοκτήτη εμπορευμάτων:
«Η παραγωγή παράγει τον άνθρωπο όχι μόνο σαν ένα εμπόρευμα, το ανθρώπινο εμπόρευμα, τον άνθρωπο με τον προορισμό του εμπορεύματος, τον παράγει και στα μέτρα αυτού του προορισμού, σαν ένα ον πνευματικά και σωματικά απάνθρωποποιημένο- ανηθικότητα, παραμόρφωση, ειλωτισμός των εργατών και των καπιταλιστών» (Μαρξ)
και:
Ο άνθρωπος γίνεται δούλος του εμπορεύματος και της ατομικής ιδιοκτησίας: όσα περισσότερα έχει, τόσο λιγότερο είναι. Η προσωπική αξιοπρέπεια γίνεται και αυτή μια ανταλλακτική αξία, η αλληλοφαγία παίρνει την θέση της αλληλεγγύης, η κοινωνία των ιδιοκτητών παίρνει την θέση της ανθρώπινης κοινότητας, η αμετροφαγία αντικαθιστά το μέτρο (τη μεσότητα). Η καρδιά του Homo Economicusβρίσκεται στο χρηματοκιβώτιό του και το βλέμμα του στο πορτοφόλι του πλησίον.
Στη συνέχεια, το υπαρξιακό κενό η αντίφαση μεταξύ υποκειμενικότητας και πραγματικότητας έτσι όπως βιώνεται στις αστικές κοινωνίες:
Και ο Γκύντερ Άντερς στο κείμενό του “είναι χωρίς χρόνο”, γράφει για την ετερονομία και τον ανθρωπολογικό εκφυλισμό που γεννά η σύγχρονη αστική κοινωνία: «εκατομμύρια άνθρωποι, που καθημερινά ενεργούν, νιώθουν όλο και περισσότερο ότι είναι τα αντικείμενα της πράξης κάποιων άλλων: πως ενεργούν χωρίς οι ίδιοι να αποφασίζουν το στόχο των ενεργειών τους, χωρίς να μπορούν ούτε καν να διακρίνουν ποιος είναι αυτός ο στόχος […] Με δυο λόγια: η πράξη έχει χάσει σε τέτοιο βαθμό την ανεξαρτησία της, ώστε έχει μετατραπεί σε ένα είδος παθητικότητας και ακόμα κι εκεί που η πράξη παρουσιάζει μια ένταση μέχρι θανάτου ή φτάνει κι ως το θάνατο, έχει λάβει τη μορφή της μάταιης πράξης ή της απραξίας». 


Έτσι ακριβώς, ο καπιταλισμός δεν παράγει μονάχα ”απόλυτη φτώχεια” αλλά πολιτιστική, πολιτισμική και γενική αλλοτρίωση των προλετάριων  :
Αυτή είναι, όμως, η πραγματικότητα του καπιταλισμού, όχι μονάχα απόλυτη φτώχεια, αλλά και σχετική. Όχι μονάχα υλική φτώχεια, αλλά και υπαρξιακή. Όχι μονάχα υπερσυσσώρευση πλούτου και εμπορευμάτων, αλλά και υπερσυσσώρευση φτώχειας, εξαθλίωσης και σκουπιδιών (υλικών και πνευματικών).


Ανακεφαλαιώνοντας: ήδη από το ξεκίνημα της παραγωγικής διαδικασίας οι προλετάριοι αλλοτριώνονται, δε χρησιμοποιούν αυτοί τα μέσα παραγωγής, αλλά χρησιμοποιούνται από αυτά, καταναλώνονται από αυτά σα φύραμα, δίνουν ζωή στις μηχανές και στα εμπορεύματα για να κολοβώσουν τη δική τους ζωή, για να γίνουν μερικοί άνθρωποι. Όχι μόνο η παραγωγή, αλλά η ολόκληρη η κοινωνική ζωή του προλετάριου ανήκει στο κεφάλαιο.


Απ’ την ταξική πάλη στη καθολική χειραφέτηση

Έτσι, λοιπόν, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο καπιταλισμός δεν είναι απλά και μόνο ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής εμπορευμάτων, δεν είναι απλά ένα οικονομικό σύστημα. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει μόνο η οικονομική του πλευρά, και αντίστοιχα οι προλετάριοι δεν υπόκεινται μόνο σε οικονομικό καταναγκασμό:
Είναι ένας σύνθετος κοινωνικός τρόπος παραγωγής: «στον οποίο παράγονται τόσο οικονομικά αγαθά, όσο και πολιτισμικές εμπειρίες, πολιτικοί διακανονισμοί, στρατιωτικοί σχεδιασμοί και ιστορικά αιτιολογημένες εξουσιαστικές πρακτικές» (Ν. Σεβαστάκης: “πολυπλοκότητα και ηγεμονία”).
Έτσι το Κεφάλαιο αποτελεί την κυρίαρχη ”κοινωνική σχέση” και όχι απλά συσσωρευμένο πλούτο στα χέρια ενός ή πολλών καπιταλιστών:
Το κεφάλαιο δεν πρέπει να το βλέπουμε με τη στενή έννοια της οικονομικής κατηγορίας, αλλά ως κοινωνική σχέση και ως πολυπλόκαμο πλέγμα εν κινήσει αντιφάσεων που αλληλεπιδρούν και διεισδύουν η μια μέσα στην άλλη. Οι εξουσιαστικές και ταξικές αντιθέσεις που τέμνουν κάθετα την κοινωνία αλληλεπικαλύπτονται με τις οριζόντιες διαταξικές αντιθέσεις. Δεν είναι όλες οι μορφές καταπίεσης οικονομικές ή ταξικές, αλλά δεν πέφτουν κι απ’ τον ουρανό.Δεν υπάρχει, δηλαδή, γενικά κι αόριστα υπερταξικός σεξισμός ή ρατσισμός ή εκμετάλλευση ή εξουσία, ως αιώνιες και αμετάβλητες αρχετυπικές Ιδέες, που παραμένουν αναλλοίωτες στο διάβα των αιώνων. Υπάρχουν ως ειδικές μορφές αντιφάσεων, ιστορικά προσδιορισμένων, κοινωνικά κατασκευασμένων,εντός των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων που πηγάζουν από τον τρόπο παραγωγής κι αναπαραγωγής της υλικής και κοινωνικής ζωής. Παρά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους κι ένα βαθμό εσωτερικής αυτονομίας, οι αντιφάσεις αυτές γεννιούνται απ’ την εκάστοτε μορφή της εξουσιαστικής/ταξικής κοινωνίας και υπάγονται σ’ αυτήν. 
Έτσι, όσον αφορά τους κύριους καταπιεσμένους της κοινωνίας, τους προλετάριους:
Οι προλετάριοι δε στερούνται μόνο τα μέσα παραγωγής, στερούνται την ίδια την ζωή. Γίνονται για το κεφάλαιο κατά παραχώρηση υπάρξεις. Γι αυτό και δεν αρκεί μονάχα η οικονομική αποδέσμευση από τον κόσμο του κεφαλαίου. Ο καθολικός χαρακτήρας της αλλοτρίωσης απαιτεί και την καθολική από-αλλοτρίωση. Η προλεταριακή ανταρσία μπορεί να ξεκινάει από τα άμεσα υλικά αίτια και όχι από τις ιδεαλιστικές νεφέλες, πρέπει όμως να επεκταθεί σε κάθε ίχνος της κοινωνικής ζωής.
Για όλα τα παραπάνω, ο αναρχικός κομμουνισμός δεν προετοιμάζεται μόνο για την οικονομική απελευθέρωση που αποτελεί βέβαια την κύρια κατηγορία καταπίεσης και εκμετάλλευσης, μέσα απ την οποία ξεπηδάνε όλες οι άλλες κατηγορίες:
Ο αντιεξουσιαστικός κομμουνισμός, παρά την μυθολογία που τον κατηγορεί για οικονομισμό, δεν τεμαχίζει το πολύπλοκο πλέγμα των κοινωνικών αντιφάσεων. Δεν παλεύει μονάχα για την οικονομική χειραφέτηση της εργασίας, όπως κάνει ο μαρξισμός- λενινισμός. Παλεύει για την καθολική χειραφέτηση του ανθρώπινου όντος από την εξουσιαστική- ταξική κοινωνία. Για μια χειραφέτηση που είναι ταυτόχρονα ατομική, συλλογική και κοινωνική. 
Έτσι ο κομμουνισμός, μακριά απ’ το να αποτελεί μια εύκολη ”σοσιαλδημοκρατική” λύση μέσα από μια μερική επιστροφή του υπερπροϊόντος στους εργάτες με τη μορφή του μισθού, δεν αποτελεί μια καθαρή έκφραση ατομικότητας ή μια καθαρή έκφραση κοινωνικότητας όπου η μια αποκλείει την άλλη σε κάθε περίπτωση, αλλά:
Κομμουνισμός δεν είναι μονάχα η επανάκτηση του κλεμμένου προϊόντος της εργασίας μας και του κλεμμένου μας χρόνου, είναι η επανάκτηση της ίδιας της ανθρωπιάς μας, είναι το τέλος της ανάθεσης και η επιστροφή της ευθύνης. Γι αυτό ο “ατομικισμός” και ο “κοινωνισμός” του αντιεξουσιαστικού κομμουνισμού, δεν είναι η κενή μεταφυσική αφαίρεση του Καθαρού Ατόμου ή της Αμόλυντης Τάξης (εκφρασμένων αντίστοιχα ως “εξεγερμένη υποκειμενικότητα” ή ως δικτατορία του Κόμματος- “αντιπροσώπου” της τάξης). Είναι ο ατομικισμός και ο κοινωνισμός της συγκεκριμένης/ιστορικής προσωπικότητας (του κοινωνικού ατόμου) και της τάξης που αρνείται διαλεχτικά το ρόλο της (επαναστατική αυτοκατάργηση του προλεταριάτου). 

Ο Κομμουνισμός το ανώτατο στάδιο του ατομικισμού

Σε αντίθεση με τις ”εξεγερμένες ατομικότητες” και κάθε είδους ατομικισμό που φιλοδοξεί να ξεπεράσει τις αντικειμενικές κοινωνικές συνθήκες και αρά, καταπέφτει σε κάποιου είδους ιδεαλισμό, ο κομμουνισμός εξυψώνει το άτομο στο επίπεδο του συλλογικού, πραγματώνει την ατομική ελευθερία στη συλλογική:
Ο αντιεξουσιαστικός κομμουνισμός εμπεριέχει τον ατομικισμό μέσα στο ολιστικό του πρόταγμα, χωρίς να το κεντρικοποιεί δυσανάλογα. Αυτή η κεντρικοποίηση που βλέπει το Άτομο να υψώνεται πάνω από τις αντικειμενικές συνθήκες και τις ταξικές σχέσεις δημιουργεί μια δυσμορφία και μια μερικότητα, που μέσα στην ιδεαλιστική της σύγχυση νομίζει πως βρίσκεται έξω από τις υλικές συνθήκες παραγωγής και αναπαραγωγής της κοινωνίας.
Το πρόταγμα του αντιεξουσιαστικού κομμουνισμού, όπως είπαμε πιο πάνω, εμπεριέχει τον ατομικισμό, όχι ως ξέχωρο πρόταγμα, αλλά ενταγμένο μέσα στις κοινωνικές σχέσεις και την υλική πραγματικότητα
Τελειώνοντας, η ιδιοκτησία δε θα μπορούσε παρά να έχει κεντρικό ρόλο στο πέρασμα απ΄τον αποξενωτικό καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, στον κοινωνικό, ανρθωποκεντρικό κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής:
«Ο κομμουνισμός σα θετική κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, δηλαδή της ανθρωπινής αυτοαποξένωσης, άρα και σαν πραγματική ιδιοποίηση της ανθρώπινης ουσίας από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο·κατά συνέπεια σαν ολική επιστροφή του ανθρώπου στον εαυτό του σαν κοινωνικού (δηλαδή ανθρώπινου) ανθρώπου, μια επιστροφή συνειδητή που πραγματοποιείται μέσα σ΄ολόκληρο τον πλούτο της ίσα με τώρα ανάπτυξης[…] Η θετική κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, σαν ιδιοποίηση της ανθρώπινης ζωής, είναι λοιπόν η θετική κατάργηση κάθε αποξένωσηςείναι η επιστροφή του ανθρώπου από την θρησκεία, την οικογένεια, το κράτος κλπ. στην ανθρώπινη, δηλ. στην κοινωνική του υπόσταση […] Η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας είναι λοιπόν η πλήρης χειραφέτηση όλων των ανθρώπινων αισθήσεων και ιδιοτήτων [...] Βλέπουμε λοιπόν πως ο πλούσιος άνθρωπος και η πλούσια ανθρώπινη ανάγκη παίρνουν τη θέση του πλούτου και της αθλιότητας της πολιτικής οικονομίας. Ο πλούσιος άνθρωπος είναι συνάμα ο άνθρωπος που έχει ανάγκη μια ολότητα ανθρώπινων εκδηλώσεων της ζωής» (Μαρξ).
Για το τέλος.
Αυτή ήταν μια, έστω εκτεταμένη, παρουσίαση της πολύ ενδιαφέρουσας μπροσούρας των εκδόσεων ”Ασύμμετρη απειλή” για τη σχέση ατόμου-κοινωνίας και τον ρόλο του εκάστοτε συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής στις κοινωνικές σχέσεις. Εκ πρώτης, αυτό που με προβλημάτισε είναι η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στη σκέψη του Μ.Μπακούνιν, μιας και θεωρώ πως είναι ένας απ’ τους πιο ουσιαστικούς στοχαστές για την σχέση κοινωνίας-ατόμου. Οι ρήσεις του, άλλωστε, είναι πασίγνωστες σε όσους ασχολούνται έστω περιστασιακά με την αναρχική σκέψη και θεωρία.
Παρ’ όλα αυτά, η εξαιρετικά επεξηγηματική γραφή δεν αφήνει περιθώρια για παρεξηγήσεις και με βρίσκει σύμφωνο και στον τρόπο που προσεγγίζει το άτομο σε σχέση με την κοινωνία, αλλά και στο τι θα αλλάξει ο αναρχικός κομμουνισμός σε αυτή τη σχέση. Η απο-αλλοτρίωση, ως μια αναγκαία διαδικασία προκειμένου να πάρουμε τη ζωή μας πίσω απ τους ιδιοκτήτες καπιταλιστές, είναι ή θα πρέπει να είναι μια σημαντική συμβολή του αναρχικού κομμουνισμού. Παρ’ όλα αυτά, επειδή αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για την τωρινή μας ”τεμπελιά”, αν και το κείμενο δεν αφήνει περιθώρια, ως τέτοιοι, αναρχικοί κομμουνιστές δηλαδή, πρέπει να προσπαθούμε να χτίζουμε τον κόσμο όπως τον φανταζόμαστε στην καθημερινότητα της πάλης, εντός και εκτός δουλειάς.

αναδημοσίευση από: http://misostaksiko.com/

Αστικές Επιρροές στον Αναρχισμό στο Σήμερα

Bourgeois Influence on Anarchism: Redux - Common Cause
Αστικές Επιρροές στον Αναρχισμό στο Σήμερα

Μετάφραση kostav. Το παρακάτω κείμενο εκδόθηκε στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού Μοrtar της ειδικής αναρχικής πολιτικής οργάνωσης Common Cause που δραστηριοποιείται στον Καναδά. Το αρχικό κείμενο μπορεί να βρεθεί στο http://zabalazabooks.net/2014/07/02/bourgeois-influence-on-anarchism-redux/

Διαβάζοντας κάποιος στον Καναδά τον Λουίτζι Φάμπρι σήμερα, έναν αναρχικό του επαναστατικού κομμουνισμού, είναι πιθανό να διακατέχεται από ένα αίσθημα αυτάρεσκης ικανοποίησης μαζί με μια ανάπαυλα αλαζονικής δυσαρέσκειας. Ο τρόπος με τον οποίο θέτει τις απόψεις του σχετικά με την υποτίμηση της πολιτικής μας παράδοσης είναι ικανή να μας κάνει να πιστέψουμε πως διαβάζουμε τα λόγια ενός ομοϊδεάτη μας, μιας και η πολεμική του μας φαντάζει άκρως σωστή και χιουμοριστική και ιδιαίτερα λόγω του ότι είχε γίνει σχεδόν πριν από ένα αιώνα. Ωστόσο έχουμε πραγματικά “κερδίσει” αυτά τα αυτάρεσκα καταφατικά κουνήματα του κεφαλιού καθώς και τα γέλια τα οποία συνοδεύουν την ανάγνωση του βιβλίου “αστικές επιρροές στον αναρχισμό”; O Φάμπρι ασκεί κριτική στο αυξανόμενο αίσθημα εντός της αναρχικής παράδοσης του δοξασμού των παρανόμων, των βομβιστών και των εκτελεστών των ημερών του. Την οποία βλέπουμε και εμείς να συνεχίζεται μέσω των αντι-οργανωτικών, των πουριτανών του black block, καθώς και πράσινων αντιδραστικών. Όμως είναι αυτές όντως οι σύγχρονες αντίστοιχες αστικές επιρροές εντός του αναρχισμού;
O Λουίτζι Φάμπρι είναι ένας αναρχικός κομμουνιστής του παρελθόντος, ο οποίος δεν μοιραζόταν μόνο τον επαναστατικό ζήλο και την ίδια γλώσσα με τον σύντροφό του Ερρίκο Μαλατέστα, αλλά επίσης και μια αξιοσημείωτη πολιτική σκέψη και ανάλυση. Το ακόλουθο απόσπασμα από το κείμενο του 1917 στο οποίο αναφερθήκαμε πιο πάνω νομίζουμε πως αρκεί για να αναδείξει την ικανότητα του, καθώς και να δώσει και μια σύντομη περιγραφή για το περιεχόμενο του κειμένου:
“Τα μυαλά των ανθρώπων, ιδίως των νέων, διψάνε για το μυστήριο και το ασυνήθιστο, επιτρέποντας στους εαυτούς τους να παρασυρθούν από το πάθος τους για κάτι το νέο, το οποίο εάν το αναλύσουν ψύχραιμα μετέπειτα από τον αρχικό ενθουσιασμό, σίγουρα θα το απορρίψουν. Αυτή η επιθυμία για νέα πράγματα, αυτό το ριψοκίνδυνο πνεύμα, αυτός ο ζήλος για το ασυνήθιστο, έχει φέρει στον αναρχικό χώρο τους πιο πραγματικά ευαίσθητους ανθρώπους και ταυτόχρονα και τους πιο ξεροκέφαλους και επιπόλαιους, άτομα τα οποία δεν τους απωθεί το παράλογο, αλλά αντίθετα καταπιάνονται με αυτό. Έλκονται από εγχειρήματα και ιδέες ακριβώς επειδή είναι παράλογες, με αποτέλεσμα ο αναρχισμός να γίνεται γνωστός για τον παράλογο χαρακτήρα και την γελοιότητα, τις οποίες  προσέδωσαν στις αναρχικές ιδέες, η άγνοια και οι αστικές διαστρεβλώσεις και συκοφαντίες.”
Η πιο αληθινή μεταφρασμένη λέξη
Σε αντίθεση με την Ευρώπη των αρχών του 20ου αιώνα, ο αναρχικός χώρος των αρχών του 21ου αιώνα δεν είναι γεμάτος από απεγνωσμένους εκτελεστές-ποιητές ή λαθραίους μυστικούς βομβιστές που απομάκρυναν το προλεταριάτο με τις τολμηρές και βίαιες πράξεις τους. Σήμερα, ο αναρχισμός κουβαλάει όλων των ειδών τους επιτήδειους και πεσιμιστές καταστροφολόγους, τους οποίους οι γείτονες και οι συνάδελφοι μας πιο πολύ θεωρούν ενοχλητικούς παρά φοβούνται. Ίσως να πιάνουμε κιόλας τους εαυτούς μας στις πιο αδύναμες στιγμές μας να φανταζόμαστε νοσταλγικά πως συμμετέχουμε σε κάποια επαναστατική συνωμοσία του παρελθόντος, μιας και κάτι τέτοιο μπορεί να παραβλέψει την σκληρή συνειδητοποίηση της πραγματικότητας όπου έχουμε μπλέξει με ένα εκνευριστικά ορατό τσούρμο των ηλιθίων.
Σήμερα ο απεγνωσμένος τρόμος και η οργή των συνωμοσιολόγων, οι συνταγές της υγείας και της ευζωίας των ψευτοεπιστημόνων ή αντιεπιστημόνων μυστικιστών και οι αφηρημένες θεωρητικές καινοτομίες των ακαδημαϊκών σκοταδιστών αφήνουν τα αντίστοιχα σημάδια τους σε πολλά από τα κινήματα που οργανώνουμε και μέσα σε αυτά που αγωνιζόμαστε ως επαναστάτες. Η πρόθεσή μας με αυτό το άρθρο είναι να μην επιτρέψουμε σε αυτά τα σημάδια να μείνουν ανεξίτηλα, αλλά αντ΄ αυτού να τα διαγράψουμε.
Τα μέλη του τμήματος του Common Cause στο Τορόντο έγιναν μάρτυρες του χάους που δημιουργήθηκε όταν οι τρεις προαναφερόμενες κατηγορίες ανθρώπων βρέθηκαν στο πάρκο του  St. James στο Occupy Toronto. Εκεί βρέθηκαν συνωμοσιολόγοι της 11ης Σεπτεμβρίου και άτομα που χρησιμοποιούσαν τον διαλογισμό ως ένα μέσο αντίστασης όπου είχαν την ευκαιρία να συζητήσουν για ολόκληρες βδομάδες το μίσος και φόβο τους για την φθορίωση και τα εμβόλια, με διάφορους φοιτητές να παρατηρούν παρά να συμμετέχουν αφού έκαναν τα σχόλια τους σχετικά με τις προοπτικές και τις αποτυχίες του occupy, μιας και αυτό συσχετιζόταν με την ακαδημαϊκή τους έρευνα. Όλα αυτά διαδραματίζονταν μπροστά στα μάτια του μέσου κάτοικου του Τορόντο στην προσπάθεια του να κατανοήσει το τι σημαίνει οικονομική ανισότητα και διαφθορά, αφήνοντας τον κάτι παραπάνω από μπερδεμένο με την είσοδο του στον χώρο.
Οι αναρχικοί που συμμετείχαν στο  Occupy Toronto δεν τα πήγαν καλύτερα. Η συμπεριφορά μας ήταν η τυπική συμπεριφορά  που έχουμε όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με αυτές τις συγκεκριμένες καταστάσεις. Αμφιταλαντευόμασταν μεταξύ απέχθειας και παρωδίας και μιας αόριστης ιδέας για μια κάποια προοπτική. Επηρεασμένοι από μια κάποια ριζοσπαστική αντίληψη, αποφασίσαμε να δούμε το μέρος ως μια ευκαιρία και αισθανθήκαμε μια υποχρέωση να συμμετάσχουμε σε αυτό. Παρολα αυτά επικρατούσε μια αναποφασιστικότητα, λόγω της δυσκολίας της αναγνώρισης των ιδεών που επικρατούσαν στον χώρο και τελικώς καταλήξαμε να αναπαράγουμε μια προβληματική συμπεριφορά καθώς και αρκετούς διαξιφισμούς. Όπως συμβαίνει συχνά είναι δύσκολο να διαχωρίσεις εντελώς το ποιες ιδέες δεν έχουν καμία προοπτική μεταστροφής και ποιες αξίζουν τον κόπο να καταπιαστείς μαζί τους. Οι θεωρίες συνωμοσίας μερικές φορές αναφέρονται σε πραγματικά ζητήματα οικονομικής εκμετάλλευσης, σε πολέμους και περιβαλλοντολογικά θέματα, ο  ιατρικός μυστικισμός κριτικάρει σωστά την σκευωρία του κράτους και του κεφαλαίου που ελέγχουν σχεδόν ολόκληρη την “κύρια” παγκόσμια ιατρική επιστήμη και η υποτιθέμενη πνευματική πολυπλοκότητα και αυστηρότητα των αριστερών ακαδημαϊκών την οποία προσδίδουν στον εαυτό τους έχει μια κάποια αξία αν την πάρουμε ως ένα πνευματικό ιδανικό στο οποίο όλοι οι επαναστάτες πρέπει να στοχεύουν ως την αυτομόρφωση τους. Παρά τις υποτιθέμενες προοπτικές,  καταλήξαμε ότι οι παραπάνω τρεις κατηγορίες ανθρώπων προσφέρουν μόνο αδιέξοδα.
Όσο ανησυχητική ήταν η εμπειρία μας από την συμμετοχή μας στο Occupy, τόσο και ακόμα πιο ανησυχητικό ήταν το γεγονός πως γενικά θα πρέπει να κατηγορήσουμε και τους εαυτούς μας για όλη αυτή την κατάσταση. Ενώ η πολεμική του Φάμπρι στρεφόταν προς αυτό το οποίο θεωρούσε ως ένα είδος πνευματικής και στρατηγικής αναπαραγωγής  της αστικής σκέψης πάνω στον αγαπημένο του προλεταριακό αναρχισμό, αυτό το οποίο σήμερα μας απασχολεί είναι οι εσωτερικές συνθήκες. Από πολλές απόψεις, φλερτάρουμε με αυτές τις προβληματικές ιδέες άμεσα, ενώ σε κάποιες άλλες περιπτώσεις το εν λόγω πρόβλημα είναι λιγότερο εμφανές και άμεσο. Θα μπορούσαμε να πάρουμε ένα όρκο αίματος- αποκηρύσσοντας τα αλουμινένια καπέλα (στμ με αυτόν τον όρο αναφέρονται ως ένα είδος συμβολισμού των συνομωσιολόγων), τις αντιπαθητικές πολυλογίες,  και την μαγεία - μόνο για να παραμείνουμε στη μέση μια πολιτικής δίνης που συνεχίζει αργά αλλά σταθερά να φέρνει τα αστικά “απόβλητα” προς το μέρος μας.
Σκοπός και έργο μας δεν είναι να αναγνωρίσουμε τα συμπτώματα των (κοινωνικών) παθήσεων μας (τρία εκ των οποίων είναι οι θεωρίες συνωμοσίας, ο γνωσιακός σκοταδισμός και ο μυστικισμός) αλλά να αναγνωρίσουμε την παθογένεια. Δεν βρισκόμαστε απλά στην κατάσταση που επέφερε μια ιστορική διαφωνία ως προς τον ορισμό της αναρχίας και ούτε μόνο καταπιεζόμαστε και καταστελλόμαστε από εξωτερικές δυνάμεις. Έχουμε πλαισιώσει ένα περιβάλλον με τις δικές μας προδιαθέσεις, το οποίο και μπορεί να  ταιριάξει σε αυτούς που μας δίνουν μια περαιτέρω τροφή για σκέψη έστω και μέσω καταστάσεων που θεωρούμε αρνητικές και ανησυχητικές. Είμαστε περιτριγυρισμένοι από άτομα με τα οποία μπορεί να διαφωνούμε, αλλά μοιραζόμαστε κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Η αμφιβολία και η δυσπιστία μας σε αυτό το θέμα μόνο να μας εμποδίσει μπορεί από το να απαλλαγούμε οριστικά από αυτό.
Οπότε, ας μιλήσουμε ξεκάθαρα και ωμά, πώς στο διάολο συνεχίζουμε να ξανακαταλήγουμε εδώ;

I. Σε ποιον αναφερόμαστε;
Για να αποφύγουμε λοιπόν μια αναποτελεσματική αναποφασιστικότητα, πρέπει καταρχήν να δώσουμε μια υπόσταση στις ανησυχίες μας. Στο παρών κείμενο έχουμε αναγνωρίσει την συνωμοσιολογική, την σκοταδιστική και την μυστικιστική σκέψη ως τα βασικά μας ζητήματα προς ενασχόληση. Όμως το να τις χρησιμοποιούμε ως γενικούς χαρακτηρισμούς που μπορούν να περιγράψουν την κατάσταση απόλυτα δεν θεωρούμε πως είναι ιδιαίτερα βοηθητικό. Εάν η προσέγγιση μας θέλουμε να οδηγήσει στην κατανόηση των εν λόγω ζητημάτων πρέπει να αντιμετωπίσουμε το θέμα σοβαρά στοχεύοντας στην ανάλυση του περιεχομένου του. Για παράδειγμα όσον αφορά τον ακαδημαϊκό σκοταδισμό δεν αναφερόμαστε στην ανώτερη εκπαίδευση ή την πνευματικότητα, τέτοια άτομα μπορεί να μην έχουν πάει ποτέ στην ζωή τους σε κάποιο πανεπιστήμιο. Αρκετοί ακαδημαϊκοί όπως ο  Noam Chomsky και ο Ian Hacking έχουν κάνει αρκετές σημαντικές αναφορές στο εν λόγω ζήτημα. Η δική μας ανάλυση δεν πρέπει να εστιάσει τόσο στο ποιοι είναι αυτοί που αναπαράγουν αυτό το είδος σκέψης, αλλά το ποιο είναι το περιεχόμενο της και το τι βρίσκεται πίσω από αυτό.
Κάποια από τα βασικά στοιχεία που θεωρούμε πως το τρίπτυχο συνωμοσιολόγων, σκοταδιστών και μυστικιστών μοιράζεται είναι η άρνηση της εκλογίκευσης, η πεποίθηση πως η απόψεις τους είναι άκρως σημαντικές και η διάδοση τους είναι ό,τι σημαντικότερο μπορούν να κάνουν, η υποστήριξη απόψεων που είναι ταυτόχρονα γενικές και άπειρα ελαστικές, η αντιμετώπιση όσων δεν μοιράζονται τις απόψεις του ως χαζά πρόβατα ή κομφορμιστές, καθώς και η ύπαρξη ενός πέπλου πνευματικότητας και διανοητικότητας το οποίο γρήγορα πέφτει και αντικαθίσταται από μια συναισθηματική και ηθική χειραγώγηση. Εάν μια ιδέα λοιπόν και ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται έχει αυτά τα χαρακτηριστικά την συμπεριλαμβάνουμε σε αυτή την κατηγορία ανεξαρτήτως της πηγής της.
Ευφυής Σχεδιασμός
Οι θεωρίες συνωμοσίας προσπαθούν να δώσουν μια εξήγηση σε συγκεκριμένα γεγονότα η οποία να τα ανάγει σε μια γενική αλήθεια σχετικά με την παγκόσμια τάξη πραγμάτων. Αρνούμενη την ύπαρξη συμπτώσεων ή δυναμικών ιστορικών συνθηκών, κάθε γεγονός ή αξιοσημείωτο επίτευγμα και εξέλιξη οφείλεται σε μια μεθοδευμένη στρατηγική αυτών που βρίσκονται στην εξουσία. Οι θεωρίες συνωμοσίας συνήθως στηρίζονται σε ερμηνείες ιστορικών γεγονότων βάσει ψευτοεπιστημονικών στοιχείων που υποστηρίζουν υπερφυσικά ή εξωγήινα στοιχεία. Ένα άλλο χαρακτηριστικό που είναι εξίσου συχνό και πιο ανησυχητικό- λόγω των συχνών ρατσιστικών υπαινιγμών του- είναι στοιχεία που συσχετίζονται με αιματική (και άρα βιολογική), εθνική και θρησκευτική γενεαλογία ως βάση της θεωρίας συνωμοσίας. Οι θεωρίες συνωμοσίας είναι ταυτόχρονα μια γενική αλήθεια αλλά επίσης και εντελώς εύκαμπτες, εξορισμού μπορούν να γενικευτούν και να αναπτυχθούν αρκετά ώστε να εξηγήσουν σχεδόν κάθε φυσικό, οικονομικό ή πολιτιστικό γεγονός το οποίοι βάζουν στο μυαλό τους.
Οι θεωρίες συνωμοσίας ανθούν σε έναν κόσμο στον οποίο η εργατική τάξη έρχεται αντιμέτωπη με την ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση, τον πόλεμο, τη σεξουαλική βία, τη βαρβαρότητα του νομικού συστήματος, την καταστροφή του περιβάλλοντος, τη διαφθορά και πολλά άλλα. Η τεράστια αποδοχή που οι υποτιθέμενες συνωμοσίες έχουν, εκμεταλλεύεται τον αντίστοιχα μεγάλο φόβο και το μίσος το οποίο μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης αισθάνεται προς την πραγματικότητα που ζει. Βέβαια, ακόμα και οι θεωρίες συνωμοσίας, οι οποίες είναι ενάντιες στο κράτος και το κεφάλαιο το κάνουν με τέτοιο τρόπο ώστε να είμαστε εκ διαμέτρου διαφορετικοί και ενάντιοι ως αναρχικοί. Οι συνωμοσιολόγοι τείνουν να αντιμετωπίζουν τα άτομα ως μέρη κάποιας ταινίας και όχι ως μέρη μιας διευρυμένης κοινωνικής δομής. Έτσι για παράδειγμα αντί να μιλάνε για αφεντικά που επωφελούνται από τον καπιταλισμό και εργάτες που χάνουν από αυτόν, αναφέρονται σε μυστικές συμφωνίες μεταξύ συγκεκριμένων οικογενειών ολόκληρων γενιών,  ως βασικούς ένοχους και πρωταρχικής σημασίας ζητήματα.

Η απολυτότητα των θεωριών συνωμοσίας και η τάση τους προς την προσωποποίηση, δεν είναι ένα ασήμαντο θέμα. Όσοι πείθονται και εντάσσονται στο κοπάδι των συνωμοσιολόγων τείνουν να πιστεύουν πως το μυστικό το οποίο μόλις έμαθαν είναι υψίστης σημασίας, και γι αυτό η περαιτέρω διάδοση του είναι ό,τι πιο σημαντικό μπορούν να κάνουν. Με το αναπόφευκτο που δημιουργεί η εμβέλεια της ελίτ, σε συνδυασμό με τον άμεσο έλεγχό της ελίτ πάνω σε όλους τους προηγούμενους αγώνες (ειδικά του κομμουνισμού), η μόνη λύση για τους συνωμοσιολόγους είναι να αφυπνίσουν την κοιμισμένη μάζα (sheeple) προωθώντας την αλήθεια της συνωμοσίας. Αυτή η εμμονή με την συνωμοσία δεν είναι μόνο εκ των πραγμάτων λανθασμένη, αλλά καταστρέφει και τις δυνατότητες για την πραγματική οργάνωση και αφήνει μόνο τον προσηλυτισμό. Μετατοπίζει την εστίαση από τις υλικές και κοινωνικές συνθήκες- όπως η φτώχεια, η εκμετάλλευση κλπ- σε μια εντελώς ιδεολογική πάλη, στην οποία αποδεικνύει πως η ίδια η συνωμοσία είναι πολύ πιο σημαντική από οποιοδήποτε από τα αποτελέσματά της. Οι συνωμοσιολόγοι μπορεί να ξεκινήσουν κριτικάροντας κάποιες πραγματικές συνθήκες, αλλά αντί να τις θέσουν σε μια πορεία προς έναν αγώνα, παγιδεύονται και οι ίδιοι στην ασταμάτητη  προώθηση των όλο και πιο πολύπλοκων θεωριών συνωμοσίας.
Οι πραγματικοί πιστοί
H εστίαση σε εναλλακτικές μορφές υγείας ως ένα είδος ακτιβισμού έχει γίνει ιδιαίτερα δημοφιλές εντός της αντιεξουσιαστικής αριστεράς. Το σύστημα υγείας μας σίγουρα απέχει πολύ από το να είναι τέλειο, οι γιατροί σε πολλές περιπτώσεις πιο πολύ βλάπτουν παρά παρέχουν περίθαλψη- μερικές φορές λόγω έλλειψης εμπειρίας ή εξοπλισμού ή ακόμα και αλαζονείας. Και ο κύριος υπαίτιος στις περισσότερες περιπτώσεις είναι η πίεση και ο έλεγχος που ασκείται στο σύστημα υγείας από τις οικονομικές και πολιτικές δομές. Η δηλητηρίαση και παραμόρφωση νεογέννητων μωρών από την συνταγογράφηση του thalidomide (στμ φάρμακο που είχε χορηγηθεί σε αρκετές χιλιάδες εγκύους κατά την δεκαετία του 1950 και στις αρχές του 1960, κυρίως στις δυτικές χώρες και είχε ως συνέπεια τη γέννηση παιδιών με παραμορφωμένα άκρα) και η μόλυνση των παραληπτών αίματος από την υπηρεσία μετάγγισης αίματος του Καναδά, είναι μόνο δυο από τα πολλά παραδείγματα. Η κριτική της σχέσης του κλάδου της ιατρικής με το κεφάλαιο και το κράτος είναι σίγουρα ένα άκρως σημαντικό ταξικό ζήτημα για εμάς, όμως ακριβώς όπως με του συνωμοσιολόγους τα συμπεράσματα που βγάζουν οι μυστικιστές της υγείας είναι “επικίνδυνα”. Οι μέθοδες που χρησιμοποιούν για να βγάλουν τα συμπεράσματά τους είναι άκρως ελαττωματικές και οι τρόποι με τους οποίους τις προπαγανδίζουν μπορούν να είναι άκρως επιβλαβείς.
Ο ιατρικός μυστικισμός συμπεριλαμβάνει τρεις διαφορετικούς, αν και συχνά αλληλεπικαλυπτόμενους, τρόπους σκέψης. Ο πρώτος είναι ένα είδος καθαρού μυστικισμού, όπου οι διάφορες πέτρες και κρύσταλλοι που οι διάφοροι μυστικιστές χρησιμοποιούν λειτουργούν με τρόπους που είναι ασύνδετοι με την επιστήμη. Συχνά αυτή αποτελεί κάποιου είδους περιθωριακή θρησκευτική πίστη. Ο δεύτερος αποτελεί ένα ψευτοεπιστημονικό τρόπο σκέψης, συμπεριλαμβάνοντας ιδέες που παρουσιάζονται ως επιστημονικές, αλλά παρέχοντας ελάχιστες και ασταθείς αποδείξεις για την απόδειξη τους. Ενώ ο τελευταίος είναι καθαρά αντιεπιστημονικός και απορρίπτει απόλυτα την επιστήμη βάσει φιλοσοφικών, θρησκευτικών ή πολιτικών λόγων. Σίγουρα αυτές οι απόψεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλεπικαλυπτόμενες- κάποιος που υποστηρίζει αντιεπιστημονικές ιδέες είναι αρκετά πιθανό να ασχολείται με πρακτικές εναλλακτικής ιατρικής επίσης- όμως είναι διαφορετικές μεταξύ τους και η πίστη στην μια δεν συνεπάγεται την πίστη και στις υπόλοιπες. Ως ατομικές επιλογές μπορεί να ακούγονται απλά λάθος, όμως όταν προωθούνται μαζικά στον κόσμο μπορούν να γίνουν επικίνδυνες.
Μεταξύ των πιο ανησυχητικών και αποτελεσματικών τακτικών αυτών των “πραγματικών πιστών” είναι η συναισθηματική και ηθική χειραγώγηση που χρησιμοποιούν στην προσπάθεια προσέλκυσης ατόμων. Οι συνωμοσιολόγοι αναφέρονται σε όσους δεν πιστεύουν στις θεωρίες τους ως πρόβατα, χαζούς κλπ. Οι μυστικιστές της ιατρικής ακολουθούν μια αντίστοιχη ρητορική, όμως η εστίαση τους στις προσωπικές και κοινωνικά πιεσμένες επιλογές κάνει τα πράγματα χειρότερα. Η εστίαση τους στην μητρότητα και τα παιδιά είναι γεμάτη με τέτοια παραδείγματα, όπου οι περισσότερες από τις επιλογές που οι μητέρες παίρνουν (για τα παιδιά τους) είναι βαθιά χρωματισμένες πολιτικά θετικά ή αρνητικά. Αυτό θέτει μια έντονη και αχρείαστη πίεση στις μητέρες που ανήκουν στην εργατική τάξη, οι οποίες ενώ ήδη υπόκεινται την εργασιακή εκμετάλλευση και βρίσκονται και κοινωνικά περιορισμένες και μερικές φορές περιθωριοποιημένες σε αυτόν τον ρόλο, πλέον υπόκεινται και μια αμφισβήτηση ως προς την φροντίδα που παρέχουν στα παιδιά τους. Όταν κάποιες πράξεις που έχουν να κάνουν με την ανάπτυξη των παιδιών των οποίων η αναγκαιότητα είναι ένα ανοικτό υπό συζήτηση θέμα, όπως ο θηλασμός και η “φυσική” γέννα, γίνονται ηθικές προσταγές, η ηθική των μητέρων που δεν μπορούν να παρέχουν αυτές τις πράξεις τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η ενοχή και οι τύψεις γίνονται ένα όργανο καταναγκασμού από τους μυστικιστές για να επεκτείνουν την επιρροή τους, φορτίζοντας διάφορες επιλογές με ένα ηθικό βάρος που καμία μητέρα δεν θα έπρεπε να έχει.
Οι εκστρατείες ενάντια στον εμβολιασμό προσφέρουν ένα κατεξοχήν παράδειγμα των ολέθριων συνεπειών που μπορούν αυτές οι ιδέες και πρακτικές να έχουν σε κοινότητες της εργατικής τάξης. Σύμφωνα με μια έρευνα στην Αγγλία που έγινε το 2007 οι εκστρατείες ενάντια στον εμβολιασμό οργανώνονται κυρίως από άτομα που είναι αναμειγμένα με τον ακτιβισμό σε ζητήματα όπως τα μεταλλαγμένα τρόφιμα (GMO), την εναλλακτική ιατρική κλπ. Το εν λόγω έρχεται σε αντίθεση με τις περισσότερες ομάδες που εστιάζουν σε κάποιες μεταρρυθμίσεις στην υγεία, και συνήθως αποτελούνται από γονείς που θεωρούν πως κάποιο εμβόλιο είχε κάποια αρνητική επίπτωση στα παιδιά τους. Οι ακτιβιστικές ομάδες που εναντιώνονται στους εμβολιασμούς θεωρούν πως η επιλογή του εμβολιασμού πρόκειται για μια υποταγή στους γιατρούς και την κυβέρνηση, που προέρχεται από την τυφλή εμπιστοσύνη προς αυτούς χωρίς να παίρνουν στα σοβαρά την υγεία των παιδιών τους και όντας οι ίδιοι “πρόβατα”. Η άρνηση στον εμβολιασμό νοείται ως μια μορφή αντίστασης, δύναμης και αμφισβήτησης της εξουσίας. Αυτή η διχοτόμηση μεταξύ των “προβάτων” και των “σκεπτόμενων” μοιάζει πολύ με την αντίστοιχη των συνωμοσιολόγων, και αν και μπορεί να το αντιλαμβάνονται κάπως διαφορετικά, και με αυτή των ακαδημαϊκών σχετικά με τους αμόρφωτους απλούς ανθρώπους που δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να φτάσουν το υποτιθέμενο υψηλό επίπεδο της ακαδημαϊκής τους σκέψης. Οι ακτιβιστές που εναντιώνονται στους εμβολιασμούς βλέπουν την θεωρία των μικροβίων (στμ. βασική ιατρική θεωρεία της δυτικής επιστήμης σχετικά με τον τρόπο μόλυνσης μέσω μικροοργανισμών) αρνητικά, τάσσονται υπέρ μιας εναλλακτικής “ολιστικής” ιατρικής.
Βέβαια η εν λόγω στάση έχει αποβεί εντελώς ανθυγιεινή. Τα ποσοστά των εμβολιασμένων ανθρώπων έχουν πέσει σε αρκετά μέρη της Ευρώπης και της β. Αμερικής, έχοντας ως αποτέλεσμα το ξέσπασμα θανατηφόρων ασθενειών όπως κοκίτη και ιλαρά. Το ακόμα πιο επίφοβο είναι πως το γεγονός πως αυτές οι ασθένειες είναι και πάλι ενεργές δημιουργεί τον κίνδυνο μετάλλαξης μικροβίων που θα είναι ανθεκτικά στα εμβόλια, θέτοντας έτσι το σύνολο του πληθυσμού σε κίνδυνο. Η ζημιά την οποία τα κινήματα εναντίον των εμβολιασμών προκαλούνε είναι εντελώς πραγματική και υλική, ενώ οι σκοποί του είναι εντελώς μη υλικοί και ηθικοί. Το ίδιο βέβαια ισχύει για πολλές εναλλακτικές πρακτικές ιατρικής, οι οποίες είτε έμμεσα είτε άμεσα έχουν προκαλέσει τον θάνατο σε ανθρώπους, επιλέγοντας τις εν λόγω πρακτικές ιατρικής αντί των συμβατικών μεθόδων θεραπείας.
Η φτώχεια και η ταξική θέση είναι οι πλέον καθοριστικοί παράγοντες της υγείας, έτσι λοιπόν οι αντιεξουσιαστές ακτιβιστές θα έπρεπε να εστιάσουμε τις ενέργειες μας σε αυτούς ακριβώς τους παράγοντες. Αυξάνοντας την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας σε μετανάστες, ανέργους, αδήλωτους εργαζόμενους, προωθώντας την ιατρική που στηρίζεται στην τεκμηρίωση κλπ, όπως πχ εκπαιδευμένες μαίες που μπορούν να βοηθήσουν τις μελλοντικές μητέρες στη γέννα και στην υγεία τους, ή πχ στην δωρεάν οδοντιατρική ή φυσιοθεραπευτική περίθαλψη. Αντί αυτού, βλέπουμε τους αναρχικούς που ενδιαφέρονται με τα ζητήματα της υγείας, να λαμβάνουν μια εκ διαμέτρου διαφορετική, και κάπως τρομακτική στροφή, ασκώντας σε μικρές συλλογικότητες τον βελονισμό και την μαιευτική απορρίπτοντας οποιαδήποτε σύγχρονη πρακτική. Αναπαράγοντας μια επικριτική και πατερναλιστική στάση που ασκώντας έντονη κριτική σε εκείνους των οποίων η προσωπική υγειονομική περίθαλψη δεν είναι “φυσική”, ούτε εναλλακτική, και όπως έχει κατά κάποιο τρόπο έρχονται να δείξει, όχι επαναστατική. Αντιγράφοντας τις επικριτικές και πατερναλιστικές συμπεριφορές που ασκούν κριτική σε όσους δεν επιλέγουν μια ιατρική περίθαλψη που να είναι “φυσική”, ή εναλλακτική, και όπως οι ίδιοι έχουν κατά κάποιον τρόπο επιδείξει, επαναστατική.

Οι φλύαροι πολυλογάδες
Ο σκοταδισμός αναφέρεται στην διαδικασία κατά την οποία κάποιος εσκεμμένα παρεμποδίζει την δημοσιοποίηση κάποιων γεγονότων πάνω σε ένα ζήτημα, είτε ενημερώνοντας μόνο μερικώς τους ενδιαφερόμενους είτε παρουσιάζοντας τα πράγματα με έναν σκόπιμα ασαφή τρόπο. Η συγκεκριμένη στάση είναι ένα αρκετά συχνό φαινόμενο στους κύκλους των αριστερών ακαδημαϊκών και προφανώς μας βρίσκει εντελώς ενάντιους. Για να είμαστε λίγο πιο σαφείς με την κριτική μας πάνω στους ακαδημαϊκούς, δεν απορρίπτουμε γενικά την ανώτερη εκπαίδευση. Δεν αναφερόμαστε στις προσπάθειες ανάλυσης και κατανόησης των συνθηκών της εργατικής τάξης που μπορεί να γίνονται στα πλαίσια κάποια ακαδημαϊκής (ή και όχι) μελέτης, άλλα ούτε ακόμα και στην χρήση ενός πιο σύνθετου και μερικές φορές δυσνόητου λεξιλογίου που υπάρχει στην ακαδημία, μιας και η χρήση τεχνικών όρων είναι απαραίτητη σε αρκετά πεδία και αν αυτοί οι όροι είναι απαραίτητοι για την έκφραση μιας ιδέας, τότε δεν μπορούμε παρά να δεχτούμε την χρήση τους. Για να παραφράσουμε τον Τσόμσκι, δεν είμαστε ενάντιοι της θεωρίας αλλά της πόζας και της προσπάθειας επίδειξης. Η αντίθεση μας βρίσκεται απέναντι σε θεωρίες που παρουσιάζονται ως θεωρίες με άκρως επαναστατικό περιεχόμενο, αλλά συνήθως έχουν έστω και το ελάχιστο περιεχόμενο.
Πολλά στοιχεία του ακαδημαϊκού σκοταδισμού και της ασάφειάς του έχουν αναλυθεί και συζητηθεί σε διάφορα ακαδημαϊκά πεδία. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έχει παίξει ο μεταμοντερνισμός με την προώθηση της σχετικότητας όλων των ιδεών και θεωριών. Έτσι ο ακαδημαϊκός σκοταδισμός προωθεί ουσιαστικά την ιδέα ότι ο λόγος και η έκφραση των ιδεών είναι πολύ σημαντικότερος από την υλική πραγματικότητα στην οποία αυτές οι ιδέες απευθύνονται και συνδέονται, με αποτέλεσμα οι ιδέες να μην χρειάζεται να συσχετίζονται με τίποτα απολύτως. Αυτή είναι και η σημασία του όρου του σκοταδισμού, δηλαδή πως αυτές οι ιδέες εκφράζονται με τρόπους που κάνουν το περιεχόμενο τους σχεδόν ακατανόητο. Εντός της επιστημονικής κοινότητας έχουν υπάρξει κατά καιρούς αρκετές συζητήσεις σχετικά με την σχετικότητα των επιστημονικών θεωριών. Στο βιβλίο του “The Social Construction of What” ο Ιan Hacking εξετάζει το πως η ιδέα ενός κοινωνικού κατασκευάσματος, η οποία έχει μια δυνητική αξία στο να βοηθήσει τους καταπιεσμένους να αντιληφθούν πως οι συνθήκες της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης τους δεν είναι φυσικές, έχει εφαρμοστεί τόσο ευρέως τόσο στις κοινωνικές όσο και στις φυσικές επιστήμες που έχει πλέον χάσει αρκετό μέρος από την χρήση και την σημασία του. Αντί να είναι ένα εννοιολογικό πλαίσιο που χρησιμοποιείται για να διευρύνει την πολιτική μας, η φράση πως κάτι είναι κοινωνικό κατασκεύασμα χρησιμοποιείται πλέον για να τερματίσει μια συζήτηση και η έννοια αυτής της φράσης σπάνια αναλύεται ή αμφισβητείται.
Ο ακαδημαϊκός σκοταδισμός βασίζεται τόσο έντονα στην εξειδικευμένη γλώσσα του και τις ιδέες του, που συνήθως είναι σχεδόν αδύνατο να γίνει κατανοητός από άτομα που δεν έχουν το ίδιο ακαδημαϊκό υπόβαθρο. Η προώθηση, καθώς και η δυσφήμιση συγκεκριμένων ακαδημαϊκών ρευμάτων μέσω παράδοξων και προκλητικών επιχειρημάτων, έχει γίνει μια δοκιμασμένη και πραγματική μέθοδος ικανοποίησης της ανταγωνιστικής παρόρμησης που έχει δημιουργηθεί εντός της ακαδημίας. Συχνά αυτό παρουσιάζεται ως ένα είδος επιμέλειας, αλλά ο εν λόγω ισχυρισμός είναι εντελώς ασταθής. Οι ακαδημαϊκοί ισχυρίζονται πως έχουν υψηλά στάνταρτς στην δουλειά τους, και προσεγγίζουν τα πράγματα από ένα πιο πνευματικό πλαίσιο στα κείμενα και τις παρουσιάσεις τους, όμως τείνουν να καταφεύγουν στην συναισθηματική χειραγώγηση όταν οι ιδέες τους αμφισβητούνται έξω από τους επίσημους θεσμικούς τους χώρους.
Για να το θέσουμε απλά, οι ιδέες τους συχνά έχουν εντελώς σαθρές βάσεις και όταν αυτές οι ιδέες αμφισβητούνται, δεν έχουν τίποτα πραγματικό να απαντήσουν. Και αυτές οι ιδέες αμφισβητούνται συχνά. Ένα κατεξοχήν παράδειγμα αυτής της κατάστασης μπορούμε να βρούμε στις περιπτώσεις που αριστεροί ακαδημαϊκοί εισέρχονται σε οργανωμένους χώρους. Η πολυπλοκότητα των ιδεών τους προφανώς δεν μπορεί να έχει κάποια απήχηση στον κόσμο. Οι ίδιοι είναι ανίκανοι να εξηγήσουν τις ιδέες τους σε κάποιον που δεν έχει το ακαδημαϊκό τους υπόβαθρο και προφανώς όχι επειδή οι συνομιλητές τους είναι ηλίθιοι, αλλά επειδή αν ο συνομιλητής δεν είναι εντελώς εξοικειωμένος με την ακαδημαϊκή ορολογία κλπ οι ιδέες που ακούει δεν βγάζουν το παραμικρό νόημα. Έτσι αρκετοί ακαδημαϊκοί καταλήγουν να κατηγορούν τους υπόλοιπους ως σεξιστές ή ρατσιστές, προσπαθώντας να τους χειραγωγήσουν στο να πιστεύουν πως είναι ανίκανοι να καταλάβουν ή να υποχωρήσουν στα λεγόμενα των ακαδημαϊκών.
Το πρώτο βήμα...
Είναι να αναγνωρίσουμε και να παραδεχτούμε πως έχουμε ένα πρόβλημα. Όχι απλά πως υπάρχει ένα πρόβλημα, αλλά πως έχουμε εμείς ένα πρόβλημα. Μπορεί να μην βλέπουμε την οποιαδήποτε ιδεολογική συγγένεια με αυτούς που πιστεύουν και φοβούνται τους “ψεκασμούς”, με γονείς που οργανώνουν “πάρτυ” ιλαράς και άλλων μεταδοτικών ασθενειών για τα παιδιά τους ως εναλλακτική στα εμβόλια ή με τους συγγραφείς μαρξιστικών εξετάσεων της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης στο Jersey Shore (στμ αμερικάνικο ριάλιτι), όμως αυτοί σίγουρα μας βλέπουν ως συνοδοιπόρους τους. Ούτε οι συνωμοσίες ούτε οι συμπτώσεις μπορούν να εξηγήσουν αυτό το ανησυχητικό φαινόμενο. Οι συμπεριφορές και οι κατευθύνσεις μας θα πρέπει να τεθούν υπό αμφισβήτηση εάν τελικώς δημιουργούν μια οικειότητα προς αυτούς που μας απωθούν.
Στον Εξτρεμισμό
Μπορούμε ειλικρινά να πούμε πως ο τρόπος που οργανωνόμαστε δεν τείνει μερικές φορές προς μια πιο σοβαρή και “ριζοσπαστική” επίδειξη; Η ιστορικά σωστή άρνηση μας προς οποιονδήποτε ταξικό αγώνα που συνεργάζεται με το κεφάλαιο και το κράτος, φαίνεται να μας έχει δημιουργήσει μια καχυποψία προς οτιδήποτε δεν μοιάζει ως μια πράξη που να κατευθύνεται εντελώς προς τα άκρα. Αυτή η ανησυχία μπορεί να γίνει ακόμα και πρωταρχικό μας μέλημα και ζήτημα. Ανεξάρτητα από την εκάστοτε δράση ή την πιθανή επιτυχία, μπορούμε πάντα να καταφύγουμε σε μια τακτική αξιολόγηση μέσω μιας λυδίας λίθου (litmus test) που προσμετράει την “ριζοσπαστικότητα” της.
Οι μορφές του εξτρεμισμού δεν απεικονίζουν μόνο τις δράσεις μας αλλά και τα επιχειρήματα μας επίσης. Όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με κάποια κατηγορία ή λεκτική επίθεση από κάποιο μέλος αριστερής οργάνωσης ή κόμματος, μπορεί να βρεθούμε στην “'ένοχη” θέση να καταφύγουμε σε κάποια υπεραριστερή θέση, μόνο και μόνο για να σιγουρευτούμε πως κανείς δεν θα παρεξηγήσει τις αξεπέραστες διαφορές ανάμεσα σε εμάς και την “αριστερά”. Με αποτέλεσμα να δίνουμε μια κάποια αξιοπιστία στην “υπεραριστερά” ως κάτι το υποτιμητικό που περιγράφει κάποιο τρόπο και μέσο μιας ανώριμης αντιδραστικής κατεύθυνσης. Έτσι πολλές φορές οι πολιτικές μας γίνονται ριζοσπαστικές απλά για χάρη του ριζοσπαστισμού, με αποτέλεσμα να αποτυγχάνουν να παρουσιάσουν πραγματικά ριζοσπαστικά επιχειρήματα που θα προσφέρουν και ανάλογα συμπεράσματα. Τα συνθήματα μας πολλές φορές φτάνουν στο σημείο να εκφράζουν θέσεις που είναι πολύ μακρύτερα από ό,τι οι ιδέες μας θα μπορούσαν να εκφραστούν με λέξεις. Με αποτέλεσμα οι τακτικές μας στην συνέχεια να προσπαθούν να πραγματώσουν τα εν λόγω συνθήματα σε πράξεις. Όταν για παράδειγμα η ανεξαρτησία μας από την εργατική γραφειοκρατία δεν αποτελεί αποτέλεσμα κάποιου συμπεράσματος και καταντάει να είναι απλά μια καταναγκαστική τάση, τότε υποπίπτουμε στην διανοητικά οπισθοδρομική σφαίρα του φανατισμού.
Αρετή & Αχρειότητα

Δεν είμαστε και τόσο πολύ ενάρετοι, επίσης; Με την απόλυτη προσήλωση μας σε δράσεις που είναι ενδεικτικές της τόλμης, η ταξική μας θέση, ταυτότητα και η επαναστατική μας παράδοση, γίνονται οι οριοθετήσεις της αρετής μας. Οι τρόποι με τους οποίους διαχωρίζουμε τους φίλους από τους εχθρούς είναι σπάνια όσο διακριτοί και διακριτικοί νομίζουμε και ίσως όχι όσο πολιτικοί θα θέλαμε να πιστεύουμε. Αισθανόμενοι συχνά διχασμένοι ανάμεσα στις επιλογές του τι είναι αρκετά ριζοσπαστικό ή μη, αποτυγχάνουμε να σκεφτούμε το τι είναι πραγματικά λογικό, ειλικρινές, σωστό κλπ. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ο αναρχισμός να παύει να είναι ένα συμπέρασμα στο οποίο έχουμε καταλήξει, και να τον αντιμετωπίζουμε ως μια αρετή που πρέπει να τηρήσουμε πάση θυσία. Ο αναρχικός επαναστάτης πρέπει να “τοποθετήσει την σημαία του” μεταξύ του κενού ανάμεσα στον φανατικό και τον θεωρητικό σοφιστή. Αυτό βέβαια απαιτεί σεβασμό, στοχασμό, ειλικρίνεια, καθώς και συνεργασία με όσους είναι με το μέρος μας, τις (αναρχικές) μας οργανώσεις, την αριστερά και ίσως πιο σημαντικά από όλα, την τάξη μας γενικότερα.

Σίγουρα κάτι τέτοιο είναι δύσκολο να διατηρηθεί απόλυτα και μερικές φορές είναι ακόμα και εξαντλητικό. Όταν η κατάσταση φαίνεται κρίσιμη και σοβαρή, ένα ηθικό παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος (στμ στα αγγλικά zero sum game και αναφέρεται σε μια υποκατηγορία των προβλημάτων που προϋπαντιούνται στην θεωρία παιγνίων, στα οποία δυο ή περισσότεροι παίκτες έχουν μια σειρά από πιθανές στρατηγικές και σκοπός τους είναι να επιλέξουν αυτήν που θα τους αποκομίσει το μέγιστο όφελος. Σε ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος η δομή των επιλογών είναι τέτοια που οι παίκτες δεν μπορούν να επιλέξουν κάποια τακτική μεταξύ τους συνεργασίας)  μπορεί να φαίνεται δελεαστικό να το παίξει κανείς. Το να παίξει κανείς ένα τέτοιο παιχνίδι είναι μια ανοικτή πρόσκληση σε όλους όσους χρησιμοποιούν την ηθική χειραγώγηση ως πολιτικό τους μέσο και την υποκριτική διαπόμπευση ως μέσο αγώνα τους.
Άσκοπη απλουστευτικότητα- Ατελείωτη Προσαρμοστικότητα
Δεν μπορούμε επίσης να πούμε πως διατηρούμε και μια εξαγνισμένη μορφή του αναρχισμού μας, η οποία μας φαντάζει ως κάτι το αναγκαστικά επαρκές σχετικά με όλες τις ταξικές μας ανησυχίες; Ως “αναρχικοί του ταξικού αγώνα” μπορεί πολλές φορές να βρεθούμε ένοχοι στο ότι κρατάμε μια στάση η οποία απλά υπερασπίζεται αυτές τις ακλόνητες αξίες,  καθώς και όλες τις περικλειόμενες εφαρμογές, του δικού μας “ταξικού αγώνα”. Μια πολιτική στάση που μπορεί συχνά να χρεωθεί με επίμονες αναγωγικές και απλουστευτικές ιδιότητες. Αποικιοκρατία; Ταξικός Αγώνας. Ανεργία; Ταξικός Αγώνας. Έμφυλη βία; Ταξικός Αγώνας. Μη επαρκής απάντηση; Προφανώς μιλάς με κάποιον lifestyle αναρχικό, προχωρά παρακάτω.
Mια τέτοια είδους ακαμψία μας αφήνει περιθώρια για δράσεις και δημιουργικότητα ενός πολύ επιφανειακού τύπου, που γενικά υπαγορεύεται από την προαναφερόμενη επιχειρηματολογία. Μπορεί να ενστερνιζόμαστε την διαθεματικότητα ως μέσο έκφρασης και στοχασμού της ταξικής μας πολιτικής, αλλά στην πραγματικότητα μπορεί να δράσει για εμάς (παρόλο που δεν είμαστε μόνοι σε αυτό) ως μια βιτρίνα για την συνέχιση της απλούστευσης της ταξικής ανάλυσης. Και σίγουρα δεν εύκολο να βρούμε τις κατάλληλες ισορροπίες έτσι ώστε να μην καταλήξουμε με τα αντίθετα αποτελέσματα. Τα οποία αντίθετα αποτελέσματα απαιτούν να έχουμε μια περιστασιακή ρητορική φανφάρα, συναισθηματική επίκληση, μια διαστρεβλωτική επιχειρηματολογία και μια κατάλληλη αλυσίδα γεγονότων που θα κρύψουν την ρηχότητα του. Αυτές οι δεξιότητες δεν είναι ούτε πνευματικές ούτε διανοητικές, αλλά ένα φτηνό τρικ, το οποίο το μόνο που μπορεί να προσφέρει είναι απλά ανούσιες συζητήσεις σε μπαρ με φοιτητές κοινωνικών επιστημών σχετικά με το πόσο πολύπλοκο κοινωνικά ήταν το Wire (αμερικάνικη κοινωνική σειρά). Ωστόσο τίποτα πέρα από αυτό. Όταν εμείς οι ίδιο προσαρμόζουμε τους εαυτούς μας στα εμπορεύματα του ακαδημαϊκού ψευτοπολιτικού οπορτουνισμού, θέτουμε τις βάσεις για ένα κίνημα το οποίο δεν διαφέρει και πολύ από τους διάφορους ενοχλητικούς πλασιέδες.
Ο πραγματικός στοχασμός και η ευφυΐα παράγει συμπεράσματα. Ίσως πολύπλοκα συμπεράσματα, αλλά πάραυτα συμπεράσματα. Η ανάλυση μας πρέπει να είναι πραγματοποιήσιμη. Πολλά από όσα γράφονται στην επαναστατική θεωρία σήμερα δεν αποσκοπούν σε πράγματα που μπορούμε να εφαρμόσουμε στην πράξη, αλλά σε ό,τι μπορεί πνευματικά να αναλυθεί, με σκοπό την επιβεβαίωση του ενός μέρους σε κάποια ιδεολογική διαμάχη συνήθως μέσω μπερδεμένων επιχειρημάτων, πράγμα που αποτελεί μια άσκοπη κατεύθυνση την οποία και πρέπει να βλέπουμε ως κάτι το οπισθοδρομικό με το οποίο δεν θέλουμε να έχουμε κάποια σχέση.
II. Για ποιους θα έπρεπε να μιλήσουμε
Αυτές οι μορφές σκέψης δεν εμφανίζονται από το πουθενά και αυτό που τις κάνει ελκυστικές είναι το γεγονός πως αναγνωρίζουν πραγματικά προβλήματα όπως ο πόλεμος, η οικονομική ανισότητα, η πολιτική διαφθορά, οι περιβαλλοντολογικές κρίσεις, η καταστολή και οι φυλακές, η κουλτούρα, η υγεία κλπ. Επιπρόσθετα μπορούν να αναγνωρίσουν σωστά πως υπάρχει μια σχέση μεταξύ αυτών των ζητημάτων και στο πως αυτά αναπαριστούνται με την πάροδο του χρόνου και κατά μήκος της υφηλίου. Συχνά το πρόβλημα δεν βρίσκεται αναγκαστικά στον αναγνωρισμένο σκοπό ή ζήτημα, αλλά στην φύση των σχέσεων των οποίων και αναγνωρίζουν. Οι συνωμοσιολόγοι έχουν την τάση να εστιάζουν σε ατομικές, διαπροσωπικές συνδέσεις οι οποίες και κάνουν τις θεωρίες συνωμοσίας πολύ πιο γαργαλιστικές, ενώ επίσης συνήθως προσάπτουν και διαβολικές προθέσεις στα άτομα τα οποία επιδεικνύουν ως υπαίτιους της εκάστοτε συνωμοσιολογίας. Μια δομική ανάλυση αντιθέτως εστιάζει κυρίως στους συστημικούς παράγοντες που προκαλούν τις εκάστοτε συνθήκες. Στην ουσία εστιάζοντας στην λογική που υπάρχει πίσω από αυτά τα ζητήματα και όχι στις εκάστοτε κακοπροαίρετες προθέσεις.
Συχνά μπορεί να αγνοήσουμε παραδείγματα αγώνων που διεξήχθησαν από την τάξη μας και αμφισβήτησαν ευθέως και άμεσα τις συνθήκες τις οποίες οι συνωμοσιολόγοι ισχυρίζονται πως υποδεικνύουν, μεταξύ αυτών είναι ο περιβαλλοντικός ρατσισμός (στμ πρόκειται για την συνήθη κρατική πολιτική περιθωριοποίησης κοινοτήτων των κατώτερων κοινωνικών τάξεων εκθέτοντας τους σε άμεσους κινδύνους υγείας μέσω της υποτίμησης του περιβάλλοντος που ζουν, πχ μέσω της εγκατάστασης ΧΥΤΑ στην περιοχή τους, βλέπε Κερατέα), το φυλακο-βιομηχανικό σύμπλεγμα κλπ. Στα προαναφερόμενα παραδείγματα υπάρχει άμεσα η συντονισμένη δράση του κράτους και του επιχειρηματικού τομέα, ενώ επίσης τα κοινωνικά κατασκευάσματα της φυλής, του φύλου, της σεξουαλικότητας και της αναπηρίας αποτελούν σημαντικούς παράγοντες. Αυτές οι οργανωτικές επιτυχίες επιτεύχθηκαν από τους άμεσα επηρεαζόμενους  -με την κατανόηση της πολυπλοκότητας της κατάστασης τους, αλλά και της σημαντικότητας της- ενώ οργανώθηκαν άμεσα ενάντια στους στόχους τους. 
Το φοιτητικό κίνημα του  Quebec του 2012, το οποίο οργάνωσε τους φοιτητές γύρω από τις υλικές τους συνθήκες, αποτελεί ένα παράδειγμα του τρόπου συμμετοχής στην οργάνωση του πανεπιστημιακού χώρου. Ο ακτιβισμός του HIV/AIDS στις δεκαετίες του 1980 και 1990 δείχνει το πως παρά το γεγονός της ύπαρξης θεωριών συνωμοσίας, ιατρικού μυστικισμού, συνεργασίας  φαρμακευτικών και κυβερνήσεων, κοινωνικού στιγματισμού, καθώς και μιας πραγματικά καταστροφικής και θανατηφόρας ασθένειας, κάποιοι ακτιβιστές κατάφεραν εντός όλου αυτού του πλέγματος να παράγουν μια ισχυρή ανάλυση και στρατηγική και να καταφέρουν κάποιες σημαντικές νίκες.

Η Σχολική Αίθουσα του Ταξικού Αγώνα
Οι εμπειρίες του κόσμου με το πανεπιστήμιο είναι αρκετά διαπαιδαγωγικές σχετικά με τις πολιτικές τους αντιλήψεις και την ανάλυση της πραγματικότητας τους, καθώς επίσης και με τον μελλοντικό τους ακτιβισμό. Γι αυτό και θα έπρεπε να ασχοληθούμε με το τι αντίκτυπο έχει αυτό στην αριστερά και στον χώρο μας, ειδικότερα βάση του γεγονότος πως το 34% της νεολαίας της εργατικής τάξης φτάνει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση σύμφωνα με μια έρευνα του 2009 του Queens University. Θεωρούμε πως το πανεπιστήμιο πρόκειται όντως για ένα μέρος διαπαιδαγώγησης τόσο λόγω του σχηματισμού ιδεών και συνολικά εμπειριών -οι οποίες συχνά συμπεριλαμβάνουν και part-time δουλειές, υπέρογκα δάνεια και χρέη καθώς και πολύ περιορισμένες προοπτικές εργασίας μετά την αποφοίτηση.
Οι ακαδημαϊκοί σκοταδιστές συνήθως παίζουν έναν πολύ σημαντικό ρόλο εδώ, οι φοιτητές των ανθρωπιστικών επιστημών διδάσκονται θεωρίες που αμφισβητούν τον καπιταλισμό και την καταπίεση, αλλά με έναν πολύ αφηρημένο τρόπο. Το είδος της ριζοσπαστικότητας που διδάσκουν αυτοί οι ακαδημαϊκοί έχει να κάνει με την δημιουργία μιας επιθετικής επιχειρηματολογίας για την ιδεολογική νίκη σε έναν διάλογο και σε καμία περίπτωση δεν σχετίζεται με την πολιτική της καθημερινής πραγματικότητας. Αυτή η εκδοχή της ριζοσπαστικότητας είναι κατάλληλη μόνο για ακαδημαϊκή χρήση και σε καμία περίπτωση για νεαρούς ενήλικες της εργατικής τάξης που πρόκειται να αποφοιτήσουν και να εγκαταλείψουν τον ακαδημαϊκό χώρο.
Η φοιτητική απεργία στο  Quebec του 2012 αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα του πως οι άνθρωποι μπορούν να ριζοσπαστικοποιηθούν μέσω των αγώνων τους οι οποίοι επηρεάζουν άμεσα τις ζωές τους και έχουν ένα άμεσο υλικό αντίκτυπο σε αυτές. Σε καμία περίπτωση δεν πιστεύουμε πως μπορούμε να επαναστικοποιήσουμε την κοινωνία μόνο μέσω της συζήτησης και της θεωρητικής προσέγγισης.  Η φοιτητική απεργία στο  Quebec ξεκίνησε ως απάντηση στην αύξηση των διδάκτρων την οποία ήθελε να επιβάλει η φιλελεύθερη τοπική κυβέρνηση. Οι φοιτητές στα πανεπιστήμια και στα κολέγια αποφάσισαν να κατέβουν σε απεργία μέσω αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών, η οποία απεργία διήρκεσε 8 μήνες, μέχρι που η φιλελεύθερη τοπική κυβέρνηση αναγκάστηκε να κάνει πρόωρες εκλογές τις οποίες και έχασε. Πέραν της εκλογικής πολιτικής διαδικασίας, οι φοιτητές έμαθαν πολλά περισσότερα σχετικά με την άμεση δημοκρατία, τον ριζοσπαστικό αγώνα, την αλληλεγγύη, καθώς και τις επαναστατικές ιδέες μέσω αυτού του δικού τους αγώνα, πράγματα που προφανώς δεν θα μπορούσαν να διδαχτούν ποτέ μέσω των θεωρητικών ακαδημαϊκών τους βιβλίων. Ενώ αρκετοί ακαδημαϊκοί έκαναν αμφιλεγόμενα και ασαφή σχόλια στην κριτική τους πάνω στο φοιτητικό κίνημα του Quebec σχετικά με την υποτιθέμενη μη επισήμανση της λευκής υπεροχής και πατριαρχίας εντός της απεργίας, σε καμία περίπτωση δεν παρέθεσαν το παραμικρό παράδειγμα για το πως οι απεργοί θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν αυτά τα ζητήματα.
Η Association pour une solidarité syndicale étudiante (ASSÉ, Ένωση για μια συνδικαλιστική φοιτητική αλληλεγγύη) δημιούργησε την  Coalition large de lAssociation pour une solidarité syndicale étudiante (CLASSE, Ευρύς Συνασπισμός της ASSÉ) για την αντιμετώπιση μελλοντικών αυξήσεων στα δίδακτρα, έχοντας δομηθεί έτσι ώστε να μπορέσουν να αντισταθούν σε κάποια μελλοντική οικονομική επιβολή η οποία θα επηρέαζε όλους τους υπάρχοντες και μελλοντικούς φοιτητές στο Quebec. H πορεία αυτού του αγώνα θα έβλεπε την  CLASSE να γίνεται ο βασικός φορέας όχι μόνο των δημοκρατικών φοιτητικών κινημάτων που συμμετείχαν σε άμεσους αγώνες, αλλά και σε αγώνες ενάντια στην βίαιη καταστολή όλων των κινημάτων γενικότερα. Η CLASSE δεν δομήθηκε με τρόπο ώστε να συμμετάσχει σε παρεκβατικούς αγώνες με προνόμια. Εάν κάτι τέτοιο είχε συμβεί τότε θα κατέληγε κατά πάσα πιθανότητα να είναι κάτι σαν τις φοιτητικές οργανώσεις που υπάρχουν στο Ontario, οι οποίες είναι ομάδες που συσπειρώνονται γύρω από ασαφείς αρχές, παρά γύρω από μια πρόθεση να αγωνιστούν με σοβαρότητα και πάθος. Αναμφισβήτητα, οι συμμετέχοντες και στους δυο αυτούς τύπους οργανώσεων θα ριζοσπαστικοποιούνταν μέσω της συμμετοχής τους σε αγώνες, ενώ επίσης θα ριζοσπαστικοποιούνταν και οι πολιτικές τους αντιλήψεις σχετικά με το τι είναι κατάλληλο για μελλοντικούς αγώνες. Η πρώτη περίπτωση οργάνωσης θεωρούμε πως αποτελεί μια προσέγγιση που εκπαιδεύει τους συμμετέχοντες σε αγώνες που έχουν ένα ριζοσπαστικό αντίκτυπο. Ενώ η δεύτερη εκπαιδεύει τους συμμετέχοντες σε μια ριζοσπαστική προσποίηση.

Η Ομάδα των Ταξικών Ηρώων
Την εποχή όπου ο φόβος μιας “γκέι επιδημίας” ήταν στο πικ του στην Αμερική, μια συνέλευση 300 ατόμων στην Νέα Υόρκη αντέδρασε με την δημιουργία του Συνασπισμού του AIDS για την Απελευθέρωση Δύναμης (ACT UP - AIDS Coalition to Unleash Power). Τα χρόνια που ακολούθησαν τα μέλη της οργάνωσης προέβησαν σε αλλεπάλληλες δυναμικές άμεσες δράσεις όπως δυναμικές κινητοποιήσεις, καταλήψεις, δημόσιες ενημερώσεις, εκστρατείες ενημερώσεις κλπ. Έχοντας να αντιμετωπίσουν μια κουλτούρα μίσους,  φόβου και άγνοιας που κατευθυνόταν ξεκάθαρα εναντίον τους, ενώ ταυτόχρονα χτυπημένοι και από τις επιπτώσεις της μόλυνσης του HIV και του AIDS, τα άτομα με ΑΙDS (στμ. στην συνέχεια του κειμένου θα ακολουθήσουμε την αγγλική συντομογραφία PWA όπως γίνεται και στο αρχικό κείμενο για αυτά τα άτομα) καθώς και οι αλληλέγγυοι σε αυτούς (κυρίως η LGBT κοινότητα) απάντησαν συλλογικά  με έναν αγώνα που κατευθυνόταν εναντίον μιας φάλαγγας από κυβερνητικά μέλη, οικονομικούς οργανισμούς και θρησκευτικές οργανώσεις. Ένας αγώνας που είχε ως κύρια αιτήματα ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, μέσα προφύλαξης και στέγαση καθώς και εναντιωνόταν στον ετεροσεξισμό, τον μισογυνισμό και τα διάφορα λευκά ρατσιστικά ερείσματα μιας καπιταλιστικής κοινωνίας που ήταν περισσότερο από πρόθυμη να βρεθεί απέναντι τους ή και να επωφεληθεί οικονομικά από τον επερχόμενο μαζικό θάνατο των queer, των έγχρωμων ανθρώπων, των φτωχών και των φυλακισμένων.
Παράλληλα με την πολιτική δράση, οι PWA σε όλη την ήπειρο οργάνωσαν δίκτυα αλληλοβοήθειας για να βελτιώσουν την άθλια κατάσταση υγείας και τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας του AIDS. Διαμοιρασμός τροφίμων, υποστήριξη και προώθηση στεγαστικών καταλήψεων καθώς και συλλογικότητες που βοηθούσαν στην ιατρική περίθαλψη τέθηκαν σε λειτουργία σε πολλές γειτονιές του Καναδά και της Αμερικής. Οι μόλις πρόσφατα διάσημες “Ομάδες Αγοραστών” (Buyers Clubs) της εποχής αποτελούσαν ακριβώς αυτού του είδους τα δίκτυα. Αν και η ταινία του Xόλιγουντ “The Dallas Buyers Club” απεικονίζει έναν στρέιτ άντρα, ο οποίος αρχικά πλούτιζε μέσω των πωλήσεων φαρμάκων κατά του AIDS στα οποία οι PWA δεν είχαν πρόσβαση με άλλον τρόπο, η πραγματικότητα προφανώς ήταν εντελώς διαφορετική.
Στα μεγάλα αστικά κέντρα, οι PWA  οργάνωσαν ομάδες και δομές αλληλοβοήθειας και αλληλεγγύης, όπου αντάλλαζαν φάρμακα, συνταγογραφήσεις, μοιράζονταν και ερευνούσαν νέες θεραπευτικές μεθόδους, συσσώρευαν οικονομικούς πόρους για την αγορά ακριβών φαρμάκων σε μεγάλα αποθέματα, ενώ πολλοί γιατροί, και νοσοκόμοι προσέφεραν εθελοντικά τις υπηρεσίες τους. Αυτές ήταν οι πραγματικές “Ομάδες Αγοραστών”. Αντιμέτωποι με το κοινωνικό μίσος, την καπιταλιστική οικονομική εκμετάλλευση, και την άγνοια της ιατρικής κοινότητας, οι PWA απάντησαν με την μαχητική τους άμεση δράση, την αλληλοβοήθεια, και μια ακατάπαυστη αλληλεγγύη και θάρρος. Ο αγώνας τους απαίτησε και κατάφερε να κερδίσει επιστημονικές έρευνες και θεραπείες, στέγαση για τους PWA, μια τεράστια μείωση στις τιμές των θεραπειών του AIDS, διαπαιδαγώγηση σε ζητήματα μετάδοσης σεξουαλικών νοσημάτων, και επίσης την αποσαφήνιση πως το HIV και το AIDS δεν είναι κάποια “γκέι επιδημία”, άλλα ένας πραγματικός και σημαντικός κίνδυνος για όλους. Έτσι μοιάζουν οι πραγματικοί αγώνες για την υγεία.
III. Εν απουσία ενός Καλύτερου Κόσμου: Συμπέρασμα
Ο κόσμος των συνωμοσιολόγων είναι ένα τρομακτικός κόσμος, αεροπλάνα σκορπούν τον θάνατο από τον ουρανό, το φαΐ καταστρέφει την υγεία μας, η αστυνομία ακούει την κάθε μας λέξη και εντοπίζει κάθε μας βήμα, η εξάπλωση των στρατοπέδων συγκέντρωσης κοντοζυγώνει, τα μίντια διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα και αποκρύπτουν την αλήθεια προς όφελος της άρχουσας τάξης,  ενώ πόλεμοι που διεξάγονται βασισμένοι σε ψέματα οδηγούν στην σφαγή αμέτρητου πληθυσμού με σκοπό τον πλουτισμό των λίγων και ούτω καθεξής. Όλα τα παραπάνω είναι αλήθεια. Ακριβώς η αλήθεια αυτών των γεγονότων προσδίδουν στις θεωρίες συνωμοσίας οποιαδήποτε βάση έχουν. Μόνο που αυτές οι αλήθειες δεν ξεσκεπάστηκαν από τους συνωμοσιολόγους. Οι επονομαζόμενες συνωμοσίες τους -με τις γενεαλογίες του αίματος, τις σαδιστικές σκευωρίες κλπ – δεν αποκρύπτουν μόνο τα αίτια αυτών των αληθειών, αλλά επίσης και τον τρόπο επίλυσης τους.
Οι θεωρίες συνωμοσίας δεν ορίζονται από τις απειλές και τις επιθέσεις που υποδεικνύουν, αλλά από αυτά που ισχυρίζονται πως είναι τα αίτια τους. Πως ο πολυεθνικός γίγαντας Μονσάντο δηλητηριάζει ταμπλέτες νερού, εκτοπίζει ολόκληρους πληθυσμούς, καταστρέφει τις τοπικές καλλιέργειες, και τοποθετεί επικίνδυνα τρόφιμα στο πιάτο μας, όλα αυτά είναι πραγματικά γεγονότα και όχι κάποια θεωρία συνωμοσίας. Το ότι όλα αυτά γίνονται μέσω γενετικής χειραγώγησης μας, ελέγχου της σκέψης ή απλά λόγω γενικευμένου σαδισμού, αυτό αποτελεί θεωρία συνωμοσίας. Τα παραπάνω αληθινά γεγονότα αποκαλύφθηκαν από αγώνες των ιθαγενών, των γεωργών, εργατών της Μονσάντο και επιστήμονες. Διάφοροι μπλόγκερς, συγγραφείς βιβλίων συνωμοσιολογιάς, “ειδικοί” καθώς και διάφοροι φανς της οργανικής διατροφής, εν συνεχεία επινόησαν την συνωμοσία για τους δικούς τους σκοπούς. Οι αγώνες ενάντια στον Μονσάντο μπορούν να αναδείξουν ως λύση έναν κομμουνισμό ο οποίος είναι επιστημονικά οικολογικός. Οι θεωρίες συνωμοσίας σχετικά με το Μονσάντο σίγουρα δεν μπορούν κάτι τέτοιο.
Εάν εσφαλμένα θεωρήσουμε πως οποιαδήποτε θεωρία συνωμοσίας προέρχεται από τους αγώνες όσων δέχονται την επίθεση του κεφαλαίου και των διαφόρων δυνάμεων εντός του καπιταλισμό όπως οι βιομηχανίες μεταποίησης αγροτικών προϊόντων, οι φαρμακοβιομηχανίες, το φυλακο-βιομηχανικό σύμπλεγμα και τη βιομηχανία όπλων, τότε θα επιτρέψουμε την παρασιτική οπισθοδρόμηση της σκέψης. Οι εν λόγω θεωρίες συνωμοσίας αποσυντονίζουν και καταστρέφουν τους συλλογικούς αγώνες, οι οποίοι και είναι πραγματικά σημαντικοί για την τάξη μας, μετατρέποντας τους σε απομονωμένο και άμορφο φόβο ή και οργή προς το “σύστημα”. Σε καμία περίπτωση δεν είναι οι θεωρίες συνωμοσίας αφηγήσεις που ανταγωνίζονται τις “δικές μας” σχετικά με τους κινδύνους της ανθρωπότητας. Και ούτε βέβαια πρόκειται για κάποιο καλό σημείο εκκίνησης που φεύγει από την καπιταλιστική σκέψη. Οι θεωρίες συνωμοσίας είναι νάρκες που βρίσκονται μπροστά σε ήδη υπάρχοντες δρόμους αγώνα. Ως επαναστάτες πρέπει να βρισκόμαστε εντός αυτών των αγώνων και να αναγνωρίζουμε τους κινδύνους αποπροσανατολισμού που ενέχονται μέσα σε αυτούς ενώ παράλληλα συνεχίζουμε τον αγώνα.
Ο καπιταλισμός καταστρέφει την σωματική και ψυχική υγεία της εργατικής τάξης, δηλητηριάζοντας και αποκτηνώνοντας μας ατομικά και συλλογικά. Εμπορευματοποιεί την υγεία μας και οριοθετεί και περιορίζει την πρόσβαση μας στην υγειονομική περίθαλψη. Σίγουρα το ζήτημα της υγείας είναι και αυτό ένα σημαντικό ζήτημα του ταξικού αγώνα, οι ταξικοί αγώνες για την υγεία όμως δεν έχουν καμία σχέση με τα διάφορα τσάκρα κλπ αλλά προφανώς έχουν να κάνουν με τις πραγματικές σωματικές μας ανάγκες. Η εργατική τάξη έχει εναντιωθεί συστηματικά ανά τα χρόνια ενάντια στο κράτος, το κεφάλαιο, τις ιατροφαρμακευτικές και την εκκλησία σε ζητήματα που αφορούν την υγεία. Οι αγώνες αυτοί είχαν κινηθεί, και συνεχίζουν να κινούνται, ενάντια στον πλουτισμό των διαφόρων ιατροφαρμακευτικών εταιριών, τον περιβαλλοντικό ρατσισμό, την βιομηχανοποίηση του συστήματος πνευματικής περίθαλψης, το μισογυνισμό, το ρατσισμό και  την ετεροκανονικότητα στα συστήματα υγείας και στην κοινωνία γενικότερα. Οι αγώνες αυτοί απαίτησαν και απαιτούν, δημόσια πρόσβαση σε θεραπείες, επιστημονικά τεκμηριωμένες θεραπείες, έλεγχο των γεννήσεων. Αυτοί είναι οι αγώνες που η τάξη μας έχει δώσει γύρω από το ζήτημα της υγείας,
Οι αγωνιστές του HIV/AIDS είχαν προβεί σε κατάληψη του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης και ενός εθνικού δικτύου ειδήσεων για να αντιταχθούν στον πλουτισμό των πολυεθνικών από τον θάνατο τους. Οι μαύροι πάνθηρες οργάνωναν ελεύθερα γεύματα και ελεύθερη πρόσβαση σε κάποιες βασικές εξετάσεις υγείας. Φεμινίστριες σε όλη την Αμερική και τον Καναδά ενημέρωναν τις γυναίκες σχετικά με θέματα πρόληψης και αντισύλληψης ενώ οργάνωναν δίκτυα όπου οι γυναίκες μπορούσαν να κάνουν έκτρωση. Οι αγώνες της εργατικής τάξης σχετικά με την υγεία είναι ιστορικοί και συλλογικοί. Το γεγονός πως μεγάλο κομμάτι της αριστεράς πλέον έχει κατευθύνει τον αγώνα της υγείας στην άρνηση εμβολιασμών, την κατανάλωση οργανικών τροφών, τον βελονισμό κλπ είναι πραγματικά κάτι το τραγικό. Ενώ επίσης το γεγονός πως και αυτοί επικαλούνται τους προαναφερόμενους ταξικούς αγώνες χωρίς να συμβάλλουν καθόλου σε αυτούς είναι επίσης άθλιο.
Η ηπατίτιδα, ο καρκίνος, ο διαβήτης, και ο HIV- για να αναφέρουμε μόνο μερικά παραδείγματα- είναι πραγματικοί και κίνδυνοι για την τάξη μας. Η πρόσβαση στις εκτρώσεις και την αντισύλληψη, τις τοπικές ιατρικές υπηρεσίες και τα φάρμακα, η πρόσβαση των ανασφάλιστων σε υπηρεσίες υγείας, βελτίωση των άθλιων συνθηκών  στις φυλακές και στο δρόμο δέχονται όλα επίθεση. Η απουσία μιας ευρείας ταξικής και αντικαπιταλιστικής συνεισφοράς στην οργάνωση αυτών των αντιστάσεων δεν αποτελεί μια ακόμα χαμένη ευκαιρία, αλλά μια προδοσία και παρέκκλιση από το ότι η πολιτική και η ιστορία μας επιβάλλει. Ως επαναστάτες θα έπρεπε όσον αφορά τα εν λόγω ζητήματα να συμμετάσχουμε άμεσα στους ταξικούς αγώνες της υγείας και όχι σε κάποιες αφηρημένες και τρέντυ  ασχολίες που αφορούν δήθεν προοδευτικές μπουτίκ υγείας.

Για πολλούς στην αριστερά η τριτοβάθμια εκπαίδευση αποτελεί μια πολιτικοποιημένη εμπειρία, με τους μαθητές να περνάνε στην διαδικασία ενηλικίωσης δημιουργώντας την δική τους οπτική του κόσμου και βρίσκοντας την θέση τους μέσα σε αυτόν. Βρισκόμενοι μέσα στις σπουδές τους και στους διάφορους αγώνες γύρω από αυτές αρχίζουν να δημιουργούν τα πρώτα τους συμπεράσματα σχετικά με το τι θα κάνουν με όλα όσα έχουν αφομοιώσει, καταλάβει και μάθει. Αυτή η διαδικασία μπορεί να αποτελέσει τόσο μια ανατρεπτική περίοδο όσο και μια περίοδο προσαρμογής και συστημικής αφομοίωσης. Οι πολιτικές και οι μέθοδοι στις οποίες διαπαιδαγωγούνται θα είναι παρόμοιες με αυτές που θα εφαρμόσουν στους δρόμους και στους χώρους εργασίας τους στο μέλλον. Ως επαναστάτες πρέπει να κατανοήσουμε του τι είναι πραγματικά αυτοί οι αγώνες και πως οι φοιτητές δέχονται αυτά τα μαθήματα.

Σε καμία περίπτωση δεν βοηθάει σε κάτι τον ταξικό μας αγώνα να έχουμε τους νέους σε ένα περιβάλλον που τους μαθαίνει να εστιάζουν όχι στις ιδέες αλλά απλά στο πως να χρησιμοποιούν  περίτεχνα τον λόγο τους, στο πως οι λύσεις στα περισσότερα προβλήματα είναι αφηρημένες, πως οι δικοί τους αγώνες είναι δευτερευούσης σημασίας κλπ. Εάν θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε το πανεπιστήμιο ως ένα είδος εργοστασίου, τότε σίγουρα και οι αγώνες εντός αυτού πρέπει να είναι άμεσοι, δημοκρατικοί και μαζικοί έχοντας ένα υλικό και ξεκάθαρο περιεχόμενο. Αυτό ήταν στο οποίο στόχευαν και οι φοιτητές του Quebec, το οποίο και κατάφεραν με μεγάλη επιτυχία. Ένας αγώνας που οργανώνεται γύρω από τις πραγματικές ανάγκες και ενδιαφέροντα των φοιτητών μέσω πραγματικά δημοκρατικών δομών είναι απαραίτητος τόσο για ένα δυναμικό φοιτητικό κίνημα όσο και για μια πραγματικά πολιτική και θετικά “επιμορφωτική” εμπειρία για όσους συμμετέχουν σε αυτό.
Πέρα από αυτό, η συμμετοχή σε μια επαναστατική οργάνωση πρέπει να είναι μια συνεχόμενη “κατατοπιστική” εμπειρία. Πρέπει οι ίδιοι να αμφισβητήσουμε τα όποια δόγματα μας σε πνευματικό επίπεδο για να κατανοήσουμε τις συνθήκες μέσα στις οποίες βρισκόμαστε, καθώς και τους τρόπους για να προχωρήσουμε παραπέρα. Οι οργανώσεις μας πρέπει να είναι χώροι όπου αυτομορφωνόμαστε σε όλα τα επίπεδα, ενώ επίσης πρέπει να βρούμε τους κατάλληλους τρόπους  και τα μέσα, έτσι ώστε τα (πολιτικά) συμπεράσματα που εξάγουμε να μπορούμε να τα κοινωνικοποιούμε και να τα εφαρμόσουμε στην πράξη. Έτσι ώστε να πλαισιωνόμαστε από μια λογική και εφαρμόσιμη πολιτική που δεν πουλάει ούτε διαδίδει κανένα αφηρημένο ιδεαλισμό ούτε κάποιο συντηρητισμό, ανταυτού θεωρούμε πως πρέπει να στοχεύουμε στον  πνευματικό πραγματισμό. Η “πολιτική εξέλιξη” εντός των οργανώσεων μας πρέπει να αποτελεί μια αναζωογονητική διαδικασία τόσο σε ατομικό όσο και σε  συλλογικό επίπεδο ως οργάνωση. Με την επαναστατική θεωρία να αποτελεί στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό μια συλλογική διαδικασία τόσο στον διάλογο όσο και στην αναπαραγωγή της. Πρέπει να αποφύγουμε τον μιμητισμό του ακαδημαϊκού σκοταδισμού, χωρίς να καταφύγουμε σε μια αναγωγική αντιπνευματικότητα και αυτό πρέπει να το κάνουμε από κοινού συλλογικά. Αυτό είναι ένα από τα πολλά καθήκοντα που η οργάνωση μας (Common Cause) ελπίζει να επιτύχει. Είναι και ο λόγος που εκδίδουμε αυτό το περιοδικό, αλλά και γιατί το κάνουμε με τον τρόπο που κάνουμε. Δεν είναι κάτι που το κάνουμε τέλεια, αλλά το κάνουμε συλλογικά, υπεύθυνα και ελπίζουμε με κάποιο θετικό και παραγωγικό αντίκτυπο.