10/5/14

Luigi Galleani: Το τέλος του αναρχισμού;

O αναρχοκομμουνιστής της πράξης Γκαλεάνι, σε μια από τις πολλές συλλήψεις του

Από τις εκδόσεις Αλληλεγγύη κυκλοφόρησε το βιβλίο του Luigi Galleani: "Το τέλος του αναρχισμού;". Στο βιβλίο ο αναρχοκομμουνιστής επαναστάτης Γκαλεάνι υπερασπίζεται τη διαρκή επικαιρότητα του αναρχικού προτάγματος από την επίθεση που δέχθηκε από έναν πρώην σύντροφό του, τον Μερλίνο. Παρακάτω παρουσιάζονται δυο ενδεικτικά αποσπάσματα απ΄το βιβλίο. Οι τίτλοι στην αρχή των κεφαλαίων ανήκουν σ'εμάς και μπήκαν "αυθαίρετα" για τη διευκόλυνση της ανάγνωσης




Υπεράσπιση της άμεσης δράσης και της απαλλοτρίωσης


Ας ξεκαθαρίσουμε γρήγορα μια παρεξήγηση, η οποία έχει ξεκαθαριστεί πολλές φορές στο παρελθόν, αλλά η οποία εμφανίζεται τώρα και τότε με τις τύψεις και τη στενομυαλιά ενός συγκεκριμένου σεβάσμιου αναρχισμού. Είναι η παρεξήγηση που αφορά την επαναστατική απαλλοτρίωση, που συνήθως αποκαλείται κλοπή από άλλους, αν και το όνομα δεν προσιδιάζει στην πράξη.


Όλοι συμφωνούν σε ένα σημείο: σε μια εξισωτική κοινωνία, όπου όλα τα μέσα παραγωγής κι ανταλλαγής είναι κοινή ιδιοκτησία και όπου τα προϊόντα της εργασίας έχουν μόνο ένα σκοπό – η κλοπή δεν έχει κανένα νόημα. Είναι αδύνατη, παράλογη. Γι’ αυτό, ανάμεσα στους αναρχικούς, δεν υπάρχει κανένα ζήτημα αρχών όσον αφορά την κλοπή.


Όσον αφορά την πράξη ή την τακτική, όπως συνήθως αποκαλείται, υπήρξε μια εποχή που μερικοί σύντροφοι πίστεψαν (και μερικοί ακόμα πιστεύουν) ότι με σκοπό να αναπτύξουμε την προπαγάνδα μας, να εξοπλίσουμε πρωτοπορίες, να τις οπλίσουμε για δράση, για να αναλάβουν τολμηρές δράσεις ή να αποκρούσουν τη βία με τη δύναμη των όπλων, χρειάζονταν οικονομικά μέσα που δε μπορούσαν να προμηθεύσουν οι φτωχοί μαχητές, μόνο με την ενέργεια και το θάρρος και χωρίς όπλα: γι’ αυτό απαλλοτρίωναν, όπως συνήθιζαν να λένε, με αξιοθαύμαστη ακρίβεια. Έπαιρναν όπου μπορούσαν να βρουν.


Τι σημαίνει απαλλοτρίωση; Σημαίνει να παίρνεις από κάποιον τα αγαθά ή τα ακίνητα που κατέχει, υποστηρίζοντας ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα πάνω σε αυτά. Από τον Σεν Κλεμέντ μέχρι τον Μπαμπέφ, τον Προυντόν, τον Μπακούνιν και τους πιο ταπεινούς συντρόφους μας, η ακυρότητα όλων των τίτλων ιδιοκτησίας δεν έχει ποτέ αμφισβητηθεί: η απαλλοτρίωση είναι νόμιμη εκτός αν καταλήγει στο αντίθετο της, την ιδιοποίηση.


Για να γίνω καλύτερα κατανοητός. Αν ο Τομ πάρει τον πλούτο του Χάρι για δική του ευχαρίστηση, λέμε ότι τον ιδιοποιήθηκε. Η αμφισβητήσιμη ιδιοκτησία άλλαξε απλώς ιδιοκτήτη, αλλά ως θεσμός παραμένει ακριβώς αυτό που ήταν και πριν. Ο Τομ πλουτίζει, όπως έκανε ο Χάρι στο παρελθόν, με τις πλάτες και την εργασία των αλυσοδεμένων σκλάβων. Τίποτα δεν έχει αλλάξει και δεν υπάρχει λόγος να συγχαρούμε τον Τομ που πήρε τον πλούτο του Χάρι.


Αλλά ας υποθέσουμε, όπως συνέβη πρόσφατα, ότι μια ομάδα επαναστατών επιτίθεται σε μια τράπεζα. Ακινητοποιούν τους φρουρούς, αδειάζουν τα χρηματοκιβώτια και με τα όπλα στα χέρια, διασφαλίζουν τη διαφυγή τους. Έπειτα, αφού έχουν διαφύγει, μοιράζουν τη λεία τους σε επαναστατικές επιτροπές για να προωθήσουν το επαναστατικό κίνημα της κοινότητας τους, για να προμηθεύσουν τα απαραίτητα μέσα για την επίτευξη της νίκης.


Δεν το εγκρίνετε; Όχι, δε μπορείτε να μη το εγκρίνετε. Υπήρξε απαλλοτρίωση, η ίδια απαλλοτρίωση που έχετε επικαλεστεί χιλιάδες φορές ως επαναστατική αναγκαιότητα. Δεν υπήρξε ιδιοποίηση με την έννοια ότι ο κατασχεμένος πλούτος χρησιμοποιήθηκε για να επανεγκαθιδρύσει κάποια άλλη ατομική ιδιοκτησία με όλες τις συνέπειες της. Καθόλου. Είμαστε αντιμέτωποι ακριβώς με μια αρχική, μερική δράση επαναστατικής απαλλοτρίωσης. Πέρα από τα υλικά πλεονεκτήματα για το κίνημα, παροτρύνει, καθιστά ικανό και υποκινεί το πλήθος να προχωρήσει στην τελική απαλλοτρίωση της κυρίαρχης τάξης προς όφελος όλων. Αυτός είναι η σκοπός μας και η επιθυμία μας. Πως μπορούμε να καταραστούμε, να καταδικάσουμε ή να απορρίψουμε;


Ο Κλεμέντ Ντυβάλ, ο Βιτόριο Πίνι, ο Ραβασόλ δεν κράτησαν για τον εαυτό τους ούτε μια δεκάρα από τη λεία που πήραν κάτω από το συνεχή κίνδυνο του θανάτου ή των ισοβίων. Μπορείτε να πείτε ότι χρησιμοποίησαν τα χρήματα για αμφισβητήσιμα μέσα προπαγάνδας και δράσης κι ακόμα να συμπεράνετε ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν με καλύτερο τρόπο. Αλλά, δεν μπορείτε να καταδικάσετε. Στεκόμαστε με τον Σεβερίν και τον Ρεκλύ, οι οποίοι χωρίς επιφυλάξεις έχουν εκθειάσει το θάρρος, την καρδιά και την αυταπάρνηση αυτών των χαμένων φρουρών. Επιπλέον, για να είμαστε εντελώς ειλικρινείς και για να κλείσουμε αυτή την παρένθεση, ομολογούμε ότι δε μπορούμε ούτε να εξοργιστούμε με τον μικροκλέφτη ο οποίος πιεσμένος από την ανάγκη, αρπάζει ένα καρβέλι ψωμί, μια ρέγκα ή μια δελεαστική φέτα ζαμπόν από το ράφι του καταστήματος. Ακόμα και μπροστά στο Λίνο Φεριάνι, τον βασιλικό εισαγγελέα, έδειξε επιείκεια σε αυτούς τους παρίες από θεωρητικής άποψης και μπροστά στον πρόεδρο Μανιώ, τον καλό δικαστή, τους απάλλαξε, ενοχλώντας και τρομοκρατώντας τους πλούσιους, ένας Γερμανός φιλόσοφος, με το όνομα Γκότλιμπ Φίχτε στο έργο του Αρχές του Φυσικού Δικαίου, βγάζοντας την αμερόληπτη ποινή: «Αυτός ο οποίος δεν έχει κανένα μέσο ύπαρξης, δεν έχει κανένα καθήκον να αναγνωρίσει ή να σεβαστεί την ιδιοκτησία των άλλων ανθρώπων, θεωρώντας ότι οι αρχές του κοινωνικού συμβολαίου έχουν παραβιαστεί σε βάρος του».


Συμφωνούμε ότι πρόσωπο με πρόσωπο με την βάρβαρη, συντριπτική υπεροχή του εχθρού, οι μειοψηφικές πρωτοπορίες δεν μπορούν να κερδίσουν σεβασμό ούτε να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη χωρίς έναν παραδειγματικό και προφανώς απέριττο τρόπο ζωής. Και πάλι, συμφωνούμε ότι προκειμένου να αποφύγουν άσχημες υποψίες περί προσωπικού υλικού οφέλους, εκείνοι που υποστηρίζουν την τελική απαλλοτρίωση και δικαιολογούν την μερική απαλλοτρίωση σε μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις, πρέπει να περιβάλλουν τον εαυτό τους με μια εθελοντική και υποβλητική φτώχεια, ένα θείο φόβο για την ιδιοκτησία των άλλων ανθρώπων. Αλλά, ότι θα μπορούσαμε να υποβληθούμε στην εγχείρηση του Ωριγένη- όχι! Σε αυτή τη διασταύρωση δεν υπάρχει Τρίτη λύση. Αν είμαστε αναγκασμένοι να επιλέξουμε ανάμεσα στην ατομική ιδιοκτησία και τους υποστηρικτές της ή ενάντια στην ατομική ιδιοκτησία και σε αυτούς που της επιτίθενται, δε μπορούμε και δε θα ευθυγραμμιστούμε με τους πρώτους και σίγουρα δεν είμαστε εμείς αυτοί οι οποίοι θα προσπαθήσουν να ανακαλέσουμε τις διακηρύξεις του Μανιώ και του Φίχτε. Όχι! Κι έπειτα… ας πάει στο διάολο! Περικυκλωμένη με χρηματοκιβώτια, αγνοώντας και περιφρονώντας τα βάσανα του κόσμου, η μπουρζουαζία και οι ατυχίες της δε μας μετακινούν στο ελάχιστο.


Λίγες ακόμα λέξεις, πριν κλείσουμε αυτό το κεφάλαιο. Δεν πιστεύουμε ότι υπάρχουν άχρηστες ή βλαβερές πράξεις εξέγερσης. Καθεμία από αυτές, μαζί με τα ατυχήματα που είναι αδιαχώριστα από κάθε βίαιη αλλαγή της μονότονης ρουτίνας της ζωής, έχει βαθύ αντίκτυπο και μακροπρόθεσμα κέρδη, τα οποία τα αντισταθμίζουν επαρκώς.


Ας γίνουμε κατανοητοί: δε νοσταλγούμε την αχρείαστη κτηνωδία ούτε τις χυδαίες αγριότητες. Κι εμείς επίσης θα προτιμούσαμε κάθε πράξη εξέγερσης να είχε τέτοια αντίληψη της αναλογίας, που οι συνέπειες της θα αναλογούσαν τέλεια στις αιτίες της, όχι μόνο σε μέτρο, αλλά επίσης και σε επικαιρότητα, δίνοντας της έναν ακαταμάχητο αυτόματο χαρακτήρα. Τότε κάθε πράξη θα μιλούσε εύγλωττα για τον εαυτό της χωρίς να έχει ανάγκη επεξηγηματικά κείμενα ή διασαφηνιστικά σχόλια. Επιπλέον, θα επιθυμούσαμε αυτή η αναπόφευκτη αναγκαιότητα να υιοθετήσει μια υψηλά ηθική –κι ακόμα κι αισθητική- στάση. Ο Μισέλ Αντζιολίλο, αφού επιτέθηκε στον Κανόβας, τον ποταπό οργανωτή των ιεροεξεταστικών βασανιστηρίων στη φυλακή της Αλκάλα, βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τη γυναίκα του δεύτερου. Αφήνοντας το περίστροφο να πέσει από τα χέρια του, έβγαλε το καπέλο του και υποκλίθηκε λέγοντας : «Κυρία, λυπάμαι για το θρήνο που σας προκαλώ, αλλά ο σύζυγος σας ήταν ένα τέρας ανάξιο για οποιοδήποτε οίκτο». Υπάρχει κάτι ευγενές και ιπποτικό στη χειρονομία του Αντζιολίλο που φωτίζει την προφανή ανθρωπιά και πολιτισμό, που εμπνέει αυτή την εξέγερση. Θα ήταν ευχάριστο αν τέτοια αισθήματα ήταν πάντα παρών στις δράσεις μας, γιατί ο αναρχισμός, όντας αλήθεια κι καλοσύνη, είναι πάνω απ’ όλα, ομορφιά.


Δυστυχώς (κι έχουμε επί μακρόν δηλώσει γιατί), η ατομική πράξη εξέγερσης, λόγω εσωτερικών κι εξωτερικών αιτίων, λόγω των πιέσεων της στιγμής, του περιβάλλοντος της ίδιας της ψυχολογίας του υποκειμένου, δε μπορεί να είναι διαφορετική από αυτή που είναι, όποια κι αν είναι η προτίμηση μας. Γι’ αυτό, συνάγεται ότι θα ήταν παράλογο και γελοίο για μας, να σκεφτούμε να φτιάξουμε ένα καινούριο ημερολόγιο αγίων, των αγίων της κοινωνικής επανάστασης, όπως θα ήταν το να σκεφτούμε να τους καταδικάσουμε μετά θάνατον. Καμία πράξη εξέγερσης δεν είναι άχρηστη, καμία πράξη εξέγερσης δεν είναι βλαβερή. 


Οι φιλοσοφούντες της ήσυχης ζωής μπορεί να ρητορεύουν για παράδειγμα, ότι η πράξη του Γκαετάνο Μπρέσι ήταν μια άσκοπη ανοησία, που αμέσως κατέστη παράλογη με τον συνταγματικό αφορισμό”: «Le roi est mort, vive le roi». Όταν ένας βασιλιάς πεθαίνει, κάποιος άλλος στέφεται βασιλιάς και ο θάνατος του Ουβέρτου του 1ου αφήνει το θρόνο στον Βιτόριο Εμανουέλε τον 3ο. Ήταν μια επίγνωση που ο Γκαετάνο Μπρέσι την είχε, πριν και καλύτερα, από αυτούς τους φτηνούς πλασιέ πολιτικής κοινής λογικής. Αλλά, μετά από μια στυγερή αλυσίδα προλεταριακών σφαγών, μετά τις σφαγές του Μάη του 1898 στο Μιλάνο, μετά τα χρόνια φυλάκισης που ο απαίσιος μονάρχης νόμιζε ότι θα διέλυαν για πάντα το επαναστατικό κίνημα στην Ιταλία, μετά τις επιδοκιμασίες και τα μετάλλια που η μεγαλειότητα του απένειμε στα τσιράκια και τους αγύρτες (αρχίζοντας με τον Μπάβα Μπεκάρις) αποδεικνύοντας έτσι ότι ο βασιλιάς, παρά το συνταγματικό μύθο, και βασιλεύει και κυβερνά και αναλαμβάνει όλες τις ευθύνες και τους κινδύνους της κυβέρνησης, αφού αυτή η καταστολή έγινε ανεχτή από όλους με μια παραίτηση μεγαλύτερη από τη βία που ασκούνταν – ο ταπεινός υφαντής από το Πράτο υψώθηκε μόνος του πάνω από τη γενική νωθρότητα και μόνος αντιμετώπισε τα σύμβολα τόσων πολλών ατιμιών. Με ένα χτύπημα έβαλε την ιστορία, απειθάρχητος και συλληφθείς, πίσω στο μονοπάτι του μέλλοντος της, του πεπρωμένου της. Αυτή η χειρονομία μίλησε από μόνη της στις συγχυσμένες μάζες. Είπε κάτι, που ούτε η σιωπή ούτε η αδιαφορία μπορεί να σβήσει: «Ο βασιλιάς που φοβάστε, ο βασιλιάς που διαλέχτηκε από τη χάρη του θεού, ο βασιλιάς που σας καταπιέζει και σας ματώνει, ο βασιλιάς που διατάζει τους πάντες και δε μπορεί να τον διατάξει κανείς, ο βασιλιάς που κρίνει τους πάντες και δε μπορεί να κριθεί από κανέναν, ο βασιλιάς που είναι δόξα, μύθος, εξουσία – είναι όπως κάθε άλλος άνθρωπος, απλά ένα άθλιο σακί σάρκας και οστών. Μια μόνο βολή με περίστροφο μπορεί να τον κάνει να ξαπλωθεί στο δρόμο, όπως ξάπλωνε εσάς, τους γέρους σας, τα παιδιά σας στο Κονσελίτσε, το Μιλάνο για ένα κακό καπρίτσιο, για μια άσεμνη δίψα για εξουσία. Η εξάρτηση σας είναι ντροπή από την οποία μπορείτε να λυτρωθείτε, δεν αξίζει την αφοσίωση σας και τη σπαταλάτε. Σταθείτε στα πόδια σας, σκλάβοι, εσείς παραιτημένοι, δειλοί σκλάβοι που θα μπορούσατε να απελευθερωθείτε από τον χιλιετή ζυγό με ένα σήκωμα των ώμων σας και να φτάσετε στον κολοφώνα της ελευθερίας σας». Αυτό δε σημαίνει η τραγωδία του Μόνζα;


Από τις στάχτες της πυράς του Κάμπο ντι Φιόρι ο Αντζιολίλο μαζεύει την παράδοση της ελεύθερης σκέψης και προειδοποιεί ότι η λαμπερή αυγή του 20ου αιώνα, δε θα ανεχτεί ούτε τη σκιά ούτε τη ντροπή της Ιεράς Εξέτασης. Ο Βαγιάν εκθέτει εκείνους που κάτω από την ανώνυμη μάσκα του αντιπροσωπευτικού συστήματος, είναι υπεύθυνοι για τις ίδιες αδικίες και εκμετάλλευση και μαστιγώνει τα αισχρά πρόσωπα τους. (Ο Ήλιος Βασιλιάς τουλάχιστον, είχε το κουράγιο να παρουσιαστεί μπροστά στους υπηκόους του και την Ιστορία φωνάζοντας: «Είμαι το Κράτος!»), ο Λουτσένι, μπάσταρδος ο ίδιος, προειδοποιεί ότι μάταια οι ιερείς προσπαθούν να ξεφορτωθούν τους καρπούς των απαράδεκτων ερώτων τους. Ο Ντυβάλ, ο Ραβασόλ, ο Στελμάκερ, όλοι εκείνοι που επιτέθηκαν στην ατομική ιδιοκτησία για χάρη της επανάστασης αποκαλύπτουν ότι η κυριαρχία του χρήματος δε μπορεί να είναι τόσο ιερή, ούτε τόσο αξιοζήλευτη στο κάτω κάτω, αν δέχεται χτυπήματα τριγύρω κάθε μέρα. Όλοι, όλοι τους κριτικάρουν τη δειλία, εξεγείρονται ενάντια στην υποταγή, χαράζουν ένα μάθημα, κάνουν τη δουλειά της επανάστασης.


Ένας βασιλιάς πεθαίνει, ένας άλλος παίρνει τη θέση του. Αλλά, ο βασιλιάς που αναλαμβάνει το στέμμα με το αίμα του πατέρα του μαθαίνει σύνεση, μετριοπάθεια, σοφία. Αποκαθιστά το εθνικό συμβόλαιο κι αποφεύγει τη βία και την κατάχρηση. Αρκεί να θυμηθούμε ότι ανοίγοντας το κοινοβούλιο, αμέσως μετά την απόπειρα του Μπρέσι, ο Σαράκο όχι μόνο απείχε από το να προτείνει νόμους έκτακτης ανάγκης, αλλά δήλωσε επίσης ότι η αναρχική ιδέα θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με πολιτισμένη συζήτηση και ότι υπήρχε ήδη επαρκής περιορισμός των παράνομων αναρχικών δραστηριοτήτων στον ποινικό κώδικα. Κι αυτό δε λαμβάνει υπ’ όψιν το ανανεωμένο θάρρος των κοινών ανθρώπων και την δυνατότερη συνείδηση της δύναμης τους, τη σταθερότερη πίστη που έχουν αποκτήσει στην ίδια τους τη χειραφέτηση.


Συνεπώς! Όχι στον απολογητικό φανατισμό που δείχνει μια θρησκευτική διανοητική κατάσταση, η οποία είναι ασύμβατη με την παραμικρή αναρχική ιδέα και όχι στις φρενήρεις διατριβές οι οποίες μπορεί να θεωρηθούν ύποπτες για οπορτουνισμό, προκατάληψη ή κάποια άλλα πιο ευτελή συναισθήματα. Η λύτρωση βρίσκεται πάντα σε μια ελεύθερη, αντικειμενική και συνειδητή εξέταση, στην έρευνα και την εξήγηση των αιτιών, του κοινωνικού πλαισίου, της ηλικίας, των άμεσων και έμμεσων επιπτώσεων των γεγονότων. Αυτά είναι τα στοιχεία για μια σωστή αξιολόγηση των ατομικών πράξεων ανταρσίας.


Αλλά, όλοι θα πρέπει να κατανοήσουν ότι οποιαδήποτε τέτοια ελεύθερη εξέταση, που χρησιμοποιεί λογικά κριτήρια, δε μπορεί να αφήσει εκτός σκέψης το γεγονός ότι η πρωταρχική αιτία όλων των ατομικών δράσεων εξέγερσης είναι το ψυχολογικό κλίμα που δημιουργείται από την προπαγάνδα μας ανάμεσα στους ανθρώπους. Φαίνεται περιττό να τονίσουμε ότι καμία επαναστατική πράξη δεν είναι δυνατό να γίνει νοητή εκεί που ο εξεγερμένος δε νιώθει ότι περιβάλλεται από ένα συγκεκριμένο πνεύμα συναίνεσης και από μια ευρεία συνείδηση η οποία είναι έτοιμη να τον αντιμετωπίσει με συμπάθεια.


Όταν ο Μπρέσι απέδωσε δικαιοσύνη στον σεβάσμιο και ατιμώρητο σφαγέα των Ιταλών, ένιωσε ότι, αν και ο φανατικός και μικρόψυχος όχλος θα κλονίζονταν, σοκαρισμένος και σκανδαλισμένος από την πράξη του, πολλοί άλλοι θα συναινούσαν στην πράξη δικαιοσύνης του κι ενήργησε με την πίστη ότι η πρώτη σπίθα θα πυροδοτούσε μια πιο έντονη εξέγερση, μια μεγαλύτερη φωτιά. Αλλά, η ευθύνη μας σε όλες τις πράξεις εξέγερσης είναι πιο ακριβής, πιο συγκεκριμένη κι αδιαμφισβήτητη, εκεί που η προπαγάνδα μας υπήρξε ενεργητική, δραστήρια κι έχει αφήσει μια βαθιά εντύπωση. Στην τελική, εμείς δεν ανοίξαμε την πρώτη ρωγμή στην αφοσίωση των πιστών στις κατεστημένες αρχές, στην υποτέλεια τους στον βασιλιά, στην υποταγή τους στο νόμο, στο σεβασμό και στον άγιο φόβο τους για τους κώδικες, τους δικαστές, την αστυνομία; Με ειλικρινή βεβαιότητα και διαβρωτική επιμονή, δεν έχουμε αποδείξει την ματαιότητα των ελπίδων σε νόμιμα μέσα αντίστασης, προόδου ή επιτυχίας; Όσον αφορά το στρατόπεδο που αντιτίθεται στο σοσιαλισμό και την πολιτική δραστηριότητα, τις εκλογικές ή κοινοβουλευτικές του νίκες, τις υποτιθέμενες βελτιώσεις στις οικονομικές υποθέσεις, έχουν βρει ποτέ πιο άπιστους, πιο δριμείς επικριτές, πιο ακούραστους χλευαστές από εμάς; 


Και σε κάθε περίσταση, στα κείμενα μας, όλες οι διαλέξεις μας, στις συναντήσεις μας που συνταράσσονται από τα άδεια στομάχια ή τα αρρωστημένα πάθη μας, δεν έχουμε υπογραμμίσει χίλιες φορές ότι αφού το πολιτικό και οικονομικό προνόμιο δε στηρίζεται καθόλου στην αμεροληψία ή το δίκαιο, μπορεί μόνο να δικαιολογείται από την ίδια του τη βία και τη δειλία μας; Και ότι, γι’ αυτό ο καπιταλισμός και το κράτος δε μπορεί να αντισταθεί στην επιρροή των εργαζόμενων τάξεων, των οποίων το δίκαιο και η δύναμη, μαζί, θα είναι σίγουρη εγγύηση της τελικής μας νίκης; Ότι αντί να σπαταλάμε χρόνο φλυαρώντας στα δημοτικά, επαρχιακά ή εθνικά συμβούλια αναζητώντας τη λυδία λίθο του καλού νόμου ή του καλού αφέντη, θα ήταν καλύτερο να αρχίσουμε την επανάσταση μέσα μας και να την πραγματοποιήσουμε σύμφωνα με τις καλύτερες ικανότητες μας σε επιμέρους πειράματα, όποτε εμφανίζεται μια τέτοια ευκαιρία και όποτε μια τολμηρή ομάδα συντρόφων μας έχει τη βεβαιότητα και το θάρρος να τα δοκιμάσει; Ποιος άλλος ήταν ο στόχος των ένοπλων ομάδων στη Ρομάνια το 1874 ή εκείνων με τους Καφιέρο, Μαλατέστα και Στέπνιακ το 1877;


Τώρα υποκινούμε, πείθουμε, φωνάζουμε στον κόσμο εδώ και μισό αιώνα: «Ξεσηκωθείτε, εξεγερθείτε, επιτεθείτε, απαλλοτριώστε, χτυπήστε! Χτυπήστε χωρίς έλεος, γιατί εκεί έρχεται ένα σημείο όπου η εκδίκηση αναλαμβάνει την αναγκαιότητα και την δεινότητα της δικαιοσύνης κι επιταχύνει το θρίαμβο της». Μετά από πενήντα χρόνια ενστάλαξης της αναγκαιότητας της δράσης ανάμεσα στους βασανισμένους ανθρώπους, καθώς το πληβειακό λιοντάρι δίνει το πρώτο χτύπημα (και ίσως είναι αδέξιο, γιατί ήταν αλυσοδεμένο για αιώνες κι έχει ξεχάσει πώς να το κάνει) και ακριβώς όταν θα έπρεπε να δείξουμε την ψυχραιμία μας και την αποφασιστικότητα μας, ενοχλούμαστε από προβλήματα συνείδησης η οποία ανησυχεί για την απειλή της αντίδρασης, θλιβόμαστε λόγω των υπολειμμάτων ευαγγελισμού, βασανιζόμαστε από τη φλέγουσα ανάγκη, αν όχι να συγχρωτιστούμε με την κοινή ηθική σίγουρα να ελαττώσουμε τις αντιθέσεις. Πολύ συχνά, ειδικά στους πιο υπεύθυνους κύκλους, σπεύδουμε να υποτιμήσουμε, να επικρίνουμε την πράξη ανταρσίας και μερικές φορές ωθούμαστε ακόμα και να τις κατατάξουμε ανάμεσα στις συνήθεις «αστυνομικές πλεκτάνες». Λοιπόν, τότε, με καθαρές κουβέντες: είναι η ανώτερη δειλία να απορρίπτουμε πράξεις ανταρσίας, όταν εμείς οι ίδιοι έχουμε ρίξει τον πρώτο σπόρο κι έχουμε δρέψει το πρώτο βλαστάρι, είναι η ανώτερη δειλία να προσθέσουμε τις κατάρες μας δίπλα στις απεγνωσμένες κραυγές των πληρωμένων δημοσιογραφικών μεροκαματιάρηδων, των επαγγελματιών πενθούντων και των διαβολικών μαχαιροβγαλτών. Κι όπως όλες οι δειλίες, κι αυτή επίσης πρέπει να πληρωθεί με την κρίση της αδυναμίας και την αγωνία της εγκατάλειψης.


Ο Φ.Σ Μερλίνο θα έπρεπε να θυμάται τη ζέση της προπαγάνδας και της δράσης που φώτισε τα τέσσερα χρόνια από την 1η Μάη 1890 μέχρι τις 24 Ιούνη 1894. Όταν αφήναμε τη σοφίτα το πρωί δεν είχαμε ποτέ την παραμικρή βεβαιότητα ότι θα γυρίζαμε πίσω το απόγευμα. Συλλήψεις γίνονταν κάθε μέρα, οποιαδήποτε ώρα, δίκες και ποινές ακολουθούσαν και σε περίπτωση αθώωσης, η εξορία ήταν ο κανόνας. Αλλά αυτό σήμαινε να ζεις! Και μέσα στα κελιά του Μάζας64 ή μέσα στη θλίψη της εξορίας νωρίς το πρωί θα ακούγαμε την ηχώ μιας έκρηξης δυναμίτη, που θα είχε τινάξει ένα δικαστήριο στον αέρα με έναν από τους συνένοχους να βρίσκεται ακόμη μέσα κι ο άγνωστος δράστης της εξεγερτικής πράξης είχε αναλάβει την πλήρη ευθύνη για την πράξη του και βάδιζε τραγουδώντας στην γκιλοτίνα. Και αυτό το τραγικό κύμα ενθουσιασμού και ζέσης, φώτισε τη θυσία, γέμισε τον καθένα με μια ακαταμάχητη περηφάνια. Ποιητές και άνθρωποι των γραμμάτων, εντυπωσιάστηκαν από αυτή τη ζέση για ανανέωση, απέτιαν καθημερινά τιμές συμπάθειας και σεβασμού στους πεσόντες εξεγερμένους, η Παριζιάνικη εφημερίδα Figaro, τρομαγμένη, αφιέρωσε μια από τις ειδικές εκδόσεις της στον «επικίνδυνο αναρχικό» και ο Οκτάβιος Μιρμπώ, ανέμισε την αναρχική του έκκληση για αποχή από την ψήφο στα χυδαία εκλογικά θεάματα, ένα ντοκουμέντο το οποίο μέχρι σήμερα είναι αξεπέραστο λόγω της οξύνοιας του και της εκφραστικής ομορφιάς του. Αυτό σήμαινε ζωή!


Κομμουνισμός και ατομικισμός ως αλληλοσυμπληρούμενοι όροι


Στο μυαλό της προλεταριακής εμπροσθοφυλακής, η απόρριψη της ατομικής ιδιοκτησίας ενσωματώθηκε και συμπληρώθηκε με την απόρριψη της εξουσίας σε όλες τις διάφορες και ατυχείς μορφές της. Ταυτόχρονα, η πρώτη ελευθεριακή φιλοδοξία που βασίζονταν στην εμπειρία και την κριτική σκέψη επιβεβαιώνονταν ως μια θεωρία το οποίο προείδε τον ελευθεριακό κομμουνισμό ως την απαραίτητη συνθήκη για την ανάπτυξη και την ασφάλεια της αυτονομίας του ατόμου σε μια ελεύθερη κοινωνία [...]

Ανάμεσα στον κομμουνισμό (φυσικά αντιληπτού, όχι ως μια άλλη άποψη του Κράτους, που είναι αναγκασμένο να αναπαράγει μέσα του όλες τις ανισότητες των προηγούμενων κυβερνήσεων, αλλά ως μια ελεύθερη, ενωμένη συνεργασία όλων των ανθρώπων για την παραγωγή) και τον ατομικισμό (με την έννοια ότι καμία κατεστημένη εξουσία, ούτε πλειοψηφική είτε μειοψηφική, μπορεί να παρέμβει στην ανάπτυξη και την ελευθερία του ατόμου ή να μειώσει την αυτονομία του) δεν υπάρχει καμία αντίθεση, καμία ασυμβατότητα. Ο κομμουνισμός είναι απλά το θεμέλιο με το οποίο το άτομο έχει την ευκαιρία να διοικήσει τον εαυτό του και να φέρει σε πέρας τις λειτουργίες του.


Είναι δύο όροι που συμπληρώνει ο ένας τον άλλο.


Κάθε αναρχικός ο οποίος είναι πιστός στην άρνηση κάθε προνομίου, ειδικά του πιο βασικού και πιο αισχρού από όλα τα προνόμια, αυτό της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και ανταλλαγής και ο οποίος γι’ αυτό το λόγο, φιλοδοξεί να πραγματοποιήσει ένα οικονομικό καθεστώς, όπου η γη, τα ορυχεία, τα εργοστάσια και κάθε άλλο εργαλείο εργασίας ή ανταλλαγής, όλα τα μέσα παραγωγής, θα είναι αδιαχώριστη κοινή ιδιοκτησία, είναι στις οικονομικές του φιλοδοξίες ένας κομμουνιστής. Παρόμοια, αν είναι πιστός στην άρνηση της εξουσίας και υποστηρίζει ένα καθεστώς το οποίο θα πραγματοποιήσει την πλήρη ανεξαρτησία και αυτονομία του ατόμου από κάθε οικονομικό, πολιτικό και ηθικό αφεντικό, είναι αναπόφευκτα ένας ατομικιστής.

Αντίθεση; Όχι.... ολοκλήρωση.

8/5/14

Αντιεκλογικό μπλογκ από Σαλονίκη μεριά


Ενάντια στην μπουγάτσα με ψηφοδέλτιο (κάλπη), από τη Σαλονίκη με αγάπη:

http://antiekloges.files.wordpress.com/2014/04/ceb5cebacebbcebfceb3ceb5cf83-yn.jpg

6/5/14

Διήμερο για τις αυτο-οργανωμένες αντιστάσεις μέσα στις φυλακές


Διήμερο για τις αυτο-οργανωμένες αντιστάσεις μέσα στις φυλακές
Να σπάσουμε την απομόνωση του εγκλεισμού

 Παρασκευή 09-05 18:00 ΑΣΟΕΕ
-Ειδικές συνθήκες κράτησης και φυλακές υψίστης ασφαλείας
 (παρέμβαση από το Δίκτυο Αγωνιστών Κρατουμένων)
-Εισήγηση σχετικά με την πολιτική αντιμετώπιση από το ελληνικό κράτος των πολιτικών προσφύγων από Τουρκία και Κουρδιστάν
-Συνθήκες κράτησης και εμειρίες αγώνα από τα κελιά τύπου F (εισήγηση από την Επιτροπή αλληλεγγύης για τους πολιτικούς κρατούμενους σε Τουρκία και Κουρδιστάν)
-Προβολή: "ταινία τύπου F"

Σάββατο 10-05 18:00 ΑΣΟΕΕ
-Παρουσίαση της δομής αγώνα του Δικτύου Αγωνιστών Κρατουμένων
-Εμπειρίες αγώνα μέσα στις ισπανικές φυλακές από το 77 και μετά
-Βιβλιοπαρουσίαση: COPEL (Συντονιστικό Αγωνιζόμενων Κρατουμένων)
-Εισήγηση από πρώην μέλος του COPEL
-Συζήτηση: αυτο-οργάνωση και οριζοντοποίηση των αγώνων μέσα στις φυλακές. Προοπτικές δικτύωσης με τους αγώνες εκτός των τειχών.

ΝΑ ΓΚΡΕΜΙΣΟΥΜΕ ΤΑ ΚΑΓΚΕΛΑ ΚΑΙ ΤΑ ΤΕΙΧΗ ΟΡΑΤΑ ΚΑΙ ΑΟΡΑΤΑ

ταμείο αλληλεγγύης φυλακισμένων και διωκόμενων αγωνιστών


5/5/14

Γιατί έκλεψα – Alexandre Marius JACOB

Ο Ζακόμπ τα τελευταία χρόνια της ζωή του
Ο αναρχοκομμουνιστής Μάριους Ζακόμπ. μέλος της παράνομης ομάδας απαλλοτριωτών "Εργάτες της νύχτας", πάντοτε υπερασπιστής του παγκόσμιου προλεταριάτου


Γιατί έκλεψα – Alexandre Marius JACOB, Μάρτιος 1905

Από τις 8 ως τις 22 Μαρτίου του 1905, διεξήχθη η δίκη των «Εργατών της Νύχτας», που βρίσκονταν φυλακισμένοι από το 1903, στην Amiens της Γαλλίας. Η προφυλάκισή τους ήταν και το τέλος 3 ετών δράσης με πάνω από 150 διαρρήξεις πολυτελών κατοικιών, ξενοδοχείων, πύργων και εκκλησιών. Οι Εργάτες της Νύχτας αποτελούνταν από τον Alexander Jacob και τη σύντροφό Rose Roux, την μητέρα του Marie Berthou, και λίγες δεκάδες άλλους συντρόφους. Κίνητρό τους ήταν ένα σαφές μίσος για τα «κοινωνικά παράσιτα» και ολόκληρο τον παλιό κόσμο, όπως αποκρυσταλλώθηκε και σε μια διάρρηξη στον καθεδρικό ναό της Τουρ, μετά την οποία έγραψαν στον τοίχο: «Ω παντοδύναμε Θεέ, βρες αν μπορείς τους κλέφτες σου!»

Η απολογία του Jacob

“Αφέντες”:

Τώρα ξέρετε ποιος είμαι: ένας εξεγερμένος, που ζει από τους καρπούς των ληστειών του. Επιπλέον: έχω πυρπολήσει ξενοδοχεία κι έχω υπερασπιστεί την ελευθερία μου απέναντι στους πράκτορες της Εξουσίας. Θέτω ενώπιον της εξέτασής σας ολόκληρη την ύπαρξή μου στον αγώνα. Την θέτω στην νοημοσύνη σας, σαν ένα πρόβλημα μαθηματικών. Δεν αναγνωρίζω σε κανέναν το δικαίωμα να με κρίνει, και δε ζητώ συγχώρεση ούτε συμπάθεια. Δε ζητώ τίποτα από αυτούς που σιχαίνομαι και μισώ. Είστε οι νικητές, οι κυρίαρχοι! Κάντε ότι νομίζετε με εμένα, στείλτε με στη φυλακή, στα κάτεργα, δεν μου καίγεται καρφί! Αλλά πριν αποχωριστούμε, επιτρέψτε μου να σας πω λίγα τελευταία λόγια.

Με φυλακίσατε, κατ αρχήν, γιατί είμαι κλέφτης, δε θα ήταν λοιπόν άχρηστο να προσδιορίσουμε τι ακριβώς είναι ένας κλέφτης.

Κατά την άποψή μου, η κλοπή είναι η αναγκαιότητα να παίρνει ο κάθε άνθρωπος αυτό που χρειάζεται. Αναγκαιότητα που εκδηλώνεται στο κάθε τι και στα πάντα: από τα αστέρια που γεννιούνται και πεθαίνουν, όπως και οι άνθρωποι, στα έντομα που κινούνται στον αέρα, τόσο μικρά, τόσο ελάχιστα που τα μάτια μας με δυσκολία τα διακρίνουν. Η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο από μια διαδοχή ληστειών και σφαγών. Τα φυτά, τα ζώα, όλα κατασπαράσσουν το ένα το άλλο για να επιβιώσουν. Το καθένα γεννιέται μόνο και μόνο για να θρέψει το άλλο. Σε αντίθεση με το «υψηλό επίπεδο του πολιτισμού μας», παρά την τελειότητά μας, οι άνθρωποι δεν αποτελούν εξαίρεση στον κανόνα αυτό, τουλάχιστον μέχρι να πεθάνουν. Σκοτώνουν τα φυτά και τα ζώα για να τραφούν εις βάρος τους. Είναι οι αδιαφιλονίκητοι άρχοντες του ζωικού βασιλείου.

Εκτός από τα απαραίτητα για τη διατροφή τους, οι άνθρωποι χρειάζεται να τραφούν και με αέρα, νερό, φως. Τώρα, έχει δει ποτέ κανείς δυο ανθρώπους να λογομαχούν, και να σφάζονται για τα αγαθά αυτά; Όχι απ' όσο ξέρω (Σ.τ.μ: οι πόλεμοι για το νερό είναι μεταγενέστερο σύμπτωμα του πολιτισμού μας). Κι όμως αυτά είναι τα πολυτιμότερα αγαθά, χωρίς τα οποία η ανθρωπότητα δεν μπορεί να επιβιώσει. Μπορούμε να αντέξουμε μερικές μέρες χωρίς να καταναλώσουμε τα αγαθά για τα οποία γινόμαστε σκλάβοι. Ισχύει όμως το ίδιο και για τον αέρα; Ούτε για 15 λεπτά. Το νερό είναι τα ¾ του ανθρώπινου οργανισμού, και είναι απαραίτητο για μας, αν θέλουμε να διατηρήσουμε την ελαστικότητα των ιστών μας. Χωρίς θερμότητα, χωρίς το φως του ηλίου, η ζωή θα ήταν αδύνατη.

Λοιπόν, ο καθένας και όλοι, παίρνουν, κλέβουν αυτά τα αγαθά. Λέγεται μήπως αυτό έγκλημα; Είναι ποινικά κολάσιμο; Σίγουρα όχι! Τότε γιατί επιφυλάσσουμε αυτή τη λέξη στα υπόλοιπα; Γιατί γι αυτά είναι απαραίτητο να δαπανήσουμε ενέργεια, μια σαφή ποσότητα εργασίας. Όμως η εργασία είναι αυτό που επιτελεί μια κοινωνία, δηλαδή η συμμετοχή όλων των ατόμων στη δημιουργία, με τον λιγότερο θεμιτό μόχθο, της περισσότερης δυνατής ευτυχίας. Ταιριάζει αυτή η περιγραφή στη σημερινή κατάσταση; Βασίζονται οι θεσμοί σας στη λογική; Η αλήθεια είναι το ακριβώς αντίθετο. Όσο περισσότερο δουλεύει ένας άνθρωπος, τόσο λιγότερα κερδίζει, όσο λιγότερα παράγει, τόσο περισσότερο επωφελείται. Οπότε η αρετή δεν είναι το ζητούμενο. Αυτό που μετράει είναι η εξουσία που αποκτούν οι πιο αδίστακτοι κι έπειτα πασχίζουν να νομιμοποιήσουν την κλοπή τους. Από την κορυφή ως τον πάτο της κοινωνικής ιεραρχίας δεν υπάρχει τίποτα παρά πονηριά στην μια μεριά και ηλιθιότητα στην άλλη. Οπότε, πως τολμάτε να ζητάτε από έναν που γνωρίζει τις αλήθειες αυτές να σεβαστεί μια τέτοια τάξη πραγμάτων; Ένας οινοπώλης ή ένας νταβατζής πλουτίζουν ενώσω ένας ιδιοφυής άνθρωπος πεθαίνει εξαθλιωμένος σε ένα νοσοκομειακό κρεβάτι. Ο φούρναρης που ζυμώνει ψωμί όλη μέρα, μετά βίας μπορεί να αγοράσει ένα καρβέλι. Ο υποδηματοποιός που φτιάχνει χιλιάδες παπούτσια περπατάει ξυπόλητος. Η μοδίστρα που ράβει τόνους από ρούχα, δεν έχει να φορέσει, να κρύψει τη γύμνια της. Ο χτίστης που χτίζει πύργους και παλάτια δεν μπορεί να αναπνεύσει λίγο καθαρό αέρα στην τρύπα που ζει. Αυτοί που παράγουν τα πάντα δεν έχουν τίποτα, κι αυτοί που δεν παράγουν τίποτα έχουν τα πάντα.

Μια τέτοια τάξη πραγμάτων δεν μπορεί παρά να παράγει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις εργαζόμενες τάξεις και τις ιδιοκτήτριες τάξεις, δηλαδή τις αδρανείς τάξεις. Εκεί είναι που γεννιέται ο αγώνας. Εκεί είναι που οι καρδιές των ανθρώπων γεμίζουν με μίσος.

Εσείς, ορίζετε έναν άνθρωπο «κλέφτη και κακοποιό», τον υποβάλλεται στις συνέπειες του νόμου, χωρίς να αναρωτιέστε ποτέ αν θα μπορούσε να γίνει κάτι άλλο. Όμως εγώ, που δεν είμαι ούτε ενοικιαστής ούτε ιδιοκτήτης, που δεν είναι παρά ένας άνδρας που έχει στη διάθεσή του μόνο τα χέρια και το μυαλό του για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του, έπρεπε να πράξω αλλιώς. Η κοινωνία μου άφησε τρεις μονάχα τρόπους πιθανής επιβίωσης: τη δουλειά, την επαιτεία και την κλοπή. Η δουλειά, μακράν από το να μου είναι αντιπαθής, μου είναι αρκετά ευχάριστη. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς εργασία-οι μύες και το μυαλό του έχουν ένα κάποιο ποσό ενέργειας που πρέπει να βρει τη χρήση του. Αυτό που με αηδίαζε ήταν ότι έπρεπε να χύνω τον ιδρώτα και το αίμα μου για μερικά ελεεινά ψίχουλα μισθού, και να δημιουργώ μεγαλύτερα κέρδη που θα μου τα αρνούνταν. Με λίγα λόγια, με αηδιάζει να δίνω τον εαυτό μου στην εκπόρνευση της εργασίας. Η επαιτεία είναι υποτιμητική, είναι η άρνηση κάθε αξιοπρέπειας. Κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να χαρεί τη ζωή του.

Δεν ικετεύεις για το δικαίωμα στη ζωή, το παίρνεις.

Η κλοπή είναι η αποκατάσταση, η απ-αλλοτρίωση της ιδιοκτησίας. Αντί να κλειστώ σ' ένα εργοστάσιο που να μοιάζει με φυλακή, αντί να παρακαλάω γι αυτό που δικαιούμαι, προτιμώ να σταθώ όρθιος και να αντιμετωπίσω τους εχθρούς μου πρόσωπο με πρόσωπο, να κάνω πόλεμο στους πλούσιους, να επιτεθώ στα καλούδια τους. Καταλαβαίνω βέβαια ότι θα προτιμούσατε να είχα θέσει τον εαυτό μου κάτω από τους νόμους σας. Να παρήγαγα, σαν καλός και υπάκουος εργάτης, πλούτο σε αντάλλαγμα με έναν ασήμαντο, γελοίο μισθό, και όταν το κορμί μου θα είχε χρησιμοποιηθεί και το μυαλό μου αχρηστευτεί, να με είχατε πετάξει σε κάποια βρώμικη γωνία του δρόμου. Τότε δεν θα με αποκαλούσατε «κυνικό κακοποιό» αλλά μάλλον «τίμιο εργαζόμενο». Με πόσο κολακευτική ευγνωμοσύνη θα μου κρεμούσατε το μικρό μετάλλιο της εργατικότητας στο λαιμό. Οι παπάδες υπόσχονται τον παράδεισο στα πρόβατά τους. Εσείς είστε πολύ πιο συγκεκριμένοι: υπόσχεστε απλά μικρά κομματάκια χαρτί.

Σας ευχαριστώ γι αυτή σας τη καλοσύνη, την ευγνωμοσύνη, ω αφέντες. Προτιμώ να είμαι κυνικός, με συνείδηση των δικαιωμάτων μου παρά ένα ρομπότ, μια καρυάτιδα. Από τότε που έχω συνείδηση του εαυτού μου, έχω αφιερώσει τη ζωή μου στην κλοπή, χωρίς κανένα δισταγμό. Δε χάνω τον καιρό μου με τους υποκριτικούς μικρούς κώδικες ηθικής σας, που θεωρούν το σεβασμό στην ιδιοκτησία σαν κάποιου είδους αρετή, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπάρχει χειρότερος κλέφτης από έναν ιδιοκτήτη.

Μπορείτε να μείνετε ευχαριστημένοι. Η προκατάληψη αυτή έχει στεριώσει τόσο καλά στα μυαλά του κόσμου που γίνονται οι καλύτεροί σας μπάτσοι. Γνωρίζοντας την αθλιότητα του νόμου και της εξουσίας, έχετε μετατρέψει τον κόσμο στον πιο σίγουρο προστάτη σας. Το νου σας, όμως, γιατί όλα τα πράγματα έχουν κι ένα τέλος. Όλα όσα χτίζεται με την πονηριά και τη δύναμή σας μπορεί κάλλιστα να γκρεμιστούν με πονηριά και με δύναμη.

Οι άνθρωποι εξελίσσονται κάθε μέρα. Τους βλέπετε, να πεθαίνουν από την πείνα, βλέπετε τον αξιοθρήνητο φτωχό, με μια λέξη, τα θύματά σας, να εκπαιδεύονται πάνω σ αυτές τις αλήθειες, να συνειδητοποιούν τις αλήθειες αυτές, να οπλίζονται. Προσέξτε, γιατί μπορεί να επιτεθούν στα σπίτια σας και να πάρουν πίσω τα πλούτη που δημιούργησαν και τα οποία τους κλέψατε. Θεωρείτε ότι θα ήταν αγνώμονες; Εγώ πάλι το αντίθετο. Αν το καλοσκεφτούν, θα καταλάβουν ότι είναι καλύτερα να το ρισκάρουν, παρά να συνεχίσουν να σας παχαίνουν ενώ αυτοί μένουν στη μιζέρια. Ρίξτε τους στις φυλακές, κλείστε τους σε μπουντρούμια, στείλτε τους στα κάτεργα, ότι προτιμάτε! Αλλά, αν τα συγκρίνετε με την βάρβαρη, εξαθλιωμένη ζωή, πόνου που περνούν� Ο ανθρακωρύχος που κερδίζει το ψωμί του στα έγκατα της γης, χωρίς να αντικρίζει το φως της μέρας, μπορεί ανά πάσα στιγμή να πεθάνει, να συνθλιβεί σε μια υπόγεια έκρηξη. Ο μάστορας που χτίζει τη στέγη του σπιτιού σας, μπορεί ανά πάσα στιγμή να πέσει και να γίνει χίλια κομμάτια. Ο ναυτικός γνωρίζει πότε σάλπαρε, αλλά όχι κατά πόσο θα επιστρέψει σώος. Πάρα πολλοί εργάτες αρρωσταίνουν και πεθαίνουν ενώ δουλεύουν στις δουλειές τους. Εξαντλούνται μέχρι θανάτου και χάνουν τη ζωή τους για να παράγουν πλούτο για σας. Κι ακόμα και οι στρατιώτες και οι μπάτσοι βρίσκουν το θάνατο ενάντια στους εχθρούς σας για το αξιολύπητο κόκαλο που τους ρίχνετε.

Ξεροκέφαλοι στον τυφλό εγωισμό σας, θα μείνετε σκεπτικοί μπρος στις εικόνες αυτές-ή όχι; Μου φαίνεται σαν να υποστηρίζετε ότι ο κόσμος φοβάται. Τους κυβερνάτε με το φόβο της καταστολής. Αν διαμαρτυρηθούν, θα τους ρίξετε στη φυλακή. Αν κάνουν μια κίνηση, θα τους κλείσετε στο κελί. Αν συνεχίσουν παρ όλα αυτά, θα τους πάρετε το κεφάλι. Λάθος κίνηση, αφέντες, ακούστε τι σας λέω. Οι τιμωρίες που θα θέλατε να εμπνεύσετε δεν πρόκειται να σταματήσουν τον κόσμο από το να εξεγείρεται. Η καταστολή σας, μακράν του να είναι μια θεραπεία, ένα αντίδοτο, θα αποδειχτεί ότι δεν είναι παρά μια επιδείνωση της αρρώστιας. Τα διορθωτικά μέσα που παίρνετε δεν μπορούν να κάνουν κάτι παραπάνω από το να σπείρουν τους σπόρους του μίσους και της εκδίκησης. Είναι ένας μοιραίος κύκλος. Από τη στιγμή που αρχίσατε να κόβετε κεφάλια, να γεμίζετε τις φυλακές και τα κελιά σας, δεν έχετε καταφέρει να σταματήσετε τα ξεσπάσματα του μίσους εναντίον σας. Απαντήστε μου! Τα γεγονότα αποδεικνύουν την ανικανότητά σας. Όσον αφορά εμένα, γνωρίζω ότι η απολογία μου θα με οδηγήσει είτε στη φυλακή είτε στο θάνατο. Κι όπως βλέπετε, αυτό δεν με εμπόδισε από το να ακολουθήσω τη δράση μου. Αν επέδειξα μια τάση στην κλοπή, δεν ήταν ζήτημα τα κέρδη που μου απέφερε, αλλά ήταν ζήτημα αρχών, δικαίου. Προτίμησα να διατηρήσω την ελευθερία μου, την ανεξαρτησία μου, την ανθρώπινη αξιοπρέπειά μου, παρά να γίνω ένας υπηρέτης στην καλοπέραση ενός αφεντικού. Και μιλώντας χωρίς κανέναν ευφημισμό, προτίμησα να ληστέψω παρά να με ληστεύουνε.

Καταδικάζω επίσης το γεγονός, οι καρποί της εργασίας των ανθρώπων να λεηλατούνται βίαια από άλλους ανθρώπους. Αλλά είναι γι αυτόν ακριβώς το λόγο που κήρυξα πόλεμο στους πλούσιους, τους κλέφτες των αγαθών των φτωχών. Θα ήθελα επίσης να ζήσω σε μια κοινωνία όπου η ληστεία θα είχε εξαλειφθεί. Δεν εγκρίνω και δεν έκανα ποτέ χρήση της ληστείας, εκτός από ως μέσο εξέγερσης για να πολεμήσω την πιο απεχθή από όλες τις ληστείες: την ιδιωτική ιδιοκτησία. Για να καταστρέψεις ένα σύμπτωμα, πρέπει να ξεριζώσεις την αιτία του. Αν υπάρχει η ληστεία, είναι γιατί υπάρχει πλεόνασμα αγαθών από την μία και φτώχια από την άλλη. Είναι γιατί τα πάντα ανήκουν σε λίγους. Ο αγώνας δεν θα τελειώσει ποτέ και μέχρι την μέρα που όλοι θα μοιράζονται την ευτυχία και τη λύπη τους, τον κόπο και τον πλούτο τους, από κοινού. Μέχρι την μέρα που όλα θα ανήκουν σε όλους.

Είμαι ένας επαναστάτης αναρχικός, κι έκανα την επανάστασή μου.
Ας έρθει η αναρχία
JACOB

[Μετάφραση: ...για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Φλεβάρης 2007]

Η Άρνηση Εργασίας και τα όριά της



Στην Ελλάδα ο τρόπος που έχει εμφανιστεί το πρόταγμα της άρνησης της εργασίας είναι αποσπασματικός και μερικός, αντανακλώντας την αποσπασματικότητα και τη μερικότητα του αναρχοατομικισμού, που κατά κύριο λόγο εκφράζει το πρόταγμα αυτό, αλλά και την προφανή ανεπάρκεια του αναρχικού χώρου να επεξεργαστεί μια ολιστική επαναστατική θεωρία και την αντίστοιχη πολιτική δράση (ως ενότητα θεωρίας και δράσης, ως πράξις). Έτσι, η άρνηση εργασίας ως έννοια εγκλωβίζεται μονάχα στην παράνομη μορφή της , κυρίως στη ληστεία τράπεζας. Το φετιχιστικό περίβλημα τελικά επικράτησε του βαθιά ανατρεπτικού περιεχομένου. Τα μέσα μετατράπηκαν σε σκοπό και θριάμβευσε η αυτοαναφορικότητα.


Ποιά είναι η ουσία της άρνησης εργασίας; Οπωσδήποτε η βάση πάνω στην οποία εδράζεται ολόκληρη η κοινωνική ζωή είναι ο τρόπος με τον οποίο παράγεται η υλική ζωή, οι σχέσεις ιδιοκτησίας στα παραγωγικά μέσα και ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία εργάζεται ώστε να παράγει όλη αυτή την υλική βάση της. Μέσα στον καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας ο ρόλος του προλετάριου είναι κομβικός. Αυτός είναι που δημιουργεί ολόκληρο τον κοινωνικό πλούτο, ο οποίος σφετερίζεται από το κεφάλαιο και από κοινωνικός μετατρέπεται σε ιδιωτικό. Η μισθωτή εργασία είναι αυτή που δημιουργεί των πλούτο των αφεντικών. Η άρνηση εργασίας (με τη στενή της έννοια) ουσιαστικά αρνείται να συμμετέχει στην παραγωγική διαδικασία, να δημιουργήσει τον πλούτο των καπιταλιστών. Σ’ αυτό το πλεονέκτημά της κρύβεται και το μέγιστο μειονέκτημά της: κάθεται αναπαυτικά στα πούπουλα της αυτοανακλύκλωσης, ενώ η έλλειψη ολιστικής επαναστατικής θεωρίας την τυφλώνει, και ενώ είναι ταξική δεν το γνωρίζει. Νομίζει ότι δραπετεύει από την ταξική πάλη και βαδίζει εξω-κοινωνικά, όπως ο Ιησούς βάδιζε στα κύματα. Το κεφάλαιο έχει αποικιοποιήσει ολόκληρη την κοινωνική ζωή κι έτσι οι οάσεις βρίσκονται μονάχα στη φαντασία. Μέσα στον καπιταλιστικό καταμερισμό, λοιπόν, ο αρνητής εργασίας μπορεί να μην συμμετέχει ως παραγωγός, αλλά συμμετέχει ως καταναλωτής, άρα ως παραγωγός πλούτου του καπιταλιστή (όχι με την εργασία του, αλλά με την κατανάλωσή του). Εδώ βρίσκεται και το όριο της άρνησης εργασίας.
Πώς μπορεί να αρθεί αυτή η αντίφαση;
 

Καθώς οι εσωτερικές και εξωτερικές αντιφάσεις είναι η γενεσιουργός αιτία της κίνησης θα πρέπει να δούμε με ποιον τρόπο η άρνηση της εργασίας θα ξεπεραστεί διαλεκτικά. Ο τρόπος είναι ένας: με την ίδια την απο-αλλοττρίωση της εργασίας, επομένως με τη βίαιη ή ειρηνική αλλαγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (κι επειδή οι καπιταλιστές δεν πρόκειται να απαρνηθούν εθελοντικά τα προνόμιά τους, η αλλαγή θα χρειαστεί να γίνει επαναστατικά και βίαια). Με δύο λόγια, με την καταστροφή του κράτους, της μισθωτής εργασίας και με την κοινωνικοποίηση των παραγωγικών μέσων (και όχι με την κρατικοποίηση, όπως έγινε στις χώρες του υπαρκτού μπολσεβικισμού και δημιούργησε τη συλλογική γραφειοκρατική αστική τάξη και τη δικτατορία της επί του προλεταριάτου).


Οπότε, η άρνηση της εργασίας αν χρησιμοποιηθεί ως μέσο και όχι ως αυτοσκοπός, αποκτά ένα βαθύτερο και πιο ολοκληρωμένο επαναστατικό περιεχόμενο. Συνδέεται διαλεκτικά και με άλλες μορφές της ταξικής πάλης, με τους εργατικούς αγώνες, τις απεργίες, το ιστορικό τρίπτυχο Λούφα-Κοπάνα-Σαμποτάζ κλπ. Στο κάτω-κάτω, άρνηση εργασίας σημαίνει συνολική άρνηση του συστήματος της μισθωτής σκλαβιάς και αγώνας για την απο-αλλοτρίωση της ίδιας της ζωής μας. Δεν μπορούμε να μιλάμε για Άρνηση Εργασίας χωρίς να μιλάμε για κοινωνική επανάσταση.


(Πρώτη δημοσίευση στην αναρχική εφημερίδα Άπατρις)

 

2/5/14

ΧΑΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ

Ήρθε η ώρα, λοιπόν, μετά από 6 χρόνια να αποκαλυφθεί πως το παρακάτω κείμενο (υποτίθεται του Μπαμπασάκη) ηταν μια καλοσχεδιασμένη τρολιά. Εδώ αναδημοσιεύεται απο το μπλογκ fractal που έπεσε θύμα (όπως και τα indymedia κι άλλες ιστοσελίδες) της νοσηρής φαντασίας των εμπνευστών αυτής της τρολιάς...


ΧΑΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ

 

O Maricone Oublie, ένας άγνωστος στοχαστής στον τόπο μας καίτοι τον τίμησε με τη διετή διαμονή του, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα της διαλεχτικής: επαναστάτης διανοούμενος αρχικά, κατέληξε ως γνήσιο τέκνο της εποχής του σε αμφιλεγόμενες έως και εκκεντρικές αναζητήσεις καταλήγοντας στην ψυχική και νοητική κατάρρευση. Ας είναι…

Μια ζωή ασυμβίβαστος με το κατεστημένο, μα πολύ περισσότερο με τον εαυτό του. Η ζωή του βρίθει τέτοιων παραδειγμάτων. Δε σταμάτησε στιγμή να επεξεργάζεται τις θεωρίες του κι αν κανείς εμβαθύνει στην εργοβιογραφία του, γοητευμένος ανακαλύπτει ότι μια περίοδος της ζωής του είναι μια διαλεκτική άρνηση και ένα ξεπέρασμα της προηγούμενης. Στα έργα την πρώτης νιότης του, είναι εμφανής η επιρροή που άσκησε πάνω του ο “Πρίγκιπας του Αρνητικού” Γκυ Ερνεστ Ντεμπόρ. Πολλές από τις συζητήσεις τους, εν μέσω κρασοκατανύξεων στα καπηλειά της Δυτικής όχθης, με το Καλβαντός να δίνει το τέμπο, είναι αποτυπωμένες σ’ αυτά. Δεν είναι τυχαίο πως σημείο αναφοράς της Διεθνούς των Καταστασιακών είναι το βιβλίο που συνυπέγραψε με τον Ντεμπόρ: “Η Τέχνη ως Υπόσταση και η προοπτική του επαναστατικού ξεπεράσματός της”. Ήταν τότε που ο Ντεμπόρ χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Ζακ Ντε Μολέ, παραπέμποντας στον ηγέτη του μυστικού τάγματος των Ναϊτών, που τόσο ηρωικά κατασπαράχθηκε  από τις φλόγες της Ιεράς Εξετάσεως.

Φυσικά η ρήξη δε θ’ αργήσει να έρθει, συνηθισμένη κατάληξη για τις σχέσεις των δύο αντρών, που πέρα από την οξύνοια χαρακτηρίζονται και για το πεισματώδες του χαρακτήρα τους.

Για πολλά έτη θα τον απασχολήσει η θρησκευτική ποίηση και δη των επαναστατικών αναβαπτιστικών κινημάτων του Μεσαίωνα. Θα γράψει την “Πραγματεία για τη θρησκευτική τέχνη” και το “Για την ένωση Τέχνης και Θρησκείας σε μια διαχωρισμένη σφαίρα”, που πραγματεύεται ζητήματα της λαϊκής θρησκευτικότητας. Θα γράψει, επίσης, τη βιογραφία του Ούγγρου Γιόχαν Κόζεφ, φίλου και συντρόφου του Τόμας Μίντσερ, όπου με τους χριστιανικούς του ύμνους ενέπνεε και εμψύχωνε τις ξυπόλυτες και πεινασμένες μάζες των χωρικών του μεσαίωνα κατά της αμείλικτης παπικής εξουσίας.

Το θεωρητικό του οίστρο θα διακόψει η δίψα του για δράση. Θα συμμετάσχει στις ανεπανάληπτες ταραχές του 68, παρέα με τους enrages. Εκεί θα βρει έντονα τα χαρακτηριστικά των αναβαπτιστικών κινημάτων. Θα δηλώσει: “όπως τα αναβαπτιστικά κινήματα είναι ο ταξικός πόλεμος που μιλάει για τελευταία φορά τη γλώσσα της θρησκείας, έτσι και οι ταραχές του Μάη είναι ο ταξικός πόλεμος που μιλάει για τελευταία φορά τη γλώσσα της πολιτικής”. Το πρώτο μέρος αυτής της δήλωσης θα το “δανειστεί” στη δεύτερη έκδοση της περίφημης Κοινωνίας του Θεάματος ο αξεπέραστος Γκυ Ντεμπόρ, το σπουδαιότερο ίσως βιβλίο του 20ου αιώνα.

Στις αρχές της δεκαετίας του 70 θα περιπλανηθεί στη Ευρώπη, όπου θα ζήσει ως γνήσιος μποέμ, μοιράζοντας τις νύχτες μεταξύ τεραστίων ποσοτήτων αλκοόλ και παθιασμένου έρωτα. Γυναίκες, αλλά και άντρες, κάθε ηλικίας θα μοιράζονται για μια διετία την κλίνη του μαζί του, παρασυρόμενοι από την αδιαμφισβήτητη γοητεία του. Θα προκαλέσει μέγα σκάνδαλο όταν σε ένα ταξίδι του στην Ισπανία θα φτύσει, ως άλλος Μπρετόν, δημοσίως τον Σαλβαντόρ Νταλί αποκαλώντας τον “σαρδανάπαλο, ανοητόσαυρο και κουφιοκέφαλο φρανκικό”. Αποτέλεσμα ήταν να κατηγορηθεί ότι παίζει τη Διαλεχτική στα δάκτυλα, μα που το επιλήψιμο στην εμβάθυνση μέσω του παιχνιδιού;

Άνθρωπος χαμηλών τόνων καίτοι φασαριόζος, άθεος καίτοι βαθειά θρησκευόμενος, ασκητικός καίτοι φλογερός εραστής, ποιοτικός καίτοι γαρμπής, διανοούμενος καίτοι άνθρωπος της δράσης, φίλος του Τριστιάν Τζαρά καίτοι νιετνιετιστής (όρος που ο ίδιος ανακάλυψε σατιρίζοντας τον ντανταισμό).

Ορκισμένος εχθρός κάθε ορθοδοξίας γιαούρτωσε μπροστά στον τηλεοπτικό φακό τον γενικό γραμματέα του γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος Ζωρζ Μαρσαί, αποκαλώντας τον “μικροτσούτσουνο σταλινικό, πρόωρο εκσπερματιστή και πόρνη της Μόσχας”. Θα γλιτώσει τη σύλληψη καταφεύγοντας στην Ινδία. Εκεί θα σηματοδοτηθεί η στροφή της σκέψης του σε πιο ιδεαλιστικά μονοπάτια.

Θα ασπαστεί τις ιδέες του μοντεραλισμού, της πιο ριζοσπαστικής, αλλά και μυστικιστικής τάσης της “βαθειάς οικολογίας (deep ecology)”, κράμα εσωτερισμού και πολιτικής οικολογίας. Σύμφωνα με τα παράξενα δόγματα του μοντεραλισμού, η γη πάλιωσε και άρχισε να χαλάει. Το κίνημα πρότεινε ως λύση τον συλλογικό παγκόσμιο διαλογισμό, προκειμένου η γη να αρχίσει να περιστρέφεται ανάποδα, ώστε να ανανεωθεί.

Δε θα αργήσει αν επισκεφθεί τα μέρη μας. Γοητευμένος από τη φυσική ομορφιά και αρμονία του ελληνικού τοπίου θα εγκατασταθεί στην Ύδρα για δυο χρόνια. Εκεί θα επεξεργαστεί τη θεωρία που τον καθιέρωσε στους ιδεαλιστικούς κύκλους. Με το βιβλίο του “Ο τεμαχισμός του μη υλικού: το πρόβλημα της ύπαρξης και της υπόστασης”, θα έρθει σε αντίθεση με τον αναγεννησιακό μετανεωτερικό νεοπλατωνισμό, που “έλυνε” το γνωσιολογικό ζήτημα πρεσβεύοντας ότι οι ιδέες έπεφταν κάθετα, όπως οι σταγόνες της βροχής, στα κεφάλια των ανθρώπων. Κάποιοι μάλιστα θέλησαν να επιβάλουν στις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις να φορούν καπέλα, προστατεύοντας, κατά πως νόμιζαν, την κοινωνική ευταξία από ανατρεπτικές ιδέες! Για αυτόν οι ιδέες πλανώνται, αιωρούνται και στροβιλίζονται ωσότου βρουν το κατάλληλο δοχείο-νου, για την εισχώρησή τους. Πολλές φορές όμως, όπως στην περίπτωση Λένιν, γίνονται λάθη και οι σωστές ιδέες μπαίνουν σε λάθος μυαλά. 

Μπορεί η σκέψη του να απομακρύνθηκε τα μάλα από την ορθόδοξη επαναστατική κουλτούρα, μα έμεινε ανεξίτηλη η όρεξή του να προκαλεί σκάνδαλα. Σάλο στους κύκλους της διανόησης προκάλεσε η παραληρηματική του συνέντευξη στη Limperation το 1980, όπου αποκάλεσε τον Ντεμπόρ “κακόφωνη Έντιθ Πιάφ της Δυτικής Όχθης” και δήλωσε ότι σταμάτησε να κάνει παρέα με τον Καστοριάδη επειδή έπεφταν οι τρίχες από τα μαλλιά του στη σούπα του!!! Στην ίδια συνέντευξη δήλωσε πως “η ανθρωπότητα είναι υπερεκτιμημένη, αφού μόνο σ’ αυτήν ένας Βανεγκέμ θα μπορούσε να θεωρείται διανοούμενος”. Το αποκορύφωμα του παραληρήματος ήταν η τουλάχιστον αυθάδης και υβριστική δήλωση του “αν ο κώλος μου είχε τρίχες θα ήταν ίδιος ο Ουμπέρτο Έκο, ενώ τώρα που δεν έχει είναι ίδιος ο Φουκώ”.

Ως γνήσιο τέκνο της ταραγμένης εποχής του, θα εγκλειστεί το 1983 σε ψυχιατρείο, αφού πρώτα μας έδωσε με την τελευταία αναλαμπή του πνεύματός του το εκπληκτικό: “Η Αυτοπραγμάτωση του Ατόμου έξω από τον εαυτό του”. Θα μας αποχαιρετήσει ένα χρόνο αργότερα, 45 Μαϊων, αναγκάζοντας το ταλαιπωρημένο του σώμα να αποχωριστεί την ταραγμένη του ψυχή. Ήταν 23 Μαϊου του 1984, όταν βρέθηκε κρεμασμένος στο θάλαμο της κλινικής όπου “νοσηλευόταν”.

(Ψευδο)Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης

1/5/14

ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ

prwtomagia
Η μάνα του νεκρού Τάσου Τούση πέφτει πάνω στο νεκρό παιδί της και μοιρολογεί. (Θεσσαλονίκη 1936)



ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ
“ο αγώνας είναι σαν ένας κύκλος, μπορεί να ξεκινήσει από οποιοδήποτε σημείο, άλλα ποτέ δεν τελειώνει”  Subcomandante Marcos
Από το Σικάγο του 1886 έως τη Θεσσαλονίκη του 1936, από τις παραγκουπόλεις του Μπαγκλαντές έως το κοσμοπολίτικο Παρίσι, από το μικρότερο χωριουδάκι έως την Ισταμπούλ εκατομμύρια εργάτες, με συγκεντρώσεις και πορείες, βρίσκουν την ευκαιρία να διεκδικήσουν το μέλλον τους και να απαιτήσουν τα αυτονόητα. Η απεργιακή Πρωτομαγιά, είναι ημέρα γιορτής για τους εργάτες όλου του κόσμου αλλά κυρίως ημέρα μνήμης και αγώνα.
Η Πρωτομαγιά, ως εργατική γιορτή, καθιερώθηκε το 1889, κατά τη διάρκεια του ιδρυτικού συνεδρίου της Δεύτερης Σοσιαλιστικής Διεθνούς στο Παρίσι, τιμώντας τον ξεσηκωμό των εργατών του Σικάγο το 1886, ένας ξεσηκωμός που  κατέληξε σε αιματοχυσία. Τα αιτήματα των εργατών ήταν το οκτάωρο και καλύτερες συνθήκες εργασίας.
Στη χώρα μας, ο πρώτος εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς έγινε το 1893, στην Αθήνα, με πρωτοβουλία του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου. Συγκεντρώθηκαν στο Παναθηναϊκό Στάδιο και ζητούσαν: ”την Κυριακήν καθ΄όλην την ημέραν να κλείουν τα καταστήματα., να περιορισθή η εργασία των εργατών εις οκτώ ώρας από δώδεκα και πλέον που εργάζονται, οι εν ενεργεία παθόντες εργάται να συντρέχωνται υπό του κράτους και των συναδέλφων των.” Το 1911 αποφασίστηκε να ξαναγιορταστεί η Πρωτομαγιά, μετά από ένα κενό 17 χρόνων, με κεντρικό σύνθημα “8 ώρες δουλειά, 8 ώρες ανάπαυση και 8 ώρες ύπνο”.
Η Πρωτομαγιά όμως στην Ελλάδα είναι και αίμα και θυσίες. Την 1η Μαΐου του 1936 οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης κατεβαίνουν σε απεργία για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους. Μέσα σε λίγες μέρες το απεργιακό κύμα είχε εξαπλωθεί σε Ξάνθη, Αγρίνιο, Κομοτηνή, Σέρρες και Ελευσίνα και η απεργία είναι πλέον πανεργατική. Η απεργία συνεχίζεται και στις 9 του Μάη στη διασταύρωση Εγνατίας και Βενιζέλου από τις σφαίρες των αστυνομικών πέφτει νεκρός ο εργάτης Τάσος Τούσης. Οι διαδηλωτές εξοργισμένοι τοποθετούν το νεκρό πάνω σε μια πόρτα και τον περιφέρουν στους δρόμους της πόλης σε μια ιδιότυπη «λιτανεία» καταγγελίας, διαμαρτυρίας και αντίστασης. Οι νεκροί θα φτάσουν τους 12 και οι τραυματίες τους 300. Στο σημείο της συμπλοκής υπάρχει σήμερα το Μνημείο του Καπνεργάτη.
Η πιο αιματοβαμμένη Πρωτομαγιά της ελληνικής ιστορία ήταν το 1944. Στους Μολάους της Λακωνίας, στις 27 Απριλίου του 1944, αντάρτες σκότωσαν  έναν Γερμανό στρατηγό και τρεις συνοδούς του αξιωματικούς. Μετά την επίθεση στους Μολάους, η εφημερίδα “Καθημερινή” στις 30 Απριλίου 1944, δημοσίευσε την παρακάτω ανακοίνωση: “Την 27ην Απριλίου 1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους κατόπιν μιας εξ ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανόν Στρατηγόν και τρεις συνοδούς του. Πολλοί Γερμανοί στρατιώται ετραυματίστησαν. Ως αντίποινα διατάχτηκε: 1. Ο τυφεκισμός 200 Κομμουνιστών την 1.5.1944. Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάοι προς Σπάρτην έξωθεν των χωρίων.Υπό την εντύπωσιν κακουργήματος τούτου Έλληνες εθελονταί (ταγματασφαλίτες) εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς. Ο Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος”. Την Πρωτομαγιά του ’44,  στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, 200 κομμουνιστές, πρώην κρατούμενοι στην Ακροναυπλία και  εξόριστοι της Ανάφης, εκτελέστηκαν.
Πέρασαν πολλές δεκαετίες από τότε που κομμουνιστές και αναρχικοί εργάτες  στο Σικάγο ζητούσαν περίπου αυτά που ζητάνε και σήμερα οι εργάτες σχεδόν σε όλο τον κόσμο. Πέρασε μπόλικος καιρός που στην αιματοβαμμένη Ελλάδα, της Καισαριανής και της Θεσσαλονίκης, αγωνιζόντουσαν για πράγματα που σήμερα χάνονται. Κάποιοι θέλησαν να επιβάλουν το νόμο της λήθης και της σιωπής, μας είπαν πως οι αγώνες έγιναν άδικα, οι νεκροί έφυγαν για μια ουτοπία και πως η ιστορία του εργατικού κινήματος ήταν μια ιστορία ήττας. Πόσο λάθος έκαναν! Τα εκατομμύρια των εργατών κάθε πρωτομαγιά μας λένε πως αυτή είναι μια ιστορία νίκης, πως τίποτα δεν ξεχάστηκε, τίποτα δε χάθηκε, ενώ τα λόγια του Όγκαστ Σπάις από το μακρινό 1886 και λίγο πριν από την κρεμάλα πως “Θα ‘ρθει μια εποχή που η σιωπή μας στον τάφο θα είναι πιο ισχυρή από τις φωνές που στραγγαλίζετε σήμερα” ακούγονται ολοένα και πιο δυνατά.
Στάθης Γεωργιάδης