3/3/15

Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΩΝ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ



Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΩΝ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ

Παρουσίαση της ατζέντας του 2015 από το ταμείο αλληλεγγύης στους φυλακισμένους και διωκόμενους αγωνιστές, στο φεστιβάλ βιβλίου ανατρεπτικών εκδόσεων Μαύρες-Κόκκινες Σελίδες. Δημοσιεύθηκε στην τρέχουσα έκδοση της εφημερίδας δρόμου Άπατρις.

1

Η ύπαρξη των στρατοπέδων συγκέντρωσης έχει ταυτιστεί στη συλλογική μνήμη με τα ναζιστικά εγκλήματα κατά τη διάρκεια του Β’ παγκόσμιου πόλεμου ή και κάποια χρόνια πριν απ’ αυτόν. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτή η «σύγχρονη καινοτόμα εφεύρεση» (όπως έχει χαρακτηριστεί), είναι αρκετά προγενέστερη. Η αποσιώπηση της πραγματικής ιστορίας των στρατοπέδων συγκέντρωσης και η πλήρης ταύτισή τους με το ναζισμό ή με μερικούς «τρελούς δικτάτορες», εντάσσεται σε μια ψυχολογικοποιημένη και μεταφυσική ανάγνωση της ιστορίας, που διχοτομεί τον ιστορικό χρόνο και εμφανίζει την κοινωνική πραγματικότητα όχι σαν υλική ταξική πάλη, αλλά σαν μια δυιστική μάχη του Καλού με το Κακό, του Φωτός με το Σκοτάδι. Το μοντέλο, όμως, των στρατοπέδων συγκέντρωσης είτε ως μέθοδος διαχείρισης της περισσευούμενης εργασιακής δύναμης, είτε ως μέθοδος εξόντωσης πολιτικών ή εθνοτικών αντιπάλων, είναι προγενέστερο του ναζιστικού και φασιστικού φαινομένου και συνδέεται άμεσα με τις επιδιώξεις εκμεταλλευτικών/ ταξικών συμφερόντων και όχι με τα καπρίτσια μερικών νοσηρών εγκεφάλων.

Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ξεκίνησαν ήδη από το 1885 ως μέθοδος συσσώρευσης πλούτου από τον βασιλιά του Βελγίου και ιδρυτή του «Ελεύθερου Κράτους του Κονγκό» Λεοπόλδο Β. Η βάναυση εκμετάλλευση των ιθαγενών πληθυσμών με στόχο τη δημιουργία μιας ελεύθερης ζώνης εμπορίου, όπου θα αλώνιζαν επιχειρηματίες απ όλη την Ευρώπη, είχε σαν τελικό αποτέλεσμα μέχρι το 1908 να ακρωτηριαστούν χιλιάδες άνθρωποι επειδή δεν έφταναν τις νόρμες παραγωγής που έθεταν οι αποικιοκράτες και να χάσουν τη ζωή τους μέχρι και 10 εκ. άνθρωποι. Δυστυχώς, ο ιταλός αναρχικός Ρουμπινό στις 15 Νοεμβρίου του 1902 αστοχώντας στην απόπειρα εκτέλεσης του Λεοπόλδου, απέτυχε να απαλλάξει την ανθρωπότητα απ’ αυτό το κάθαρμα…

Το 1898, κατά τη διάρκεια του πολέμου των ΗΠΑ με την Ισπανία, οι αμερικάνοι προχώρησαν στη στρατιωτική κατάληψη των Φιλιππίνων, που βρίσκονταν υπό ισπανική κατοχή, και προχώρησαν σε μια βίαιη γενοκτονία που συμπυκνώνεται στα λόγια του στρατηγού JacobSmith προς τους στρατιώτες του: «Δεν θέλω αιχμαλώτους. Σας καλώ να σκοτώσετε και να κάψετε. Όσο περισσότερο σκοτώσετε και κάψετε, τόσο καλύτερα θα με ικανοποιήσετε». Κομμάτι της γενοκτονίας εναντίον των φιλιππινέζων ήταν και ο εγκλεισμός χιλιάδων άμαχων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου 200.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από πανδημία χολέρας και από τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης.

Ο όρος ConcentrationCamp ακούστηκε πρώτη φορά κατά τη διάρκεια του δεύτερου “πόλεμου των μπόερς” (1899-1902), μέσα στα πλαίσια των ενδο-αποικιοκρατικών ανταγωνισμών για τον έλεγχο των σημαντικών πλουτοπαραγωγικών πηγών της Νότιας Αφρικής. Οι βρετανοί αποικιοκράτες ακολουθώντας την τακτική της «καμένης γης» εναντίον των απόγονων των πρώτων ολλανδών γερμανόφωνων αποίκων στη Νότια Αφρική, προχώρησαν στη συστηματική καταστροφή των καλλιεργειών, την πυρπόληση των σπιτιών, τη σφαγή των ζώων και τη δηλητηρίαση των υδάτινων πόρων των μπόερς. Με πρόσχημα τη διάσωση των γυναικών και των παιδιών,  οι βρετανοί έκτισαν 45 προσφυγικά στρατόπεδα για να “φιλοξενήσουν” τους αιχμάλωτους μπόερς. Τελικά, πάνω από 26.000 άνθρωποι, στην πλειοψηφία τους γυναίκες και παιδιά έχασαν τη ζωή τους σ’ αυτά τα πρώτα «κέντρα φιλοξενίας». Η πολιτική της καμένης γης, φυσικά, επεκτάθηκε και στους αφρικανούς. Δεκάδες χιλιάδες νοτιοαφρικανοί που ζούσαν στις περιοχές των μπόερς σκοτώθηκαν σε 64 στρατόπεδα συγκέντρωσης, που δημιουργήθηκαν ειδικά γι αυτούς.

Οι υποστηριχτές των ηττημένων μπόερς βρήκαν άκρως ενδιαφέρουσα και αξιοποίησαν την «καινοτόμο ιδέα» των βρετανών. Κάπως έτσι, οι γερμανοί χρησιμοποίησαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης (Konzentrationslager) στην προσπάθειά τους να αποικίσουν την ΝΔ Αφρική, εξοντώνοντας πάνω από 100.000 ανθρώπους από το 1904 ως το 1907, στην πρώτη γενοκτονία του αιώνα, σύμφωνα με τον ΟΗΕ.

Οι γερμανοί μετέφεραν την τεχνογνωσία τους και στους Οθωμανούς συμμάχους τους, ως αναπόσπαστο κομμάτι της ιμπεριαλιστικής τους διείσδυσης στην υπό κατάρρευση Αυτοκρατορία. Υπό την καθοδήγηση του συμβούλου του σουλτάνου Γερμανού αξιωματικού Λίμαν φον Σάντερς, δημιουργήθηκαν τα περίφημα Αμελέ Ταμπουρού (τάγματα καταναγκαστικής εργασίας), που χρησιμοποιήθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολίας αρχικά από τους Οθωμανούς, αλλά αργότερα και από τους Νεότουρκους, ως μια μέθοδος εθνοκάθαρσης εναντίον κυρίως των εβραίων, των ελλήνων και των αρμενίων.

Στα χέρια των εθνικοσοσιαλιστών και των φασιστών στη Γερμανία η “καινοτόμος ιδέα” μετατράπηκε σε πραγματική επιστήμη βιομηχανικής κλίμακας εξόντωσης των εβραίων, των Ρομά, των ομοφυλόφιλων, των ανάπηρων, των κομμουνιστών, των αναρχικών κι άλλων κοινωνικών και πολιτικών αντιπάλων του ναζισμού.  Σε πρώτη φάση, τα στρατόπεδα χρησιμοποιήθηκαν για την εξουδετέρωση των πολιτικών αντιπάλων του ναζισμού. Λίγες μόλις μέρες μετά την αναρρίχηση του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος στην εξουσία, τον Φλεβάρη του 1933, η αστυνομία εισέβαλε στην έδρα του ΚΚ Γερμανίας, στο «Σπίτι του Καρλ Λίμπκνεχτ» και έθεσε το κόμμα εκτός νόμου. Μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ, στις 28 Φλεβάρη, ο Χίτλερ εξέδωσε το Διάταγμα για την προστασία του Λαού και του Κράτους, εκμεταλλευόμενος την ήδη διαμορφωθείσα κατάσταση εξαίρεσης που είχε επιβάλει ο συντηρητικός πρόεδρος Χίντενμπουργκ στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, ως «φρουρός του Συντάγματος». Με βάση το διάταγμα του Χίτλερ ξεκίνησε το κατασταλτικό πογκρόμ, αρχικά εναντίον των κομμουνιστών. Μέσα σε λίγες μέρες οι δυνάμεις καταστολής συνέλαβαν 20 χιλιάδες κομμουνιστές που τους διασκόρπισαν σε δεκάδες στρατόπεδα, ειδικά τμήματα στις κρατικές φυλακές, κέντρα κράτησης και σε διάσπαρτα «ιδιωτικά κέντρα ατομικών βασανιστηρίων», που έδρευαν σε υπόγεια ή εγκαταλειμμένα εργοστάσια.

Το πρώτο στρατόπεδο συγκέντρωσης που ίδρυσε η ναζιστική κυβέρνηση υπό τη δικαιοδοσία της Γκεστάπο, ήταν στην πόλη Νταχάου. Ο Χίμλερ το περιέγραψε ως «το πρώτο στρατόπεδο συγκέντρωσης για πολιτικούς κρατουμένους», ενώ δεν άργησαν να δημιουργηθούν νέα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Μέσα στα επόμενα χρόνια ξεπήδησε πλήθος παρόμοιων στρατοπέδων ως κορύφωση του πογκρόμ που εξαπολύθηκε εναντίον κυρίως των εβραίων, των Ρομά και των ομοφυλόφιλων.

Από το 1941 σαν μέρος της «Τελικής Λύσης» οι εθνικοσοσιαλιστές κατασκευάζουν σε κατεχόμενες χώρες στρατόπεδα εξόντωσης, όπως αυτά του Μπέλζεκ, του Σομπιμπόρ, της Τρεμπλίνκα και του Άουσβιτς-Μπίρκεναου. Τρία εκατομμύρια περίπου εβραίοι δολοφονήθηκαν σε αυτά τα στρατόπεδα, κυρίως μετά την επιτάχυνση της «Τελικής Λύσης» με τη διάσκεψη της Βάνζεε στις 20 Γενάρη του 1942.

Πέρα, όμως, από την κυρίαρχη μυθολογία περί «εβραϊκής απάθειας», αναπτύχθηκαν στα στρατόπεδα εξόντωσης πολλές στιγμές αγώνα ενάντια στη ναζιστική θηριωδία.  Από το πλήθος των εξεγέρσεων και αποδράσεων, θα δούμε εδώ ενδεικτικά και εν συντομία την εξέγερση στο ναζιστικό στρατόπεδο εξόντωσης στο Σόμπιμπορ της Πολωνίας, στις 14 Οκτωβρίου του 1943.

Ηγέτες της εξέγερσης ήταν ο σοβιετικός αιχμάλωτος Αλεξάντρ Πετσέρσκι  και ο πολωνοεβραίος Λεόν Φελντχέντλερ. Όλα ξεκίνησαν όταν ο υποδιοικητής Γιόχαν Νήμαν επισκέφθηκε το ραφείο για να δοκιμάσει τη νέα του στολή. Εκεί εκτελέστηκε με τσεκούρι από τον εβραίο ράφτη Γιεχούντα Λέρνερ. Ακολούθησε η εκτέλεση δέκα Γερμανών, οκτώ Ουκρανών και δύο μελών της Εθνοφουράς (Volksdeutsche), ενώ τραυματίστηκε σοβαρά ο υποδιοικητής Βέρνερ Ντουμπόις (WernerDubois). Το σχέδιο ήταν η ολοσχερής εξόντωση της φρουράς και η διαφυγή των κρατουμένων από την κεντρική πύλη. Μέλη της φρουράς του στρατοπέδου, όμως, αντιλήφθηκαν το σχέδιο απόδρασης. Στις συμπλοκές που ακολούθησαν  οι περισσότεροι εξεγερμένοι σκοτώθηκαν από πυρά της φρουράς και από τις νάρκες του περιβάλλοντος ναρκοπεδίου. 360 κρατούμενοι κατάφεραν τελικά να διαφύγουν από το στρατόπεδο, αλλά μετά από εξοντωτικό κυνηγητό από τα SS οι περισσότεροι συνελλήφθησαν ξανά και μόνο 50 κατάφεραν να απελευθερωθούν. Μετά την εξέγερση ο Χίμλερ διέταξε το κλείσιμο του στρατοπέδου, την κατεδάφιση των κτισμάτων του και την δενδροφύτευση της περιοχής, ώστε να καλύψει τα ίχνη της σφαγής.

Βεβαίως, δεν ήταν μονάχα οι ναζί που χρησιμοποίησαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Και οι σύμμαχοι του αντιφασιστικού μπλοκ χρησιμοποίησαν την «καινοτόμο ιδέα», με διαφορετικές βέβαια επιδιώξεις και σε διαφορετικό πλαίσιο. Στις ΗΠΑ, με αφορμή την ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, με διάταγμα του προέδρου Ρούσβελτ στις 19 Φλεβάρη του 1942, ιδρύθηκαν στρατόπεδα συγκέντρωσης που “φιλοξένησαν” στα επόμενα χρόνια 120.000 ιάπωνες πολίτες των ΗΠΑ, με μοναδικό κριτήριο την εθνική τους καταγωγή. Ταυτόχρονα στην ΕΣΣΔ ακόμα λειτουργούσαν τα γνωστά Γκούλαγκ («Γενική Διεύθυνση Αναμορφωτικών Στρατοπέδων Εργασίας»), που ίδρυσαν από το 1919 οι μπολσεβίκοι. Τα γκούλαγκ, πέρα από «χώρος αναμόρφωσης» πραγματικών ή μη εχθρών του επαναστατικού καθεστώτος, χρησιμοποιήθηκαν και ως μοχλός για την εκβιομηχάνιση και την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της ΕΣΣΔ. Έτσι, οι κρατούμενοι χρησιμοποιήθηκαν σε σκληρές εργασίες, όπως εξόρυξη χρυσού, ασημιού, χαλκού, πετρελαίου, ξυλείας και άνθρακα.

Φυσικά και η Ελλάδα δεν έμεινε έξω από το χορό. Δεκάδες στρατόπεδα συγκέντρωσης δημιουργήθηκαν για να αντιμετωπίσουν τον εσωτερικό εχθρό. Το πιο θρυλικό από αυτά ήταν η Μακρόνησος, το «αναρρωτήριο ψυχών», η «συνέχιση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού», η «εθνική κολυμβήθρα, η «νέα Εδέμ στα μάτια της ελληνικής Ιστορίας», ο «Νέος Παρθενών», κατά τους «πεφωτισμένους» πολιτικούς της ελληνικής Δεξιάς Κωνσταντίνο Τσάτσο και Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Ο τελευταίος έλεγε: «στο ξερονήσι αυτό εβλάστησε η Ελλάς ωραιοτέρα από κάθε φορά. Η ιστορία θα γράψει πως η στροφή της παγκοσμίου καταστάσεως εδώ άρχισε, στη Μακρόνησο» και: «Το φαινόμενον της Μακρονήσου είναι μοναδικόν εις τον κόσμον ολόκληρον. Πρόκειται περί θαυμαστού συνδυασμού της παιδείας με τον στρατόν. Οι εμπνευσθέντες οργανώσαντες και διαχειριζόμενοι με τόσον επιτυχίαν το έξοχον αυτό έργον είναι άξιοι ΒΑΘΕΙΑΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ».

Η λειτουργία του στρατοπέδου συγκέντρωσης στη Μακρόνησο ξεκίνησε με εισήγηση του Γενικού Επιτελείου Στρατού προς το υπουργείο Στρατιωτικών στις 19 Φεβρουαρίου 1947. Ο σκοπός της λειτουργίας του στρατοπέδου περιγράφονταν στο αρχικό εισηγητικό σημείωμα που εκδόθηκε την πρωταπριλιά του 1946: «Αποφασίζεται ο περιορισμός των αριστερών στρατευσίμων εις ορισμένα στρατόπεδα δια να υποστούν αποτοξίνωσιν. Όλες οι στρατιωτικές μονάδες δέον όπως εκκαθαρισθούν από αριστερίζοντες ή υπόπτους αριστερισμού». Μέχρι το 1958, οπότε κι έκλεισε το στρατόπεδο, χιλιάδες κομμουνιστές, αριστεροί, αλλά και απλοί δημοκρατικοί φαντάροι βασανίστηκαν σωματικά και ψυχολογικά ή εξοντώθηκαν βιολογικά, για τον ιερό σκοπό της «εθνικής αναβάπτισης». Το διήμερο 29 Φλεβάρη - 1 Μάρτη του 1948 συμπύκνωσε αυτήν την υπερδεκαετή βαρβαρότητα των νικητών του εμφύλιου ταξικού πολέμου, με το λυσσασμένο πογκρόμ και τη σφαγή 100 και πλέον φαντάρων. Η επίσημη εκδοχή, σύμφωνα με το στρατιωτικό ανακοινωθέν, ήταν: «Την 29ην Φεβρουαρίου άνδρες του Στρατοπέδου Μακρονήσου, εις το οποίο υπηρετούν οι επικίνδυνοι κομμουνισταί, κατά τη διάρκειαν της θρησκευτικής τελετής επετέθησαν κατά της φρουράς του Στρατοπέδου προς αφοπλισμόν της. Η τελευταία αμυνομένη έκαμε χρήσιν των όπλων και η τάξις απεκαταστάθη. Απώλειαι στασιαστών 17 νεκροί και 61 τραυματίαι. Εκ των ημετέρων τέσσερις τραυματίαι διά λιθοβολισμού. Οι τραυματίαι μεταφέρονται εις το Στρατιωτικόν Νοσοκομείον». Τότε, η δημοκρατική εφημερίδα Τα Νέα, έγραφαν: «Οι κομμουνισταί επροκάλεσαν ταραχάς εις την Μακρόνησον»…

Η επιστήμη και η τεχνική των σωματικών και ψυχοπνευματικών βασανιστηρίων, όμως, άγγιξε την τελειότητα σε ένα στρατόπεδο υπό την κατοχή του κέντρου της σύγχρονης παγκόσμιας δημοκρατίας. Στη ναυτική βάση των Η.Π.Α. στην Κούβα, το Γκουαντάναμο, σε έναν τόπο που παλιότερα προοριζόταν για στρατόπεδο συγκέντρωσης προσφύγων φορέων του AIDS, οι αμερικανοί με πρόσχημα την “αντι”τρομοκρατική σταυροφορία έχουν εγκαθιδρύσει ένα ειδικό καθεστώς για τους “εχθρικούς μαχητές”. Μέσω της στρατιωτικής διαταγής που εξέδωσε ο πρόεδρος Μπους στις 13 Νοεμβρίου του 2001, οι κρατούμενοι δεν καλύπτονται από τη συνθήκη της Γενεύης και το πολεμικό Δίκαιο, γι αυτό και δικάζονται (όταν δικάζονται) από στρατιωτικές επιτροπές, ενώ παραμένουν για αόριστο χρόνο φυλακισμένοι. Μια αόριστη κράτηση που ξεφεύγει από τα όρια της χρονικής απροσδιοριστίας και επεκτείνεται και στην έλλειψη στοιχειώδους κατηγορητηρίου, απογυμνώνοντας το άτομο από κάθε νομική υπόσταση, «δημιουργώντας μια οντότητα που δεν μπορεί ούτε να κατονομαστεί ούτε να κατηγοριοποιηθεί νομικά» (Αγκάμπεν). Όπως αποκαλύπτει ο  επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βόρειου Ιλινόις MarkFalkoff, εν τέλλει: «μόνο το οκτώ τοις εκατό των κρατουμένων κατηγορείται ότι ήταν πολεμιστές της Αλ Κάιντα, μόνο το πέντε τοις εκατό συνελήφθη από δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών στα πεδία μάχης στο Αφγανιστάν, και συνολικά λιγότεροι από τους μισούς κατηγορήθηκαν για ενέργειες εχθρικές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες».


Στο Γκουαντάναμο, γράφει ο Αγκάμπεν, η γυμνή ζωή αγγίζει τη μέγιστη απροσδιοριστία της. Οι κρατούμενοι έχουν εκπέσει πλέον από την ανθρώπινη κατάσταση, βρίσκονται στο μεταίχμιο ανθρώπου και ζώου: «Μετά από λίγο σταματήσαμε να διεκδικούμε ανθρώπινα δικαιώματα- θέλαμε τα δικαιώματα των ζώων. Το κλουβί μου βρισκόταν δίπλα σε ένα σκυλόσπιτο, όπου ζούσε ένα λυκόσκυλο. Ο σκύλος είχε ένα κλιματιζόμενο ξύλινο σπιτάκι, με γρασίδι για να τρέχει. Είπα στους φρουρούς: “Θέλω τα δικαιώματα που έχει ο σκύλος”. Μου απάντησαν: “Ο σκύλος είναι μέλος του στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών”» (JamalAl-Harish, πρώην κρατούμενος στο Γκουαντάναμο). Οι βασανιστές έχουν απεριοριστη φαντασία, ανακαλύπτουν μια ευρεία γκάμα βασανιστηρίων, από την κλασική σωματική βία, μέχρι το υποχρεωτικό άκουσμα μέταλ μουσικής ή του εθνικού ύμνου των ΗΠΑ. Ούτε μπροστά στον ίδιο το θάνατο δεν είναι ελεύθερος ο κρατούμενος, η διαρκής πανοπτική επιτήρηση του απαγορεύει να πάρει οποιαδήποτε πρωτοβουλία που θα φέρει δυσφορία στην κυβέρνηση, είναι υποχρεωμένος να πεθάνει μόνο όταν το αποφασίσουν οι δυνάστες του: «Είχαμε πετσέτες για παράδειγμα. Υπήρχε ένα παράθυρο, όπου κάποιοι αποπειράθηκαν να κρεμαστούν. Ή έβρισκαν κάτι μυτερό και προσπαθούσαν να κόψουν τις φλέβες τους. Έγιναν πολλές απόπειρες, αλλά οι φύλακες ήταν άγρυπνοι όλη την ώρα για να μη γίνει τίποτα τέτοιο. Άμα κανείς έκανε τίποτα, κατάφταναν αμέσως. Κάθε μέρα είχαμε κι από κάτι, αλλά κανείς δεν πέθανε» (Αμπντουσαλάμ Νταγέφ, για ένα διάστημα εκπρόσωπος των κρατουμένων στο Γκουαντάναμο).

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να σημειώσουμε ότιη παράθεση των γεγονότων που γίνεται μέσα στο ημερολόγιο είναι σαφώς περιορισμένη και δειγματοληπτική. Όμως η ουσία παραμένει ίδια και συμπυκνώνεται στην προειδοποίηση του Πρίμο Λέβι: συνέβη, επομένως μπορεί να ξανασυμβεί. Και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των μεταναστών η βαρβαρότητα επαναλαμβάνεται…

2

Τα λεγόμενα «κέντρα κράτησης» (ή για τους πιο εθισμένους στην οργουελιανή νεογλώσσα «κέντρα φιλοξενίας»), υπάρχουν διάσπαρτα εδώ και κάποιες δεκαετίες σε μεταβατικές χώρες και χώρες-προορισμούς των ανθρώπων που προσπαθούν να αποφύγουν πολεμικές συγκρούσεις ή αναζητούν δουλειά και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης για τους ίδιους και για τις οικογένειές τους. Η ύπαρξή τους είναι η υλική αποτύπωση της μαθηματικά υπολογισμένης διαχείρισης της εργατικής δύναμης. Είναι ακόμη ένα εργαλείο που, μαζί με την παρανομοποίηση της ύπαρξης, τις εκτελέσεις στα σύνορα, τους φράχτες, τις βυθίσεις σκαφών, τα βασανιστήρια στα τμήματα, συμβάλλουν στη ρύθμιση των μεταναστευτικών ροών, σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες του κεφαλαίου.

Η τεχνητή παρανομοποίηση των μεταναστών, ως κυρίαρχη στρατηγική του κεφαλαίου για τη ρύθμιση του μεταναστευτικού ζητήματος, έχει έναν σαφή στόχο: την υποτίμηση της αξίας της εργασιακής δύναμης ενός μεγάλου κομματιού της εργατικής τάξης (αλλά εμμέσως και της εργ. τάξης συνολικά), ώστε ένα τεράστιο μερίδιο της παραγωγικής διαδικασίας να διεξάγεται σε συνθήκες σύγχρονου εργασιακού κάτεργου. Η παρανομοποίηση στοχεύει ευθέως στην παραγωγή μιας ακραία υποτιμημένης κοινωνικής τάξης, ενός «περιθωρίου» που θα αποτελεί φθηνό εργατικό δυναμικό για το νόμιμο ή παράνομο κεφάλαιο (και όλες τις ενδεχόμενες μείξεις αυτών των δυο μορφών καπιταλιστικής συσσώρευσης). Επιπλέον, γύρω από την παρανομοποίηση περιστρέφεται μια δυναμικά αναπτυσσόμενη αγορά αλληλοεπικαλυπτόμενης λευκής ή μαύρης συσσώρευσης κεφαλαίου, που ξεκινά από το τράφικινγκ, το δουλεμπόριο,την εξαναγκαστική πορνεία, τη στελέχωση της μαφίας κλπ και καταλήγει στις καθ’ όλα νόμιμες δραστηριότητες ενός ευρύτατου πεδίου συνενοχής και δικτύου συνεργασίας, που αφορούν κυρίως νόμιμες εργασίες που εξαρτιούνται μερικά ή καθ’ ολοκληρίαν από τις παράνομες δραστηριότητες.

Με ή χωρίς κρίση, το κεφάλαιο (νόμιμο ή παράνομο) έχει ανάγκη την εκμετάλλευση της εργασιακής δύναμης(νόμιμης ή παράνομης) τόσο των μεταναστών όσο και των ντόπιων. Αυτό που αλλάζει και διαμορφώνει τις εκάστοτε συνθήκες νομιμότητας/παρανομίας είναι οι όροι κερδοφορίας του κεφαλαίου. Η γνωμοδότηση του νομικού συμβουλίου του ελληνικού κράτους το Φλεβάρη του 2014, σχετικά με την επ’ αόριστον κράτηση των μεταναστών μέσα στα στρατόπεδα, ακολουθεί σαφώς το παραπάνω στρατηγικό σχεδιασμό, καθώς ουσιαστικά ποινικοποιεί τη φτώχεια χαρακτηρίζοντας τους μετανάστες ως «επικίνδυνους για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια... γιατί στερούνται πόρων για τη διαβίωσή τους».

Ο μετανάστης, ως σύγχρονος δούλος στο εργασιακό κάτεργο της δύσης, δεν είναι πια πράγμα (res), αλλά Ιερός Άνθρωπος (homosacer): το απόλυτο υποκείμενο στο οποίο η κρατική ή παρακρατική βία ασκείται με ατιμωρησία. Μπορεί να βρεθεί νεκρός σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, σε ένα βυθισμένο σαπιοκάραβο, στα χερσαία σύνορα, σε ένα σκοτεινό δρόμο της μητρόπολης χτυπημένος από σφαίρα μπάτσου ή μαχαίρι φασίστα. Μέσα στον διαρκή ταξικό πόλεμο χαμηλής έντασης, ο μετανάστης μετατρέπεται σε κατά παραχώρηση ύπαρξη.

Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, μπροστά στη σύγχρονη βαρβαρότητα, οι μετανάστες ως υπάρξεις απογυμνωμένες που ζουν έξω από την επικράτεια του νόμου και των ίδιων των ιερών φετίχ του δυτικού πολιτισμού, βιώνουν την πλήρη από-προσωποίησή τους, την αποκόλληση από τον κόσμο και το σώμα τους. Όπως το συμπύκνωσε ένας έγκλειστος στο κέντρο κράτησης στη Γουμέρα της Αυστραλίας: «Έφτασα στην Αυστραλία και ήμουν ευτυχισμένος. Μετά βρέθηκα φυλακισμένος σε ένα στρατόπεδο. Ξέχασα το όνομά μου, τον εαυτό μου, με φώναζαν νούμερο 813…».

Η βία αυτή, όμως, δε μένει αναπάντητη. Από τη Woomera μέχρι τη Λαμπεντούζα και από την Αμυγδαλέζα μέχρι την Κομοτηνή οι μετανάστες και οι πρόσφυγες αναπτύσσουν αντιστάσεις και ορθώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια μπροστά στη σύγχρονη βαρβαρότητα. Οι απεργίες πείνας, οι συνεχείς εξεγέρσεις που σχεδόν πάντα συνοδεύονται από καταστροφές υποδομών ή ολόκληρων στρατοπέδων συγκέντρωσης, δεν είναι απλά πυροτεχνήματα που χάνονται στην κανονικότητα μιας κοινωνικής ειρήνης. Η συχνότητά και η σφοδρότητα με την οποία συμβαίνουν αφενός διαψεύδουν ηχηρά την εικόνα του «καημένου μετανάστη» και αφετέρου δημιουργούν προυποθέσεις σύνδεσης της καταστροφής των στρατοπέδων συγκέντρωσης με το συνολικότερο αγώνα για την καταστροφή του κράτους και του κεφαλαίου.

25/2/15

Εκδήλωση- βιβλιοπαρουσίαση για τον ΕΛΑ (6 Μάρτη στην ΑΣΟΕΕ)


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΛΑΪΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

Ιδεολογικο-πολιτική πλατφόρμα "Χημικά Λιπάσματα"
Θα μιλήσει ο Χρήστος Τσιγαρίδας σύντροφος που έχει αναλάβει την πολιτική ευθύνη για τη συμμετοχή του στον ΕΛΑ

Παρασκευή 6 Μάρτη στις 18:00 στην ΑΣΟΕΕ (αμφιθέατρο Αντωνιάδου)

ταμείο αλληλεγγύης φυλακισμένων και διωκόμενων αγωνιστών

21/2/15

Άμεση Απελευθέρωση & Διεθνιστική Αλληλεγγύη στον Κομμουνιστή Επαναστάτη Ζωρζ Ιμπραχίμ Αμπντάλλα: Συγκέντρωση, 25 Φλεβάρη, έξω από τη γαλλική πρεσβεία, 6μμ



ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
ΤΕΤΑΡΤΗ 25 ΦΛΕΒΑΡΗ 2015, 6 μ.μ.
ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΠΡΕΣΒΕΙΑ
                                  (γωνία Βασ. Σοφίας & Ακαδημίας)

Ο επαναστάτης κομμουνιστής Ζωρζ Ιμπραχίμ Αμπντάλλα διανύει τον 31ο χρόνο φυλάκισης στις γαλλικές φυλακές. Ολες οι αιτήσεις αποφυλάκισης που έχει υποβάλει μέχρι τώρα έχουν απορριφθεί από τα δικαστήρια με διάφορα προσχήματα κατόπιν συνεχών παρεμβάσεων του Αμερικανικού Στέϊτ Ντιπάρτμεντ και του Σιωνιστικού λόμπυ προς τις Γαλλικές κυβερνήσεις. Το Γαλλικό κράτος, σε ρόλο προτεκτοράτου, εφαρμόζει ένα καθεστώς εξαίρεσης ενάντια σ’ έναν αγωνιστή που δικαιούται να αποφυλακιστεί από το 1999.

Στις 5 Νοεμβρίου 2014, το δικαστήριο εφαρμογής ποινών του Παρισιού απέρριψε την ένατη έως τώρα αίτηση απελευθέρωσης την οποία είχε υποβάλει ο Ζωρζ Ιμπραχίμ Αμπντάλλα τον Μάρτιο του 2014.

Η αίτηση του Αμπντάλλα κρίθηκε «απαράδεκτη» προβάλοντας ως αιτιολογία ότι προηγουμένως δεν είχε εκδοθεί διαταγή απέλασης. Αυτή η παρωδία δικαιοσύνης, επιβεβαιώνει για μία ακόμη φορά το καθεστώς εξαίρεσης που εφαρμόζεται στον Ζωρζ Αμπντάλλα επί 31 χρόνια. Επιβεβαιώνεται ότι η συνεχιζόμενη φυλάκιση του Ζωρζ Αμπντάλλα αποτελεί πολιτική απόφαση της Γαλλικής κυβέρνησης.

Η μανία του κράτους ενάντια στον Ζωρζ Αμπντάλλα, ο οποίος βάσει της γαλλικής νομοθεσίας δικαιούται να σποφυλακιστεί από το 1999, έχει ήδη εκδηλωθεί δύο φορές, όταν αποφάσεις της δικαιοσύνης ευνοϊκές προς την απελευθέρωσή του ακυρώθηκαν με παραγγελία της Γαλλικής κυβέρνησης. Το 2012, ο φιλοσιωνιστής Μανουέλ Βαλς, τότε υπουργός Εσωτερικών και σήμερα πρωθυπουργός της Γαλλίας, είχε αρνηθεί να υπογράψει την εντολή απέλασης του συντρόφου Ζωρζ προκειμένου να επιστρέψει στη χώρα του, το Λίβανο. Οι αρχές του Λιβάνου έχουν δεσμευθεί να τον επαναπατρίσουν αμέσως μόλις αποφυλακιστεί.

Το καλοκαίρι του 2014, ο Φρανσουά Ολάντ και η κυβέρνηση του σημερινού πρωθυπουργού Βαλς προανήγγειλαν τη στήριξη στο κράτος του Ισραήλ, στο γενοκτονικό πόλεμο ενάντια στο λαό της Γάζας. Δεν μας προκαλεί, επομένως, έκπληξη το γεγονός ότι η συνενοχή του γαλλικού ιμπεριαλισμού με το Σιωνισμό και τις ΗΠΑ έχει ως επακόλουθο τις συνεχείς απορρίψεις της απελευθέρωσης του Ζωρζ Αμπντάλλα.

Ο Ζωρζ Αμπντάλλα παραμένει ένας αγωνιστής κομμουνιστής, αντι-ιμπεριαλιστής και αντι-σιωνιστής. Συνεχίζει την αντίσταση χωρίς μεταμέλειες ή τύψεις για τις μάχες που πάντα έδινε και συνεχίζει να δίνει για τη δικαιοσύνη και την ελευθερία, στο πλευρό των καταπιεσμένων λαών και ιδίως του Παλαιστινιακού λαού.
Οπως όλο και περισσότερες φωνές στη χώρα μας και σε όλο τον κόσμο, έτσι και εμείς είμαστε περήφανοι που στηρίζουμε την υπόθεση του Ζωρζ Ιμπραχίμ Αμπντάλλα και θα εντείνουμε τις κινητοποιήσεις αλληλεγγύης μέχρι την απελευθέρωσή του και την επιστροφή του στο Λίβανο.
Στις 26 Φλεβάρη 2015 θα εκδοθεί η απόφαση για την έφεση της απορριπτικής απόφασης του προηγούμενου δικαστηρίου. Εδώ και πολλά χρόνια έχει αναπτυχθεί σε πολλές χώρες ένα μαζικό κίνημα αλληλεγγύης στον Αμπντάλλα με δυναμικές διαδηλώσεις, πορείες, συγκεντρώσεις. Συντασσόμενοι με αυτό το κίνημα ζητάμε την άμεση απελευθέρωση του Ζωρζ Ιμπραχίμ Αμπντάλλα και καλούμε σε παρέμβαση στη Γαλλική πρεσβεία την παραμονή της εκδίκασης της έφεσης. Ανάλογα καλέσματα έχουν βγει και σε άλλες Ευρωπαϊκές πόλεις.

 Ποιος είναι ο Ζωρζ Ιμπραχίμ Αμπντάλλα; 

Ο Ζωρζ Ιμπραχίμ Αμπντάλλα γεννήθηκε στις 2 Απρίλη 1951 από οικογένεια χριστιανών μαρωνιτών στη μικρή πόλη Κουμπαγιάτ του Βορείου Λιβάνου. Σπούδασε στην Εκόλ Νορμάλ της Ασράφιγιε στην Ανατολική Βηρυτό και διορίστηκε δάσκαλος το 1972 σε ένα χωριό της Κοιλάδας της Μπεκάα. Συνέχισε να διδάσκει μέχρι το 1979.

Ο Αμπντάλλα μεγάλωσε σε μια περίοδο όπου, μπροστά στη ριζοσπαστικοποίηση των λαϊκών και νεολαιίστικων κινημάτων, η αστική τάξη του Λιβάνου οδήγησε τη χώρα, το 1975, σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο.

Από νεαρή ηλικία πολιτικοποιείται και αγωνίζεται μέσα από τις τάξεις του Κοινωνικού Εθνικού Συριακού Κόμματος και από το 1971 στρατεύεται πολιτικά με το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης και συνεργάζεται με τον αρχηγό των Εξωτερικών Επιχειρήσεων του ΛΜΑΠ, Ουαντί Χαντάντ (Αμπού Χανί).

Το 1978 τραυματίζεται σε μάχη ενάντια στις ισραηλινές δυνάμεις που εισβάλουν στο Λίβανο.

Από το 1980 συμμετέχει στη δημιουργία της οργάνωσης Λιβανέζικες Eνοπλες Επαναστατικές Φράξιες, μαρξιστικής αντι-ιμπεριαλιστικής οργάνωσης που δραστηριοποιείται ενάντια στην κατοχή του Νότιου Λιβάνου από το Ισραήλ, με επιχειρήσεις ενάντια στους σιωνιστές και τους δυτικούς συμμάχους τους.

Στις 24 Οκτώβρη 1984, συλλαμβάνεται στη Λυών της Γαλλίας για κατοχή πλαστών στοιχείων ταυτότητας – ενός διαβατηρίου που είχε πάρει νομότυπα από τις Αλγερινές αρχές. Το Γαλλικό κράτος δεσμεύεται απέναντι στην Αλγερινή κυβέρνηση να τον ελευθερώσει σύντομα. Στις 10 Ιουλίου 1986 καταδικάζεται σε 4 χρόνια φυλακής. Πολιτική αγωγή στη δίκη είναι οι ΗΠΑ που μαζί με το Ισραήλ ασκούν έντονες πιέσεις στη Γαλλική κυβέρνηση για αυστηρότερη ποινή στον Αμπντάλλα. Το 1987 δικάζεται ξανά από Ειδικό Δικαστήριο και καταδικάζεται σε ισόβια. Εκτοτε είναι φυλακισμένος σε Φυλακές Υψίστης Ασφαλείας. Ο Ζωρζ Ιμπραχίμ Αμπντάλλα δικαιούται να αποφυλακιστεί από το 1999 οπότε και συμπλήρωσε την υποχρεωτική διάρκεια της ποινής του.

20-2-2015

17/2/15

Σχετικά με την έκδοση κουπονιού αλληλεγγύης στους πολιτικούς κρατούμενους



"H ταξική αλληλεγγύη είναι η πιο σίγουρη εγγύηση για το γκρέμισμα του παλιού κόσμου, του κόσμου της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης, της αντίδρασης και της σκλαβιάς" Ιανουάριος 1928- Δελτίο 1 της Εργατικής Βοήθειας (δομής αλληλεγγύης πολιτικών κρατούμενων και εξόριστων που έδρασε μέχρι την μεταξική δικτατορία)


Η έκδοση του κουπονιού αλληλεγγύης και οικονομικής ενίσχυσης των πολιτικών κρατουμένων ξεκινά από μια πρωτοβουλία συντρόφων, οι οποίοι θεωρούμε πως η αλληλεγγύη στους φυλακισμένους συντρόφους δεν είναι κάποιου είδους ανταλλακτική αξία, αλλά είναι επιτακτικό πολιτικό χρέος και καθήκον ενός κινήματος που θέλει να είναι επαναστατικό στην πράξη. Δεν υποτιμάμε καθόλου όλες τις προσπάθειες συντροφισσών και συντρόφων να καλύψουν τις υλικές ανάγκες των έγκλειστων συντρόφων μας με άλλου είδους δραστηριότητες (όπως π.χ. πάρτυ, συναυλίες κλπ), αλλά θεωρούμε πως αυτός ο τρόπος οικονομικής ενίσχυσης θα πρέπει να έχει περιφερειακό και συμπληρωματικό χαρακτήρα. Στο κέντρο θέτουμε τη συγκρότηση πολιτικών δομών αλληλεγγύης που θα βασίζεται στην προσωπική ευθύνη και δέσμευση, χωρίς εμπορευματική διαμεσολάβηση (συνδρομές, κουπόνια στήριξης, προσωπικές συνεισφορές) και θα βάζει σε προτεραιότητα τις πολιτικές εκδηλώσεις, καθώς και την έκδοση βιβλίων και έντυπου υλικού.

Το κουπόνι θα προσπαθήσει να συμβάλει τόσο στην προσπάθεια του ταμείου αλληλεγγύης και οικονομικής ενίσχυσης των φυλακισμένων αγωνιστών όσο και στην κάλυψη τμήματος των δικαστικών εξόδων των φυλακισμένων συντρόφων.

13/2/15

Παρέμβαση ενάντια στην ΕΕ Κυριακή 15 Φεβρουαρίου

Η μπροσούρα της συνέλευσης εδώ

ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΥΡΩΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ
ΚΑΤΑΡΓΟΥΝΤΑΙ ΣΤΑ ΟΔΟΦΡΑΓΜΑΤΑ

Πέντε χρόνια διαδοχικών μνημονίων, βίαιης φτωχοποίησης, κοινωνικής ερημοποίησης και άγριας ταξικής επίθεσης του κεφαλαίου εναντίον του κόσμου της εργασίας έδειξαν ποιο είναι το αληθινό πρόσωπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης: μια ιμπεριαλιστική και αντιδραστική λυκοσυμμαχία που δεν διστάζει να πατάει επί πτωμάτων για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα μιας χούφτας πλουτοκρατών. Δεν είναι κάποιο ιστορικό ατύχημα είναι η ίδια η φύση της ΕΕ, και οποιαδήποτε πρόταση πως μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο μπορεί να κερδηθεί ένας “καλοπροαίρετος” συμβιβασμός και μια συναίνεση με τους “εταίρους” προς όφελος των προλεταριακών-λαϊκών συμφερόντων σπέρνει αυταπάτες και εφησυχασμό. Οι λύκοι δεν γίνονται αρνάκια με τις διαπραγματεύσεις.

Ακόμα και αν κερδηθούν ορισμένα ψίχουλα στις διαπραγματεύσεις και υπογραφεί ένα “μνημόνιο με ανθρώπινο πρόσωπο” (όπως κι αν ονομαστεί αυτό), η προδιαγεγραμμένη τροχιά παραμένει η ίδια: ταξική αφαίμαξη, λεηλασία και εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης. Η ληστρική επιδρομή του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου δεν θα σταματήσει με οποιοδήποτε κατά Βαρουφάκη “Νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο με την Ευρώπη”, που ούτως ή άλλως θα εμπεριέχει το μεγαλύτερο τμήμα  του “τοξικού” παλιού μνημονίου.  Ακόμα κι αν παραχωρηθούν από την κυβέρνηση ή κατακτηθούν από το κίνημα ορισμένες διόλου ευκαταφρόνητες προοδευτικές αλλαγές στο οικονομικό, αλλά κυρίως στο κοινωνικό πεδίο, η στρατηγική επιλογή της πρόσδεσης με την ΕΕ και το ΝΑΤΟ περιορίζει το πλαίσιο αυτών των αλλαγών στα όρια του αμελητέου.

Μοναδική λύση είναι η ανάπτυξη ενός μαζικού προλεταριακού-λαϊκού κινήματος που θα συγκρουστεί και θα έρθει σε πλήρη ρήξη με τις κυρίαρχες πολιτικές του αριστερού ή δεξιού ευρωμονόδρομου, θα διώξει κλωτσηδόν τρόικες και ΔΝΤ απαιτώντας διαγραφή του χρέους και έξοδο από την ευρωζώνη και τους ιμπεριαλιστικούς σχηματισμούς της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Μοναδική λύση είναι η ευρεία λαϊκή κινητοποίηση, όσο αντιφατική κι αν είναι, όσο κι αν εκφράζονται μέσα της αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα ή ιδεολογική και πολιτική σύγχυση. Οι εξεγέρσεις δεν γίνονται μέσα από καθαρόαιμους κομματικούς σωλήνες, ούτε από περίκλειστες και απομονωμένες σέχτες. Η ταξική πάλη είναι μια εν κινήσει αντίφαση και είναι ιστορικό μας χρέος να λερώσουμε τα χέρια μας σε μια πραγματικότητα που δεν διαμορφώνεται  κάτω από εργαστηριακές συνθήκες. Μονάχα η κινητοποίηση του εργατικού-λαϊκού παράγοντα θα δώσει ένα τέλος στους εκβιασμούς της ευρωενωσίτικης και της εγχώριας αστικής μαφίας.

ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΕ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΧΘΡΟΣ
ΤΗ ΛΥΣΗ ΘΑ ΤΗ ΔΩΣΕΙ Ο ΕΝΟΠΛΟΣ ΛΑΟΣ
ΠΟΛΕΜΟ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΕ 
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΜΕ ΒΑΣΙΛΙΣΣΗΣ ΣΟΦΙΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ 15 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 17:30

Συνέλευση αναρχικών-κομμουνιστών για την ταξική αντεπίθεση ενάντια στην ΕΕ

9/2/15

Wayne Price: Ο Εξεγερσιακός Αναρχισμός ενάντια στον Αναρχισμό της Ταξικής Πάλης



Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μια κριτική του ιδιότυπου εξεγερσιακού κομμουνισμού της Αόρατης Επιτροπής και του βιβλίου της "Η εξέγερση που έρχεται". Αν και διαφωνούμε σε αρκετά σημεία με το κείμενο, θεωρούμε πως συμβάλει θετικά σε έναν εσωτερικό κινηματικό διάλογο. Θεωρούμε, όμως, τελείως λανθασμένο το συμπέρασμα πως σημείο τομής ανάμεσα στον εξεγερσιακό αναρχισμό και τον αναρχισμό της ταξικής πάλης είναι η "προπαγάνδα μέσω της ένοπλης δράσης", μιας και είναι η ίδια η ταξική πάλη που στο ξεδίπλωμά της βάζει  το ζήτημα της βίαης (άρα και ένοπλης) ρήξης με την άρχουσα τάξη, είτε αυτή εκφράζεται με τη μαζική βία του προλεταριάτου, είτε με την παραδειγματική βία μικρών ή μεγαλύτερων ομάδων, που δρούνε μέσα στα πλαίσια της όξυνσης του κοινωνικού-ταξικού πολέμου. Άλλωστε διαχρονικά και ιστορικά η "έμπρακτη προπαγάνδα" περισσότερο έχει χρησιμοποιηθεί από τους "αναρχικούς της ταξικής πάλης" ή από μαρξιστές-λενινιστές, παρά από αναρχικούς που απορρίπτουν τον ταξικό πόλεμο, οι οποίοι αποτελούν μια μικρή μειοψηφία στους κόλπους του κινηματος. Ακόμα και ιλλεγκαλιστές αναρχικοί, όπως ο Sante Caserio, ο Κλεμάν Ντυβάλ και ο Μάριους Ζακόμπ, όριζαν την παράνομη δραστηριότητά τους ως αναπόσπαστο κομμάτι της ταξικής πάλης. Και πολύ καλά έκαναν...



Ο Εξεγερσιακός Αναρχισμός ενάντια στον Αναρχισμό της Ταξικής Πάλης
Wayne Price

Τον τελευταίο καιρό υπήρξε ένα απότομο και έντονο ενδιαφέρον γύρω από ένα μικρό ριζοσπαστικό βιβλίο με τίτλο “Η Επερχόμενη Εξέγερση" (TCI), το οποίο γράφτηκε από την  Αόρατη Επιτροπή” (IC) και δημοσιεύθηκε αρχικά στη Γαλλία το 2007. H γαλλική αστυνομία το παρέθεσε ως αποδεικτικό στοιχείο στη δίκη των Tarnaq 9, όπου αγωνιστές κατηγορούνται για σχεδιασμό σαμποτάζ. Ο υπουργός Εσωτερικών της Γαλλίας ονόμασε το εν λόγω βιβλίο ως “εγχειρίδιο για την τρομοκρατία” (όπως αναφέρεται στη σελ. 5). Στις ΗΠΑ το βιβλίο έγινε γνωστό από την ακροδεξιά τηλεοπτική εκπομπή του κατάπτυστου καραγκιόζη Glen Beck, o οποίος  επανειλημμένα αποκαλούσε το βιβλίο ως ένα εγχειρίδιο για την κατάληψη των ΗΠΑ από την αριστερά, όπου με τον όρο αυτό αναφερόταν σε όλο το πολιτικό φάσμα που κυμαίνεται από  τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες και πέρα προς τα αριστερά. "Αυτό [είναι] ένα επικίνδυνο αριστερό βιβλίο .... Το οποίο πρέπει να διαβάσετε για να ξέρετε τι έρχεται και να είστε έτοιμοι για όταν συμβεί” (Beck, 2009). Οι παραπάνω δηλώσεις κέντρισαν το ενδιαφέρον μεγάλου μέρους ολόκληρου του φάσματος της αριστεράς, για παράδειγμα ο Μάικλ Μουρ φέρεται να έχει διαβάσει το εν λόγω βιβλίο.

Από τη σκοπιά του επαναστατικού-ελευθεριακού σοσιαλισμού (του αναρχισμού που επικεντρώνεται στην ταξική πάλη), πιστεύω ότι υπάρχουν αρκετά πράγματα που είναι λάθος σε αυτό το βιβλίο, όμως παράλληλα το εν λόγω βιβλίο έχει δίκιο σε μια σειρά από αρκετά σημαντικά ζητήματα. Πράγμα που αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους που ελκύει πολύ κόσμο, παρά το ασαφές ύφος του (οι συγγραφείς έχουν μελετήσει γαλλική ριζοσπαστική φιλοσοφία και αυτό μπορεί να φανεί μέσα από το κείμενο). Τα μέλη της IC αναφέρουν ότι, σε παγκόσμια κλίμακα, η κοινωνία μας είναι ηθικά σάπια και σε δομικό επίπεδο βρίσκεται στην  βαθύτερη κρίση. Καταγγέλλουν αυτή την κοινωνία με κάθε τρόπο και αντιτάσσονται σε όλα τα ρεφορμιστικά προγράμματα. Αναφέροντας ότι μια συνολική αλλαγή είναι αναγκαία και ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω κάποιου είδους επανάστασης. Οι στόχοι τους είναι οι σωστοί, αναφερόμενοι σε μια αταξική, οικολογικά ισορροπημένη, αποκεντρωμένη και αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία. Οι απόψεις τους σίγουρα βρίσκονται έξω από το συνηθισμένο φάσμα των αποδεκτών πολιτικών συζητήσεων. Δυστυχώς, πιστεύω ότι η τακτική και η στρατηγική που προτείνουν είναι λανθασμένη, με αποτέλεσμα να καθίσταται απίθανη η επίτευξη των αδιαμφισβήτητα θεμιτών στόχων τους.

Στη "Μαύρη Φλόγα", ο Michael Schmidt και ο Lucien van der Walt παραθέτουν την ιστορία της κύριας τάσης του αναρχικού κινήματος, αυτού που συχνά αναφέρεται ως αναρχικός κομμουνισμός. Περιγράφουν δύο κύριες στρατηγικές μέσα από την ευρύτερη αναρχική παράδοση. "Η πρώτη στρατηγική, πρόκειται για τον εξεγερσιακό αναρχισμό, σύμφωνα με τον οποίο η οποιαδήποτε προσπάθεια αγώνα για μεταρρυθμίσεις είναι ανούσια και τα οργανωμένα μαζικά κινήματα είναι ασύμβατα με τον αναρχισμό, όπου αντίθετα υποστηρίζεται η προπαγάνδα μέσω της ένοπλης δράσης ενάντια στην άρχουσα τάξη και τους θεσμούς της ως το κύριο μέσο που θα προκαλέσει μια αυθόρμητη επαναστατική έκρηξη" (σελ. 123). Ιστορικά πρόκειται για την μη κύρια τάση του αναρχισμού, άλλα από την άλλη πρόκειται μάλλον για αυτό το οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν στο μυαλό τους ως “αναρχισμό”.

Η δεύτερη στρατηγική στην οποία αναφερόμαστε, εν ελλείψει καλύτερου όρου, πρόκειται για τον μαζικό αναρχισμό ... ο οποίος υπογραμμίζει την άποψη ότι μόνο μέσω ενός μαζικού κινήματος μπορεί να δημιουργηθεί ένας επαναστατικός μετασχηματισμός στην κοινωνία και πως τέτοια κινήματα  συνήθως χτίζονται μέσα από αγώνες γύρω από άμεσα ζητήματα, διεκδικήσεις και μεταρρυθμίσεις (...) και ότι οι αναρχικοί πρέπει να συμμετέχουν σε τέτοια κινήματα, έτσι ώστε να τα ριζοσπαστικοποιήσουν και να τα μετατρέψουν στους μοχλούς της επαναστατικής αλλαγής » (σελ. 134). Προσωπικά προτιμώ να ονομάζω αυτή τη δεύτερη στρατηγική με έναν πιο ευρέως διαδεδομένο όρο, αυτό του “του αναρχισμού της ταξικής πάλης”. (Αυτή πρόκειται για μια συζήτηση γενικότερων πολιτικών τάσεων. Επίσης οι ατομικιστές αναρχικοί δεν διαχωρίζονται ακριβώς ανάμεσα σε αναρχικούς “εξεγερσιακούς” ή αναρχικούς της “ταξικής πάλης” τύπους. Ανεξαρτήτως της κατηγορίας, οι δραστηριότητές τους είναι πιθανό να λαμβάνουν πρακτικές και των δυο τάσεων και στρατηγικών).

Οι παραπάνω όροι μπορεί να προκαλέσουν κάποια σύγχυση. Με τον όρο “εξέγερση”, οι περισσότεροι άνθρωποι αναφέρονται σε μια επαναστατική εξέγερση από τη μάζα των ανθρώπων με σκοπό να ανατρέψουν την άρχουσα τάξη και την κυριαρχία της. Με βάση αυτόν τον ορισμό τότε είναι οι αναρχικοί της ταξικής πάλης που αγωνίζονται για μια εξέγερση. Από την άλλη πλευρά, οι λεγόμενοι εξεγερσιακοί δεν ενδιαφέρονται ακριβώς για κάποια εξέγερση - μια λαϊκή εξέγερση - αλλά ενδιαφέρονται κυρίως για επαναστατικές δραστηριότητες που υλοποιούνται από τους ίδιους, μια επαναστατική μειοψηφία. Όπως θα δούμε, το TCI είναι ιδιαίτερα ασαφές στο κατά πόσο επιθυμεί μια λαϊκή εξέγερση. Ωστόσο, εγώ θα συνεχίσω χρησιμοποιώντας τους συνήθεις πολιτικούς ορισμούς.

Στην πραγματικότητα οι ανώνυμοι συγγραφείς αυτού του βιβλίου δεν ταυτίζονται ξεκάθαρα με τον “αναρχισμό”, στον οποίο αναφέρονται αρνητικά, προτιμώντας να χρησιμοποιήσουν τον όρο του “κομμουνισμού”. Πολύ πιθανό να έχουν επηρεαστεί από τις αυτόνομες τάσεις που προέρχονται από το μαρξισμό, αν και οι ίδιοι δεν ταυτίζονται ούτε με τον "μαρξισμό". Νομίζω ότι μπορούμε να τους εντάξουμε στην παράδοση του “εξεγερσιακού αναρχισμού", μιας και η υπεράσπιση της αποκέντρωσης (έναντι στον συγκεντρωτισμό) είναι συνήθως αναρχική πεποίθηση και όχι μαρξιστική. Σε κάθε περίπτωση, μέχρι τώρα έχει υπάρξει μια αρκετά μεγάλη αλληλεπίδραση και πρόσμειξη ανάμεσα στον αναρχισμό και στις ελευθεριακές τάσεις του μαρξισμού, που είναι σχεδόν  αδύνατον (ή έστω σχετικό) να βάλουμε μια ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα τους.
Ενάντια στις Οργανώσεις της Εργατικής Τάξης
Σύμφωνα με το ΤCI τα συνδικάτα αποτελούν άμεσο εχθρό. "Το πρώτο εμπόδιο που αντιμετωπίζει κάθε κοινωνικό κίνημα, πολύ πριν από την αστυνομία, είναι τα συνδικάτα ... (σελ. 121). Αυτή η άποψη έχει μια σειρά από ασαφείς διακρίσεις μεταξύ (1) των εργατών, οι οποίοι αποπροσανατολίζονται από τα συνδικάτα, αλλά αποκομίζουν σαφή οφέλη από αυτά, (2) τις ίδιες τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, ως οργανώσεις που δημιουργούνται από τους εργάτες και (3) τους γραφειοκράτες των συνδικάτων, οι οποίοι αποτελούν έναν αντιπρόσωπο της καπιταλιστικής τάξης μέσα στις οργανώσεις των εργατών. Με άλλα λόγια στην προκειμένη περίπτωση, οι εργαζόμενοι, τα συνδικάτα και οι γραφειοκράτες θεωρούνται ως ένα κοινό σώμα/μπλοκ, το οποίο είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο το βλέπουν και οι γραφειοκράτες (και οι ρεφορμιστές υποστηρικτές τους).

Η ένταξη και συμμετοχή των εργατών στα συνδικάτα συνήθως έχει ως αποτέλεσμα την διεκδίκηση και απόκτηση καλύτερων μισθών καθώς και συνθηκών εργασίας. Αυτό είναι κάτι το οποίο η IC αγνοεί και κάτι για το οποίο δεν θα νοιαζόταν ούτως ή άλλως. Θα μπορούσαμε να περιμένουμε ότι η IC τουλάχιστον θα ενδιαφέρεται για τους απεργούς οι οποίοι μπορούν να καταλύσουν την κοινωνία όπως κανένα άλλο τμήμα της, αλλά ούτε αυτό τους ενδιαφέρει. "... Οι απεργίες συνήθως απορρίπτουν και ανταλλάσουν την προοπτική της επανάσταση με την επιστροφή στην ομαλότητα και την κανονικότητα " (σελ. 107). "Συνήθως" ναι, εκτός από τις ασυνήθιστες περιπτώσεις όπου οι απεργίες υπήρξαν μέρος των επαναστάσεων. Αντί για την οργάνωση των εργατών, η IC συμβουλεύει τους αναγνώστες της μπροσούρας να βρουν τρόπους εξαπάτησης του συστήματος, μένοντας έξω από τα πλαίσια της μισθωτής εργασίας. "Αυτό που είναι σημαντικό, είναι να καλλιεργήσουμε και να διαδώσουμε αυτή την απαραίτητη τάση προς την εξαπάτηση ... (σελ. 104).

Κάποτε είχε υπάρξει σύνηθες για την ακροαριστερά να χαρακτηρίζει τα συνδικάτα ως μέσα που χρησιμεύουν αποκλειστικά στους καπιταλιστές. Υποτίθεται ότι η μόνη λειτουργία των συνδικάτων ήταν να ελέγχουν τους εργαζόμενους εξασφαλίζοντας συμφέροντα της καπιταλιστικής τάξης. Αυτή η άποψη έχει διαψευσθεί από την ιστορία. Τα αφεντικά χρησιμοποιούν τα συνδικάτα, όταν οι καιροί είναι πιο σκληροί – όπως και έκαναν από το τέλος της μεταπολεμικού boom (γύρω στο 1970). Οι καπιταλιστές αντιτίθενται πλέον στη δύναμη των συνδικάτων, και παίρνοντας μια σειρά από περικοπές στα εργασιακά δικαιώματα και στις συμβάσεις, και πολεμώντας με νύχια και με δόντια τη δημιουργία νέων συνδικάτων. Τα συνδικάτα στις ΗΠΑ έχουν πέσει από το 33% του εργατικού δυναμικού στον ιδιωτικό τομέα σε περίπου 6%. Σαφώς, η καπιταλιστική τάξη πιστεύει ότι τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα για αυτούς χωρίς τα συνδικάτα. Σίγουρα οι καπιταλιστές θεωρούν πως η συνδικαλιστική γραφειοκρατία είναι κάτι χρήσιμο σε αυτούς, αλλά έχουν επίσης καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα συνδικάτα φέρνουν περισσότερα οφέλη στους εργάτες από την αστική τάξη. Και έχουν δίκιο.

Η άρνηση της IC προς τα συνδικάτα και, στην πραγματικότητα, προς την εργατική τάξη, υποστηρίζεται από μια θεωρία σύμφωνα με την οποία η ίδια η εργατική τάξη σχεδόν δεν υπάρχει πια. "... Οι εργάτες έχουν καταστεί περιττοί. Η αύξηση της παραγωγικότητας, ... η μηχανοποίηση, η αυτοματοποιημένη και η ψηφιακή παραγωγή έχουν προχωρήσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να έχει σχεδόν μηδενιστεί ο παράγοντας και η αναγκαιότητα της ανθρώπινη εργασίας για την παρασκευή οποιουδήποτε προϊόντος ... (σελ. 46). Αυτή η ακραία υπερβολή μας οδηγεί να βλέπουμε την εργασία, ως κάτι που επιβάλλεται κυρίως από τους καπιταλιστές για τον έλεγχο του πληθυσμού και όχι τόσο για την εκμετάλλευση των εργατών και της συσσώρευσης υπεραξίας. Εάν βέβαια το παραπάνω ίσχυε, τότε δεν θα ζούσαμε πια στον καπιταλισμό. ... Το κεφάλαιο έπρεπε να θυσιαστεί ως μισθωτή σχέση, προκειμένου να επιβάλει τον εαυτό του ως μια κοινωνική σχέση” (σελ. 91). Κατά τη γνώμη του Μαρξ, ο καπιταλισμός δεν είναι τίποτα πέραν από τη σχέση κεφαλαίου/ εργασίας. Ως εκ τούτου, κάτι τέτοιο θα ήταν το τέλος του καπιταλισμού, αν και θα υπήρχε ακόμα κάποιο είδος νέας καταπίεσης. Χωρίς μια καπιταλιστική τάξη, η οποία να αγοράζει την εργατική δύναμη των εργαζομένων, δεν υπάρχει η σύγχρονη εργατική τάξη (όχι “προλεταριάτο”). Και ως εκ τούτου, για το TCI δεν υπάρχει πλέον η ανάγκη να επικεντρωθεί σε αγώνες της εργατικής τάξης. (Από τη δική μου άποψη, οι ταξικοί αγώνες αλληλεπιδρούν με τους μη ταξικούς αγώνες, όπως με τους αγώνες γύρω από ζητήματα φύλου, φυλής, εθνικότητας, ηλικίας, κλπ).
Μπορούν να κερδηθούν αγώνες για μεταρρυθμίσεις, απορρίπτοντας παράλληλα τον ρεφορμισμό;

Σύμφωνα με τους συγγραφείς της “μαύρης φλόγας”, "...ο εξεγερσιακός αναρχισμός εμπεριέχει μια ασαφή απαισιοδοξία, μιας και θεωρεί πως με οποιοδήποτε τρόπο και αν κατακτηθεί ένα αίτημα μιας  μεταρρύθμισης, είναι εντελώς ανούσιο ..." (Schmidt και van der Walt 2009, 124 σελ.). Αλλά οι αναρχικοί που υποστηρίζουν την ταξική πάλη και την μαζική οργάνωση θεωρούν ότι το να αποκόπτεσαι και να δρας μακριά από το υπόλοιπο της εργατικής τάξης είναι κάτι το πραγματικά λάθος. Σημαίνει την απαξίωση των αιτήματα και των επιθυμιών της εργατικής τάξης για καλύτερες εργασιακές συνθήκες, αξιοπρεπή εισοδήματα και στέγαση, την εξαφάνιση των φυλετικών ή σεξουαλικών διακρίσεων, καθώς και άλλα δημοκρατικά δικαιώματα, για τον τερματισμό των πολέμων και την ασφάλεια από την οικολογική καταστροφή.

Η ΙC εκφράζει μια πλήρη περιφρόνηση σε τέτοιους περιορισμένους αγώνες για μεταρρυθμίσεις. Για τους αγώνες στους χώρους εργασίας, λέει, “μας συγχωρείτε αν δεν δίνουμε δεκάρα” (σελ. 44). Ο κίνδυνος της οικονομικής κρίσης και της μαζικής ανεργίας "... μας συγκινεί όσο και μια χριστιανική τελετουργία“ (σ. 63). Επίσης απορρίπτει περιφρονητικά όσους προειδοποιούν για τις επερχόμενες οικολογικές και ενεργειακές καταστροφές. "... Όλη αυτή η 'καταστροφή', για την οποία μας ενημερώνουν με τόσο μεγάλη ένταση ... μπορεί να μας απασχολεί, αλλά πάραυτα δεν μας αγγίζει” (σελ. 73-74). "Αυτό που κάνει την (οικολογική) κρίση τόσο επιθυμητή είναι ότι σε αυτή την κρίση το περιβάλλον παύει να είναι πια το περιβάλλον" (σελ. 81). Επιθυμητή;

Αντίθετα, "...ο μαζικός αναρχισμός της ταξικής πάλης θεωρεί και υποστηρίζει ότι είναι δυνατό και επιθυμητό να επιτευχθούν παραχωρήσεις από τις άρχουσες τάξεις ..." (Schmidt και van der Walt 2009? 124 σελ.). Πιστεύουμε ότι οι μεταρρυθμίσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μέρος μιας επαναστατικής, μη ρεφορμιστικής, στρατηγικής. Ένας από τους λόγους που υποστηρίζω αυτή την άποψη είναι ότι αυτές οι περιορισμένες διεκδικήσεις μπορούν να κερδηθούν μέσα σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Η οικονομία θα επιδεινώνεται –και επίσης άλλες καταστροφές θα αυξηθούν, όπως η αύξηση των πυρηνικών όπλων και η υπερθέρμανση του πλανήτη. Κάτι που έχει ως αποτέλεσμα, οι μεταρρυθμίσεις αυτές να γίνεται όλο και πιο δύσκολο να κερδηθούν, να πραγματοποιηθούν, και να συνεχιστούν υπό την αυξανόμενη αντεπίθεση της δεξιάς.

Το ζήτημα δεν είναι αν κάποια περιορισμένα αιτήματα μπορούν να κερδηθούν μεμονωμένα. Σίγουρα μπορούν, και ο αγώνας για την κατάκτηση τους, είναι απαραίτητος για την οικοδόμηση ενός επαναστατικού κινήματος (όπως γράφουν και οι Schmidt και van der Walt). Αλλά το πραγματικό ζήτημα είναι κατά πόσον είναι δυνατόν να κερδηθούν τα αιτήματα για αλλαγές που είναι απαραίτητες για να αποτρέψουν μια πιθανή ολοκληρωτική καταστροφή. Κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό. (Αυτό το σημαντικό σημείο δεν αναφέρεται στην "Μαύρη Φλόγα").
Ενάντια σε όλες τις Δημοκρατικές Οργανώσεις
Η εναντίωση της IC στις μαζικές οργανώσεις της εργατικής τάξης δεν περιορίζεται στην απόρριψη μόνο των συνδικάτων. Αντίθετα αναφέρουν πως συχνά “συναντούν οργανώσεις - πολιτικές, εργασιακές, ανθρωπιστικές, τοπικές ενώσεις, κλπ ... (σελ. 99) όπου και βρίσκουν καλούς ανθρώπους σε αυτές. "Όμως η οποιαδήποτε δυνητική συνάντηση μπορεί να γίνει μόνο εκτός του οργανισμού και, αναπόφευκτα είναι αντίθετη στην ύπαρξη της ίδιας της οργάνωσης” (σελ. 100).
Ομοίως, καλούν στην "κατάργηση των γενικών συνελεύσεων” (σελ. 121). Υπάρχει μια μακρά ιστορία λαϊκών εξεγέρσεων που έχουν δημιουργήσει οι συνελεύσεις γειτονιάς, τα δημοτικά συμβούλια, εργασιακές επιτροπές, τα εργοστασιακά συμβούλια, τα σοβιέτ, και διάφορες άλλες μορφές άμεσης, πρόσωπο-με-πρόσωπο, κοινοτικής δημοκρατίας. Τα μέλη της IC απορρίπτουν όχι μόνο κάθε μορφή ομοσπονδίας που αποτελείται από ανακλητούς εκπρόσωπους τέτοιων συνελεύσεων, αλλά και τις ίδιες τις λαϊκές συνελεύσεις.
Ένας μαζικός αγώνας απαιτεί τη λήψη αποφάσεων σχετικά με μαζικές δράσεις, αλλά η IC απορρίπτει την ιδέα της δημοκρατικής λήψης αποφάσεων μέσω της συζήτησης και της ψηφοφορίας. Αντ 'αυτού, έχει μια μυστικιστική φαντασία, όπου το κάθε άτομο συγκεντρώνει πληροφορίες και, στη συνέχεια, ... η απόφαση θα συμβεί σε εμάς, αντί να σχηματιστεί από εμάς” (σελ. 124). Μια τέτοια φαντασία είναι αυταρχική, πολύ πιθανό να καταληφθεί από κλίκες και χαρισματικούς ηγέτες.
Εμείς οι αναρχικοί της ταξικής πάλης συνήθως κάνουμε μια διάκριση μεταξύ δύο τύπων οργάνωσης. Από την μια υπάρχουν οι μεγάλες, λαϊκές οργανώσεις, όπως οι συνδικαλιστικές, οι διάφορες ομάδες σε επίπεδο κοινότητας, ή (σε επαναστατικές περιόδους) οι συνελεύσεις των εργατών ή/και της γειτονιάς, οι οποίες είναι ετερογενείς, αφού αποτελούνται από ανθρώπους με διαφόρων ειδών απόψεις. Ενώ από την άλλη, υπάρχει το στενότερο, πολιτικό-επαναστατικό είδος οργάνωσης, που συγκροτείται γύρω από ένα συνεκτικό σύνολο ιδεών και στόχων. Αυτού του είδους οι οργανώσεις είναι που σχηματίζονται από μια μειοψηφία του πληθυσμού, οι οποίες αντιλαμβάνονται την ανάγκη για επανάσταση και στοχεύουν στην διάδοση των ιδεών τους στην ακόμα μη επαναστατημένη πλειοψηφία. Αυτού του τύπου οι οργανώσεις περιλαμβάνουν τόσο αναρχικές ομοσπονδίες και λενινιστικά κόμματα - οι αναρχικές ομάδες δεν είναι “κόμματα”, επειδή δεν έχουν ως στόχο την κατάληψη της εξουσίας, ούτε μέσω εκλογών ή ούτε μέσω επανάστασης.

H  "IC" απορρίπτει και τα δυο παραπάνω είδη οργάνωσης. "Οι οργανώσεις αποτελούν εμπόδια στην οργάνωση των εαυτών μας” (σελ. 15). Δεν βλέπουν την ανάγκη για μια δυαδική-οργανωτική προσέγγιση, μιας και δεν θεωρούν προβληματικό να υπάρχει μόνο μια μειοψηφία που μάχεται για την επανάσταση. Αντιθέτως, επιμένει, “Όλοι συμφωνούν. (Tο σύστημα) είναι στα πρόθυρα της έκρηξης"(σελ. 9). "Η αίσθηση της επικείμενης κατάρρευσης είναι παντού τόσο ισχυρή αυτές τις μέρες ..." (σελ. 105). Στην πραγματικότητα, δεν συμφωνούν όλοι με αυτό. Εκείνοι που συμφωνούν είναι τουλάχιστον εξίσου πιθανό να υποστηρίζουν είτε την ακροδεξιά, είτε την άκρα αριστερά. Αυτός είναι ο λόγος που ο Glen Beck προωθεί αυτό το βιβλίο. Ωστόσο, στο TCI δεν υπάρχει καμία συζήτηση για τους κινδύνους της ακροδεξιάς, για να μην μιλήσουμε για εκείνες του φασισμού. Η μόνη κάπως σχετική  αναφορά που γίνεται είναι  πως ... περιμένουμε πως το έργο των αστυνομικών θα αναλάβει ο ίδιος ο πληθυσμός - τα πάντα, από αυτόν του χαφιέ μέχρι την περιστασιακή συμμετοχή σε πολιτοφυλακές των πολιτών” (σελ 115). Αλλά αυτό ακολουθείται αμέσως από μια συζήτηση σχετικά με τις αστυνομικές επιθέσεις και προκλήσεις, ενώ ο κίνδυνος επιθέσεων από ένοπλες δεξιές "πολιτοφυλακές" δεν αναφέρεται πουθενά.

Η κρίση της κοινωνίας μας θα οδηγήσει (οδηγεί) σε μείωση του μετριοπαθούς πολιτικού κέντρου και στην περαιτέρω ανάπτυξη των άκρων. Στις ΗΠΑ, οι συντηρητικοί Ρεπουμπλικάνοι μιλούν για την ανάγκη χρήσης διαφορετικών μέσων εάν δεν μπορούν να πάρουν την εξουσία μέσω των εκλογών. Θέτοντας τους εαυτούς τους ως κληρονόμους της αμερικάνικης επανάστασης, μιλούν για την πιθανή ανάγκη να ανατρέψουν βίαια την αστική δημοκρατία, όπως οι ”ιδρυτές” ανέτρεψαν τη βρετανική μοναρχία. Για να αντιμετωπιστεί αυτό, οι ελευθεριακοί-σοσιαλιστές επαναστάτες πρέπει να συμμετέχουν σε μεγάλες λαϊκές οργανώσεις, όπως οι συνδικαλιστικές και διάφορες άλλες οργανώσεις των τοπικών κοινοτήτων. Πρέπει να οργανωθούμε, ως μέρος της διαδικασίας της λαϊκής αυτο-οργάνωσης.

Αντί της μαζικής, δημοκρατικής, αυτο-οργάνωσης, το TCI υποστηρίζει "... έναν διάχυτο, αποτελεσματικό, αντάρτικο πόλεμο που μας επαναφέρει στην ακυβερνησία μας, και την αρχέγονη ανυποταξία μας.... Η ίδια έλλειψη πειθαρχίας έχει μια τόσο εξέχουσα θέση μεταξύ των αναγνωρισμένων στρατιωτικών αρετών των μαχητών της αντίστασης”(σελ. 110-111). Τα μέλη της IC καλά θα κάνουν να διαβάσουν τα κείμενα του αναρχικού αντάρτικου στρατού του Μάχνο στην Ουκρανία το 1918, και της αναρχικής φάλαγγας του Ντουρούτι κατά τη διάρκεια της ισπανικής επανάστασης, ή οποιοδήποτε άλλο κείμενο ανταρτοπόλεμου ή υπόγειας αντίστασης, πριν να αρχίσουν να αναφέρουν και να επικαλούνται μια τέτοια ηλιθιότητα. Δεν υπάρχει απολύτως καμία επαναστατική διαδικασία χωρίς δημοκρατική αυτοπειθαρχία και αυτο-οργάνωση.

Τι θεωρεί η IC πως πρέπει να γίνει;
Όμως πέραν των όσων είναι αντίθετο το TCI, ποια είναι αυτά τα οποία υποστηρίζει; Απορρίπτει την οργάνωση, αλλά λέει, "πρέπει να οργανωθούμε" (σελ. 95). Αυτό υποτίθεται ότι θα πρέπει να γίνει μέσω των "κομμούνων". Οι "κομμούνες" είναι μια διευρυμένη εκδοχή αυτού που έχει ονομαστεί παραδοσιακά ως “ομάδες συγγένειας” ή “συλλογικότητες”. “Οι κομμούνες δημιουργούνται όταν οι άνθρωποι βρίσκουν ο ένας τον άλλο, γνωρίζουν ο ένας τον άλλο, και  αποφασίζουν σχετικά με μια κοινή πορεία .... (σελ. 101). Οι κομμούνες θα αυξηθούν παντού και θα αναλάβουν τα πάντα. “Σε κάθε εργοστάσιο, σε κάθε δρόμο, σε κάθε χωριό, σε κάθε σχολείο ... μια πολλαπλότητα κομμούνων ... θα εκτοπίσει τα θεσμικά όργανα της κοινωνίας: την οικογένεια, το σχολείο, τα συνδικάτα, τους αθλητικούς συλλόγους, κ.λπ. (σελ 101-102.). Οι κομμούνες θα βρίσκονται σε επαφή μεταξύ τους μέσω απεσταλμένων μελών. Για το TCI, η επανάσταση είναι ουσιαστικά η εξάπλωση και η ενσωμάτωση των κομμούνων. "Ένα εξεγερτικό κύμα δεν μπορεί να είναι τίποτα περισσότερο από ένα πολλαπλασιασμό των κομμούνων ... (σελ. 111).

Οι κομμούνες θα κάνουν μια σειρά από δράσεις, αλλά στο επίκεντρο της στρατηγικής τους βρίσκεται το “σαμποτάζ”. Αυτό σημαίνει "... τη μέγιστη ζημιά ... σπάζοντας τα μηχανήματα ή  παρεμποδίζοντας τις λειτουργίες τους .... Οι τεχνικές υποδομές της μητρόπολης είναι ευάλωτες .. . και  μπορούν να δεχθούν επίθεση .... Πώς μπορεί ... ένα ηλεκτρικό δίκτυο να καταστεί άχρηστο; Πώς μπορεί κάποιος να βρει τα αδύνατα σημεία σε δίκτυα υπολογιστών, ή περιεργαστεί ραδιοκύματα, χαλώντας τις οθόνες υπολογιστών; ... Μια συγκεκριμένη χρήση της φωτιάς .... “Διαλύστε τα πάντα” αυτό το μότο μας κάνει ... » (σελ. 111-112). Οι δρόμοι θα αποκλειστούν. Τρόφιμα και φάρμακα και άλλα αγαθά θα πάψουν να κυκλοφορούν. (Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η IC δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για την δύναμη της εργατικής τάξης να καταλύσει την καπιταλιστική οικονομία μέσα από μαζικές απεργίες).

Εάν υλοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό η χρήση των παραπάνω τεχνικών καταστροφής, που υποστηρίζεται και αναφέρεται στο TCΙ κάτι τέτοιο θα μπορούσε να προκαλέσει αρκετά προβλήματα. Αυτό δεν φαίνεται να ενοχλεί το TCI, αν μη τι άλλο, αυτό φαίνεται να είναι ο στόχος του. Αφότου οι εξεγερσιακοί καταρρίψουν την καπιταλιστική κοινωνία, μέσω του σαμποτάζ και του χάους, θα ακολουθήσει ο “κομμουνισμός”, ή έτσι νομίζουν. “Η διακοπή της ροής των εμπορευμάτων ... η απελευθέρωση των δυνατοτήτων για την αυτο-οργάνωση ..." (σελ. 119). Πιο πιθανό, αυτό το  μαζικό σαμποτάζ θα μπορούσε να οδηγήσει σε ευρύ μίσος προς αυτούς τους “κομμουνιστές” που προκάλεσαν εσκεμμένα τόσο προβλήματα, και πολύ πιθανό να υπήρχε το αίτημα  για ένα ισχυρό φασιστικό κράτος που να παρέχει την “τάξη”.
Εξέγερση” χωρίς Επανάσταση
Ενώ η γαλλική αστυνομία έχει ονομάσει την IC ως "τρομοκράτες", το TCI δεν υποστηρίζει τη δολοφονία δημοσίων υπαλλήλων ούτε την έκρηξη βομβών σε πολυσύχναστα μέρη. Αντ 'αυτού, υποστηρίζει την καταστροφή της ιδιοκτησίας μέσω διευρυμένου σαμποτάζ. Αλλά, αν κάτι τέτοιο πραγματοποιηθεί, αυτό θα προκαλούσε τουλάχιστον τον ίδιο μέγεθος δεινών και προβλημάτων - και ενδεχομένως θανάτους - όπως και κάθε άλλη "τρομοκρατία".

Η στάση της IC προς τη βία είναι κάπως συγχυσμένη. Από την μια δηλώνουν πως, “δεν υπάρχει καμία  ειρηνική εξέγερση. Τα όπλα είναι απαραίτητα ... "(σελ. 100), το οποίο όμως ακολουθείται αμέσως από μια έκκληση προς τους αντάρτες να έχουν όπλα - αλλά χωρίς να τα χρησιμοποιούν! "Η εξέγερση πραγματοποιείται κατά κύριο λόγο  για να πάρουμε τα όπλα και να διατηρούμε μια 'ένοπλη παρουσία', παρά να διεξάγουμε έναν ένοπλο αγώνα "(στο ίδιο). Σε μια επαναστατική κατάσταση, αναμένουν να κληθεί ο στρατός. Τότε οι άνθρωποι θα μπορούσαν να ενωθούν με το στρατό και να τον φέρουν με το μέρος της εξέγερσης, χωρίς να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός! "Εναντίον του στρατού, η μόνη νίκη θα μπορούσε να είναι πολιτική .... θα χρειασθεί ένα τεράστιο πλήθος να αμφισβητήσει το στρατό, εισβάλλοντας στις τάξεις του και παίρνοντας τους στρατιώτες με το μέρος του" (σελ.128 & 130). Δεν αμφισβητώ ότι οι ένοπλες δυνάμεις -οι γιοι και οι κόρες της εργατικής τάξης- μπορούν και πρέπει να κερδηθούν με "πολιτικά" μέσα. Αλλά είναι πιθανό να υπάρχει ένας πυρήνας των αξιωματικών, καθώς και μόνιμων επίσης και δεξιών, που θα πρέπει να κατασταλούν εάν χρησιμοποιήσουν βία εναντίον του λαού.

Οι επαναστάτες αναρχικοί που υποστηρίζουν την ταξική πάλη πιστεύουν ότι η καπιταλιστική τάξη πρέπει να ανατραπεί και το κράτος και οι υπόλοιποι καπιταλιστικοί θεσμοί πρέπει να διαλυθούν. Θα πρέπει να αντικατασταθούν με ομόσπονδα συμβούλια. Το IC δεν πιστεύει αυτό. Αν και χρησιμοποιούν όλη αυτή την ρητορική περί “εξέγερσης”, τελικώς η άποψή τους είναι πιο κοντά στην σταδιακή μεταρρυθμιστική άποψη της ειρηνικής αντικατάστασης του καπιταλισμού και του κράτους μέσω εναλλακτικών θεσμών. "... Όπου η οικονομία είναι αποκλεισμένη ... είναι σημαντικό να επενδύσουμε όσο το δυνατόν λιγότερο στην ανατροπή των αρχών. Αυτές θα πρέπει να απορριφθούν με την πιο σχολαστική αδιαφορία και χλευασμό .... Η εξουσία πλέον δεν είναι συγκεντρωμένη σε ένα σημείο .... Όποιος την νικά τοπικά στέλνει ένα πλανητικό κύμα σοκ μέσω των δικτύων“(σελ. 131).

Οι "Tarnaq 9" συνελήφθησαν στη Γαλλία και κατηγορούνται για το σχεδιασμό σαμποτάζ των  ηλεκτρικών γραμμών του εθνικού σιδηροδρόμου. Οι ίδιοι ζούσαν στη μικρή αγροτική πόλη του Tarnaq και καλλιεργούσαν τα δικά τους τρόφιμα, είχαν έναν συνεταιρισμό και ένα κατάστημα και γενικά ήταν σε επαφή και βοηθούσαν τον τοπικό πληθυσμό. Εκτός από την -υποτιθέμενη- προσπάθεια να σαμποτάρουν τις αμαξοστοιχίες, από εκεί και πέρα απλά ακολουθούσαν τη μη βίαιη, ρεφορμιστική, στρατηγική της εγκατάλειψης των μεγάλων πόλεων και των κυρίαρχων θεσμών για να χτίσουν σταδιακά εναλλακτικούς θεσμούς. Δεν υπάρχει τίποτα κακό σε τέτοιες δραστηριότητες, όμως σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για μια στρατηγική για την ανατροπή του κράτους, του καπιταλισμού και των υπόλοιπων μορφών καταπίεσης. Η εξουσία είναι πραγματικά συγκεντρωτική και πολύ ισχυρή. Και για να ανατραπεί θα πρέπει να βρεθεί αντιμέτωπη με τον οργανωμένο λαό -σε μια πραγματική εξέγερση. (Για μια περαιτέρω συζήτηση σχετικά με τη διάκριση ανάμεσα στον επαναστατικό αναρχισμό της ταξικής πάλης, και τις στρατηγικές σταδιακών εναλλακτικών θεσμών, βλέπε Price 2009.)
H ελληνική Εξέγερση
Τα παραπάνω είναι σημαντικά και πολύ πρακτικά ζητήματα. Το 2008 ξέσπασε μια εξέγερση στην Ελλάδα ύστερα από την δολοφονία ενός εφήβου από μπάτσο (στο πλαίσιο της αρχής της μεγάλης ύφεσης). Υπήρξε μια πραγματικά μεγάλη εθνική εξέγερση των νέων, από μαθητές, φοιτητές, νέους εργαζόμενους και ανέργους. Οι αναρχικοί και άλλοι ελευθεριακοί σοσιαλιστές είχαν σημαντική ανάμειξη σε αυτή την εξέγερση της νεολαίας, συμπεριλαμβανομένων ιδίως εκείνων που ανήκουν στην εξεγερσιακή τάση.

H νεολαία είναι σίγουρα από τα πιο μαχητικά κομμάτια κάθε επανάστασης. Αλλά, ενώ είναι αναμφισβήτητα ζωτικής σημασίας, από μόνες τους δεν έχουν τη δύναμη της εργατικής τάξης. Δυστυχώς, οι έλληνες αναρχικοί δεν έχουν την ίδια επίδραση πάνω στους εργάτες, όπως είχαν στους φοιτητές. Τα μεγάλα συνδικάτα εξακολουθούν να ελέγχονται από το σοσιαλιστικό κόμμα, το κομμουνιστικό κόμμα και ακόμη και από συντηρητικούς. Η πίεση από τους εργάτες ανάγκασε τα συνδικάτα να συμμετάσχουν σε διαδηλώσεις και σε περιορισμένες, συμβολικές, μαζικές απεργίες, αλλά τίποτα περισσότερο. Μεγάλα τμήματα της βιομηχανίας είχαν άγριες απεργίες. Ριζοσπάστες εργάτες κατέλαβαν τα κεντρικά γραφεία της μεγαλύτερης συνδικαλιστικής ένωσης για να διαμαρτυρηθούν για την έλλειψη υποστήριξης προς την εξέγερση. Αυτό ήταν σίγουρα κάτι το καλό, αλλά δεν ήταν αρκετό.

Στην Ελλάδα και οπουδήποτε αλλού, δεν υπάρχει κάποια εναλλακτική λύση από την δημιουργία βαθιών συνδέσεων μεταξύ της εργατικής τάξης και των συνδικάτων της και των επαναστατών ελευθεριακών σοσιαλιστών. Πρέπει να εξαπλωθεί ένα επαναστατικό πρόγραμμα και να οργανωθούμε ενάντια στις ρεφορμιστικές γραφειοκρατίες. Οι έλληνες αναρχικοί που είναι υπέρμαχοι της ταξικής πάλης προσπαθούν να κινηθούν προς αυτή την κατάσταση εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα. Το αν θα το πετύχουν είναι το βασικό ζήτημα για το εάν η ελληνική επανάσταση θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί και να νικήσει.

Οι επαναστάτες αναρχικοί που υποστηρίζουν την ταξική πάλη συμφωνούν με τους εξεγερσιακούς (αναρχικούς) στην απόρριψη του καπιταλισμού και του κράτους. Πρόκειται για συντρόφους μας, που πολεμούν τον ίδιο εχθρό, για τους ίδιους στόχους, με την διαφορά πως εμείς δεν συμφωνούμε με την ανάλυση και τη στρατηγική τους. Η καλλιέργεια τροφίμων σε εναλλακτικές αγροτικές κοινότητες δεν αποτελεί μια αντικατάσταση της προσέγγισης της ταξικής πάλης και των ζητημάτων της, όπως ούτε και οι εξεγέρσεις οι οποίες περιορίζονται στους νέους και είναι αποκομμένες από το υπόλοιπο της εργατικής τάξης. Αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι απλά μια κάποια εξεγερτικότητα αλλά μια (πραγματική) επανάσταση.